Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment, remanding case to new judge for further examination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim regarding the second defendant. The plaintiff argued that the second defendant's actions constituted abuse of corporate personality and tortious conduct, while the lower court rejected this due to the lack of an employment contract. The court found the lower court's reasoning insufficient and remanded the case to a different judge for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 71, 914, 919, 932, 481 of the Civil Code; Article 28 of Law 3996/2011: The court must examine whether the lower court's assessment of the abuse of corporate personality and tortious conduct was legally sound and factually accurate.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1633 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1633/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: R. B. (Ρ. Μ.) του P. (Π.), κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σέργιου Σερμπέτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ ΨΥΡΡΗ-ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα, και 2) Ε. Π. του Ι., ατομικά και ως διαχειριστή της πρώτης εναγομένης, κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Όλγας Καρακίτσου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 598/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4487/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-1-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 23-1-2023 (αρ.εκθ.καταθ. 1745/157/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4487/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αρ.598/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς την πρώτη των εναγομένων (ενώ είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη ως προς τον δεύτερο εξ αυτών), ακολούθως δε, μετά την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή ως προς την ως άνω εναγομένη. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου τον εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του βδ 16/18.7. 1920.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 διευκρινίζεται ότι σκοπός του πδ 178/2002 είναι η συμμόρφωση προς την Οδηγία 2001/23, η οποία κωδικοποίησε τις οδηγίες 77/187 και 98/50 και αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Κατά το άρθρο 2 του ίδιου πδ, το οποίο διατηρεί την ίδια ακριβώς με την Οδηγία διατύπωση "οι διατάξεις του εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη η δε μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α' και γ' ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β'). Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κ.λπ. (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α' και β'). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόστασή" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενό" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα".
Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 312/2022, 1369/2018, 997/2018, 1832/2017, 1319/2015, 14/2012).
Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ.
επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, 997/2018, 1850/2006).
Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ' αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών.
Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ.
ΔΕΚ 12.2.2009 C - 466/07 Klarenberg, ΑΠ 1152/2023).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ" (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955).
Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.
Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του πδ 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης.
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του πδ 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων, χωρίς πάντως να εμποδίζεται ο εργοδότης, τηρώντας τις σχετικές περί απολύσεως διατάξεις, να προβεί σε όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ. β'). Οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κ.λπ. οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ' αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται -ΑΠ 838/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η ενάγουσα προσελήφθη στις 1-12-2005 από το διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ι.
Π. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" Ι. Π., πατέρα του δεύτερου εναγόμενου, ως εργάτρια παραγωγής παγωτού στην επιχείρηση παρασκευής και λιανικής πώλησης παγωτού που διατηρούσε αυτός από το έτος 2003 στην περιοχή Ψυρρή στην Αθήνα. Να αναφερθεί ότι αρχικά (από το έτος 2003 έως το έτος 2010) η επιχείρηση του ως άνω εργοδότη λειτουργούσε σε γωνιακό κατάστημα, επί της συμβολής της οδού ...
με την οδό ..., που αποτελούσε συνένωση δύο καταστημάτων, εμβαδού 26,60 τ.μ .και 28,05 τ.μ. αντίστοιχα, ενώ από το έτος 2010 η επιχείρησή του περιορίσθηκε σε χώρο εμβαδού περίπου 58 τ.μ. με πρόσοψη μόνο επί της οδού ... Δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2012 πράξης της συμβολαιογράφου Πειραιά Α. Τ.- Β. συστάθηκε η Μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία "Ι.
Ε. Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" με σκοπό την επιχείρηση ζαχαροπλαστείου, με έδρα το ισόγειο κατάστημα επί της οδού ..., εμβαδού 58 τ.μ., και μοναδικό εταίρο και διαχειριστή τον παραπάνω ιδρυτή της Ι. Π., οπότε πλέον η ενάγουσα συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της στην ως άνω επιχείρηση που διαδέχθηκε την αρχική εργοδότριά της με τα ίδια καθήκοντα και τους ίδιους όρους απασχόλησης όπως και προηγουμένως, όπως και το σύνολο του προσωπικού της ΕΠΕ που μεταφέρθηκε πλέον στην νεοϊδρυθείσα ΜΕΠΕ (σχετική από 2.10.2013 δήλωση του Ι.
