Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissibility due to irrelevant legal arguments regarding inheritance title.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a first-instance court ruling regarding property ownership. The appellants argued that the lower court failed to specify whether the inheritance was formal or oral and did not identify the original owners of the disputed land. The court rejected these arguments as irrelevant because the lower court had already established the inheritance title as a secondary ground, which was successfully contested and rejected by the opposing party.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 495 para. 3 KPolD; Art. 176, 183, 191 para. 2 KPolD: An appeal argument is inadmissible if it is irrelevant to the decision, which is based on a different ground that has already been successfully contested.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1633 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1633/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντων: 1) Θ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καραγκούνη, που ανακάλεσε την από 7-9-2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. συζ. Ν. Κ., το γένος Μιχαήλ Παπαγιάννη, κατοίκου Μοσχάτου Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργά και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Κ. του Σ., 3) Ε. Κ. του Σ., κατοίκων ..., 4) Ι. χήρας Κ. Κ., το γένος Στέφανου Στεφανίδη, κατοίκου Μοσχάτου Αττικής, 5) Ά. συζ. Δ. Ζ., το γένος Κ. Κ., 6) Ό. συζ. Ε. Α., το γένος Κ. Κ., κατοίκων ..., 7) Σ. συζ. Θ. Α., το γένος Κ. Κ., κατοίκου Πεύκης Αττικής, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2008 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, και το οποίο παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής του πριν από την εκδίκασή της, και την από 16-7-2009 κύρια παρέμβαση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 171/2015 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-9-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες και η α' αναιρεσίβλητη παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της α' αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμ. 2553/4-9-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Δωδεκανήσου Μαρίας Παπαγεωργίου, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την πράξη κατάθεσης και αρχικό ορισμό δικασίμου για τις 16-10-2019 και κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσιβλήτων Δημήτριο Γεωργά, ως αντίκλητο αυτών (άρθρ. 143 παρ. 1 ΚΠολΔ), ο οποίος παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκπροσωπώντας τους αναιρεσιβλήτους, τότε εκκαλούντες.
Όπως δε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, κατά την ανωτέρω αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 1-4-2020, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της εξ αιτίας της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του Covid-19. Μετά από οίκοθεν επαναπροσδιορισμό κατά το άρθρο 74 παρ. 2 Ν. 4690/30-5-2020, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 17-2-2021, οπότε ματαιώθηκε και πάλι η συζήτησή της για τον ίδιο ως άνω λόγο.
Μετά δε τον εκ νέου οίκοθεν επαναπροσδιορισμό κατά το άρθρο 83 παρ. 2 Ν. 4790/31-3-2021, ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερομένη. Κατά την εκφώνηση, όμως, της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον κατά τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 και 83 παρ. 2 του ν. 4790/2021 η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο μετά τον αυτεπάγγελτο επαναπροσδιορισμό της ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και οι προαναφερόμενοι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ορισθείσα (παρούσα) δικάσιμο της 8-9-2021, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους.
Με την κρινόμενη από 6-9-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 171/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Ο Μ. Κ., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου κατά των αναιρεσειόντων την από 18-5-2008 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί αποκλειστικός κύριος ενός οικοπέδου εμβαδού 94,97 τ.μ., στο οποίο είναι κτισμένη μία ερειπωμένη διώροφη οικοδομή και το οποίο βρίσκεται στην περιοχή "..." του Δήμου ....
Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την αγωγή αυτή, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 16-7-2009 κύρια παρέμβαση, την οποία απηύθυναν κατά των διαδίκων της πιο πάνω αγωγής, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου έκαστος του ανωτέρω ακινήτου. Μετά την άσκηση της κύριας παρέμβασης, ο Μ.