Π. περί της εξακολούθησης απασχόλησης μισθωτών υπό το νέο εταιρικό σχήμα). Παράλληλα με τη δραστηριότητα του Ι. Π., ο δεύτερος εναγόμενος- υιός του, ο οποίος λόγω της σχέσης του με τον πατέρα του είχε αποκτήσει εν τω μεταξύ την τεχνογνωσία παρασκευής του συγκεκριμένου παγωτού και απέβλεπε στη δημιουργία αλυσίδας καταστημάτων μέσω της μεθόδου της δικαιόχρησης (franchise), με την εξάπλωση του δικτύου των σημείων πώλησης του οικείου παγωτού στην επικράτεια, δυνάμει της υπ' αριθμ. ....2005 συμβολαιογραφικής πράξης της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Πειραιά, μαζί με το Β.
Ε. ίδρυσε την ΕΠΕ με την επωνυμία "Ε. Π. - Β. Ε. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ", με έδρα τον δήμο Καλλιθέας Αττικής, με αντικείμενο την παρασκευή παστερίωσης γάλακτος και παγωτού, κατοχυρώνοντας το πρώτον το σήμα παγωτού "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ" με αριθμ. ....2005. Μέσω της εταιρίας αυτής, της οποίας διαχειριστής ορίσθηκε ο Ι.
Π., άρχισαν να δημιουργούνται συνεργασίες με ανεξάρτητες επιχειρήσεις μέσω συμβάσεων δικαιόχρησης υπό το διακριτικό τίτλο "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ". Ακολούθως, η ως άνω παρασκευάστρια εταιρία το έτος 2009 μετέφερε την έδρα της στην περιοχή Αγίου Ιωάννη Ρέντη υπό την επωνυμία "Ρ&Ρ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΕ" με εταίρους το δεύτερο εναγόμενο και το Ν.
Π., ενώ σήμερα η παρασκευάστρια εταιρία λειτουργεί σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....2019 συμβολαιογραφική πράξη σύστασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. θυγατέρας Κ. Τ. στην περιοχή Αγίου Ιωάννη Ρέντη υπό την επωνυμία "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ GELATO" με μοναδικό εταίρο και διαχειριστή της τον δεύτερο εναγόμενο και αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την παραγωγή παγωτού, νωπών ειδών ζαχαροπλαστικής, το χονδρικό και λιανικό εμπόριο ειδών ζαχαροπλαστικής και την παροχή υπηρεσιών καφετερίας και ζαχαροπλαστείου, ενώ της έχουν μεταβιβασθεί οι εξουσίες διαχείρισης και εκμετάλλευσης του νομίμως κατοχυρωμένου σήματος "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ".
Σήμερα οι ανεξάρτητες οικονομικές επιχειρήσεις που συνδέονται με την εταιρία παρασκευής "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ" μέσω συμβάσεων δικαιόχρησης ανέρχονται σε είκοσι μία στην Ευρώπη και μίας που βρίσκεται στην Αμερική. Οι επιχειρήσεις αυτές, μέσω των συμβάσεων δικαιόχρησης (franchise), που καταρτίζουν με την ως άνω παρασκευάστρια εταιρεία "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ Π.
ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" ως franchisor επιδιώκουν να αποκομίσουν οικονομικά οφέλη από την εμπορική φήμη, την οργάνωση, την πελατεία και την τεχνογνωσία του "δότη", εκμεταλλευόμενοι ένα κατάστημα εμπορίας υπό το διακριτικό τίτλο "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ" (francisees). Τέτοιας μορφής συμβάσεις δικαιόχρησης υπεγράφησαν μεταξύ της εργοδότριας της ενάγουσας- εταιρείας με την επωνυμία "Ι.
Ε. Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" και της παρασκευάστριας του παγωτού εταιρείας "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙA Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" για τη λειτουργία του καταστήματος επί της οδού ... - Ψυρρή, καθώς και -στη συνέχεια - της πρώτης εναγόμενης εταιρείας η οποία συστάθηκε στις 25-9-2019, στην οποία συμμετέχουν κατά ποσοστό 50% έκαστος ο δεύτερος εναγόμενος και ο αδερφός του Κ.
Π. με διαχειριστή το δεύτερο εναγόμενο, όπως θα αναφερθεί παρακάτω (βλ. προσκομιζόμενες από 53.2019 και 1.8.2019 συμβάσεις δικαιόχρησης αντίστοιχα). Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος έχοντας μαζί με τον αδερφό του Κ. Π. ήδη από το καλοκαίρι του 2019 επαγγελματικό σχέδιο να δραστηριοποιηθεί στην περιοχή του Ψυρρή και δίπλα στο κατάστημα λιανικής πώλησης παγωτού που διατηρούσε ο πατέρας του, δημιουργώντας ένα γωνιακό χώρο καφέ-αναψυκτήριο όπου θα σερβίρει καφέ, παγωτό και είδη ζαχαροπλαστικής συγκεκριμένα στη συμβολή των οδών ...
και ..., καθώς ο χώρος αυτός διέθετε ισόγειο, υπόγειο, πρώτο όροφο και προαύλιο χώρο, (ενώ ο επαγγελματικός χώρος του πατέρα του που βρισκόταν παραπλεύρως δε διέθετε τραπεζοκαθίσματα και εξυπηρετούσε μόνο τους διερχόμενους πελάτες για καφέ και παγωτό "στο χέρι"), άρχισαν να διαπραγματεύονται με τον ιδιοκτήτη του ως άνω χώρου Γ.
Τ. τη μίσθωση αυτού με ευνοϊκούς όρους. Τελικώς και μετά από ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων (βλ. τα από 14, 18, 19 Σεπτεμβρίου ηλεκτρονικά μηνύματα) οι σχετικές επαγγελματικές μισθώσεις καταρτίσθηκαν στις 12-10- 2019, οπότε και το ως άνω κατάστημα λειτούργησε. Ο πάγιος εξοπλισμός του καταστήματος αυτού αγοράσθηκε από τη δικαιοπάροχη εταιρία , όπως τούτο υποδεικνύεται από τα υπ' αριθμ. 1/26-9-2019, 2/28-9-2019, 3/1-11-2019, 5/7-11-2019 και 6/7-11-2019 προσκομιζόμενα τιμολόγια αγοράς εξοπλισμού, ενώ προσλήφθηκαν έξι άτομα ως προσωπικό.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 21-9-2019 απεβίωσε αιφνίδια και σε ηλικία 65 ετών ο πατέρας του δεύτερου εναγόμενου Ι. Π., νόμιμος εκπρόσωπος διαχειριστής και μόνος εταίρος της εταιρίας "Ι. Ε. Π. ΜΟΝΟΓΙΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" μετά δε το γεγονός αυτό η επιχείρηση που διατηρούσε επί της οδού ... έκλεισε και παραμένει έως σήμερα κλειστή, ενώ η ως άνω εταιρία λύθηκε, εφόσον δεν προβλεπόταν η συνέχιση της με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος.
Ο τελευταίος τύγχανε Αμερικανός πολίτης οπότε τα σχετικά έγγραφα βεβαίωσης του θανάτου του λήφθηκαν στα μέσα Νοεμβρίου 2019, χρόνος κατά τον οποίο οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του- υιοί του (ο δεύτερος εναγόμενος και ο Κ. Π.) προέβησαν σε αποποίηση της κληρονομιάς του (βλ. την με αριθμ. Πρωτ. 92/2020 δήλωση αποποίησης κληρονομιάς).
Από το θάνατο αυτού και έως το πρώτο 15νθήμερο του Οκτωβρίου (μέχρι να ολοκληρωθούν οι σχετικές διαδικασίες με το λογιστή) το κατάστημα του λειτουργούσε με προσωπικό την ενάγουσα, την ετεροθαλή αδερφή του δεύτερου εναγόμενου και εξετασθείσα μάρτυρα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Μ. Κ. και την I. B.
Για λόγους επιείκειας ώστε να μην μείνουν αυτές χωρίς εργασία, προτάθηκε στην ενάγουσα όπως και στις άλλες δύο εργαζόμενες να συνάψουν συμβάσεις εργασίας με την πρώτη εναγόμενη εταιρία. Η ενάγουσα, ενώ αρχικά αποδέχθηκε την πρόταση αυτή (όπως και οι λοιπές εργαζόμενες) προσήλθε στις 8-11-2019 στο κατάστημα της πρώτης εναγόμενης για εργασία, πλην όμως αξίωσε να της αναγνωρισθεί ως προϋπηρεσία ο χρόνος εργασίας της στην επιχείρηση του πατέρα του δεύτερου εναγόμενου, γεγονός που δεν έγινε αποδεκτό από αυτόν (δεύτερο εναγόμενο), ο οποίος τότε της κοινοποίησε την από 18-11-2019 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της.
Σύμφωνα με όλα όσα εκτέθηκαν η πρώτη εναγόμενη εταιρία δεν διαδέχθηκε, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, την εργοδότρια επιχείρηση της ενάγουσας εφόσον δεν συνέτρεξαν τα καθοριστικά στοιχεία περί μεταβολής στο πρόσωπο του εργοδότη και της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης.
Και τούτο διότι αφενός μεν η εργοδότρια επιχείρηση της ενάγουσας ως οικονομική μονάδα έπαψε τη λειτουργία της, αφού απεβίωσε ο μοναδικός της εταίρος και συνεπώς εξέλειψε η επιδίωξη κάποιου σκοπού που να της παρέχει τη δυνατότητα να διατηρηθεί ως οργανική οντότητα, αφετέρου δε τυχόν ομοιότητες μεταξύ της εργοδότριας επιχείρησης της ενάγουσας και της πρώτης εναγόμενης εταιρίας (π.χ.
η χρήση του σήματος ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ η χρήση κοινών διακριτικών γνωρισμάτων των καταστημάτων τους, η ομοιότητα των δραστηριοτήτων τους, η ομοιότητα σε μεθόδους παρασκευής των προϊόντων τους κ.λ.π) οφείλεται στη σύμβαση δικαιόχρησης που είχαν αυτές υπογράψει με την παρασκευάστρια εταιρία (franchisor), ήτοι τόσο η εταιρία με την επωνυμία "Ι.
Ε. Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" όσο και η πρώτη εναγόμενη εταιρία (francisees) και υποχρέωναν αυτές να διατηρήσουν τα διακριτικά γνωρίσματα, σε χρώματα, ύφος κατασκευής κλπ της δικαιοπαρόχου εταιρίας, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της, αποτέλεσμα δε της υποχρέωσης αυτής είναι όλα τα καταστήματα που ανήκουν στην αλυσίδα franchise με το σήμα "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ" να έχουν ομοιομορφία στον τρόπο παρασκευής των προϊόντων τους και στην παροχή των υπηρεσιών τους. .......
Ως εκ τούτου, η πρώτη εναγόμενη δεν ευθύνεται για τις αγωγικές αξιώσεις που ανάγονται στον χρόνο απασχόλησης της ενάγουσας στην εταιρία "Ι. Ε. Π. ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ"..." Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων των άρθρων 1 έως 4 του π.δ.178/2002, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα, εάν, τα περιστατικά που δέχθηκε, σε σχέση με την ανυπαρξία ταυτότητας επιχείρησης, πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στους εφαρμοσθέντες πιο πάνω κανόνες δικαίου. Πιο συγκεκριμένα, ενώ δέχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη εταιρία δεν διαδέχθηκε, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, την εργοδότρια επιχείρηση της ενάγουσας διότι αυτή ως οικονομική μονάδα έπαψε τη λειτουργία της, αφού απεβίωσε ο μοναδικός της εταίρος και συνεπώς εξέλιπε η επιδίωξη κάποιου σκοπού που να της παρέχει τη δυνατότητα να διατηρηθεί ως οργανική οντότητα, αφ' ετέρου, αντιφατικά δέχεται ότι και μετά το θάνατο του Ι.
Π. η επιχείρηση λειτούργησε για κάποιο διάστημα, ήτοι ότι το κατάστημα συνέχισε τη λειτουργία του για 20 περίπου ημέρες, χωρίς να αναφέρεται κατ' εντολή ποίου άνοιξε και λειτούργησε η επιχείρηση και προς το συμφέρον τίνος προσώπου. 'Ετι περαιτέρω, ενώ δέχθηκε ότι η ομοιότητα των δύο επιχειρήσεων οφειλόταν στις δύο συμβάσεις franchising που συνήψαν αμφότερες με την εταιρεία κατοχής του σήματος "ΠΑΓΩΤΟΜΑΝΙΑ", εν τούτοις ουδέν διαλαμβάνει πώς, με τις πανομοιότυπες αυτές συμβάσεις, επιχειρήθηκε να λειτουργήσουν παράλληλα δύο ανταγωνιστικές στην πραγματικότητα επιχειρήσεις σε όμορα καταστήματα (αφού και οι δύο πωλούσαν ακριβώς το ίδιο προϊόν), δεδομένου ότι η γειτνίαση των επιχειρήσεων συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κριτήρια που συνηγορούν υπέρ της διατήρησης της ταυτότητας της επιχείρησης.
Τέλος, διαλαμβάνει ότι ο δεύτερος εναγόμενος κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 18-11-2019 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, χωρίς να διευκρινίζει ποια συγκεκριμένη σύμβαση καταγγέλθηκε με το έγγραφο αυτό, και δη εάν επρόκειτο για τη σύμβαση εργασίας που είχε συνάψει με την αρχική της εργοδότρια ή για μεταγενέστερη σύμβαση που συνήψε με την πρώτη εναγομένη.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω διατάξεων (των άρθρων 1 έως 4 του π.δ. 178/2002), η αναιρετική εμβέλεια του οποίου, κατά το μέρος που αναφέρεται στην εκ πλαγίου παράβαση των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου λόγου της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου (πρβλ.ΑΠ 1474/2022, 301/2018).
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαίτιου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (ΑΚ 919) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου, υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Περαιτέρω μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία ή και αν, ακόμα πιο γενικά, όταν η ενέργεια χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις καθόλου επιταγές της έννομης τάξης, εφόσον ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων, που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1120/2005).
Κατά συνέπεια όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 2060/2022, 985/2015, 295/2015). Ομοίως, ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, τότε μόνο μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 919 του ΑΚ, όταν και χωρίς την συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, μόνη η από τον ένα των συμβαλλομένων αθέτηση κάποιας από την σύμβαση υποχρεώσεως, που ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημιώσεως κατά το προαναφερόμενο άρθρο του ΑΚ. (βλ. ΑΠ 295/2015, 997/2012, 1801/2001).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, εξέθεσε με αυτή και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο: Ότι περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2019, μετά το θάνατο του πατέρα του και διαχειριστή του προηγούμενου φορέα της εργοδότριας επιχείρησης, ο δεύτερος εναγόμενος ανέλαβε εν τοις πράγμασι την ευθύνη του καταστήματος, γνωρίζοντας τη δική της εργασιακή πορεία στην επιχείρηση, ήτοι ότι αυτή απασχολείτο συνεχώς από το Δεκέμβριο του 2005, καθώς και ότι από το έτος 2010 εργαζόταν ως πωλήτρια, και παρά ταύτα αξίωσε εξ αρχής να απεμπολήσει βασικά εργασιακά της δικαιώματα, όπως η αναγνώριση της προϋπηρεσίας της και το είδος της εργασίας της. 'Ότι την 6-11-2019 της πρότεινε προς υπογραφή ένα έγγραφο αναγγελίας όρων ατομικής σύμβασης εργασίας στην αρχική εργοδότριά της, με το οποίο την εμφάνιζε να έχει προσληφθεί την 2-10-2013 ως "λαντζέρα", μετά δε την άρνησή της, της άσκησε αφόρητες πιέσεις προκειμένου να υπογράψει νέα σύμβαση με το δεύτερο εναγόμενο, με ημερομηνία πρόσληψης την 13-11-2019 και την ίδια ειδικότερα, παύοντας από το Σεπτέμβριο του 2019 την καταβολή των νομίμων αποδοχών της, προκειμένου να την εξαναγκάσει, είτε να υπογράψει τη νέα σύμβαση είτε να αποχωρήσει οικειοθελώς από την επιχείρηση. 'Ότι η ως άνω συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου, που αποτελούσε αθέμιτη προσπάθεια προκειμένου αυτή να απωλέσει τα εργασιακά της δικαιώματα, ήταν παράνομη κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ.
και υπαίτια, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με συνέπεια την πρόκληση σ' αυτή ζημίας ίσης με τη νόμιμη αποζημίωση και τις δεδουλευμένες αποδοχές της, καθώς και την πρόκληση ηθικής βλάβης. 'Ότι η ως άνω αδικοπρακτική συμπεριφορά του δευτέρου εναγομένου συγκροτεί τυπική περίπτωση καταχρηστικής επίκλησης της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης Ι.Κ.Ε., την οποία αυτός χρησιμοποίησε για να αποστεί από τις νόμιμες εργοδοτικές του υποχρεώσεις απέναντί της.
Με βάση τα παραπάνω, ζήτησε την καταδίκη του δευτέρου εναγομένου προς καταβολή των αγωγικών ποσών εις ολόκληρον μετά της πρώτης εξ αυτών. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή παρίσταται μη νόμιμη ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, καθώς, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, η συμπεριφορά του τελευταίου, ακόμη και αν κατέτεινε στην αθέτηση εργασιακών υποχρεώσεων (της εταιρείας ή ακόμη και προσωπικών του), δεν αποτελεί αδικοπραξία, αφού, εκδηλούμενη αυτή (συμπεριφορά) χωρίς την εργασιακή σύμβαση δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει αξίωση αποζημιώσεως κατά το προαναφερόμενο άρθρο 919 του ΑΚ και την επικαλουμένη εις ολόκληρον ευθύνη του, μετά της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων).
Συνεπώς το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 71, 914, 932, 919 και 481 Α.Κ. και 28 του ν.3996/2011, και ο σχετικός δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, από εκείνον που την εξέδωσε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183, 191 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4487/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