Κ. παραιτήθηκε από την ασκηθείσα αγωγή του, οι δε κυρίως παρεμβαίνοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι παραιτήθηκαν του δικογράφου της παρέμβασης ως προς τον κυρίως ενάγοντα και πρώτο των καθών η κύρια παρέμβαση Μιχαήλ Κουμπιάδη και το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου με την 107/2013 απόφασή του απέρριψε την κύρια παρέμβαση.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου οι κυρίως παρεμβαίνοντες-αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 11-11-2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 171/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η έφεση και το Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση των αναρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας τους τελευταίους συγκύριους κατά τα αναφερόμενα στην παρέμβαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 1190/2017), το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2021, ΑΠ 1052/2017) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 21/2017).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, όπως διατείνεται, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις με αριθμούς 3537, 3538, 3539 και 3540/7-4-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Σύμης Ευτυχίας Μαυρουδή, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του, με την αιτιολογία ότι δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εκκαλούντων, ενώ οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις είχαν ληφθεί στα πλαίσια της δίκης της κύριας αγωγής και όχι της ασκηθείσας στη συνέχεια κύριας παρέμβασης, ώστε να τίθεται θέμα κλήτευσης των κυρίως παρεμβαινόντων - αναιρεσιβλήτων.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και επομένως ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε επί λέξει: "...δεν λαμβάνονται υπόψη οι προσκομιζόμενες από τους εφεσιβλήτους υπ' αριθμ. 3537, 3538, 3539 και 3540/7-4-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Σύμης Ευτυχίας Μαυρουδή, διότι, εκτός του ότι είναι υπεράριθμες, δεν προκύπτει ότι ελήφθησαν μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εκκαλούντων".
Δεν έλαβε, δηλαδή, υπόψη το Εφετείο τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, τότε εφεσίβλητοι, όχι μόνο επειδή δεν προέκυπτε προηγούμενη κλήτευση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά και με την επάλληλη αιτιολογία ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις ήταν υπεράριθμες, υπερέβαιναν δηλαδή τον αριθμό των τριών.
Η επάλληλη δε αυτή αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς την απόφαση του Εφετείου περί μη λήψης υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, δεν πλήττεται με αναιρετικό λόγο.
Κατά το άρθρο 1051 ΑΚ, εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976, 983 και 1045 ΑΚ, συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία δεν απαιτείται για το συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι' αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων, Σε περίπτωση δε καθολικής διαδοχής, η κτήση της νομής επέρχεται αυτοδικαίως από το θάνατο του κληρονομουμένου, μόλις γίνει η επαγωγή της κληρονομιάς Συνεπώς, επί καθολικής διαδοχής αν η νομή του κληρονομουμένου ήταν κτητική, προσπορίσασα σ' αυτόν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, η ίδια νομή μεταβιβάζεται και στον κληρονόμο του, ο οποίος, στην περίπτωση αυτή, συνεχίζει την ίδια κτητική νομή του δικαιοπαρόχου του.
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι και στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιοπάροχος του νομέα κατέστη κύριος, λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του, του απαιτούμενου χρόνου χρησικτησίας, ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος αυτού στη νομή μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του, προκειμένου να αντιτάξει κατά τρίτων κυριότητα επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει δική του νομή επί εικοσαετία κατά τους όρους του άρθρου 1045 ΑΚ, αλλά με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 774/2021, ΑΠ 1452/2010).
Εξάλλου κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία.
Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η εκμίσθωση σε τρίτο, η φύλαξή του, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων, οι ενέργειες για ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, η ανέγερση κτισμάτων κ.α., αν δε, πρόκειται για αστικό ακίνητο η ενοικίαση σ' αυτό και (γενικά, οι αρμόζουσες στην φύση του πράξεις εξουσίασης, χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας.
Η νομή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα, εφόσον υφίσταται πάντοτε η θέλησή του να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας, αλλά δεν είναι απαραίτητο τη φυσική εξουσία να ασκεί διαρκώς και αδιαλείπτως δι' ενεργείας έργων επί του πράγματος, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.
Αρκεί να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος με πράξεις σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του προς το πράγμα, αρκούσας της δυνατότητας προσεγγίσεως του νομέα προς το πράγμα και της δυνατότητας τούτου όπως αποκλείσει τρίτο από τη φυσική εξουσία του.
Εξάλλου, η απώλεια της νομής επέρχεται (άρθρο 981 ΑΚ) όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Εάν, όμως, το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επ' αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκτηση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει (ΑΠ 451/2021, ΑΠ 933/2012, ΑΠ 388/2010).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).
Ακόμη, υφίσταται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης και όταν η διατύπωση της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογικού είναι ενδοιαστική και δεν στοιχειοθετεί αναμφίβολο πόρισμα (ΑΠ 1376/2011). Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα δε, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 64/2022, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 495/2021, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), και τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο είναι οικόπεδο, εκτάσεως, κατά την αγωγή 94,97 τ.μ. και κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο 75 τ.μ., μετά της επ' αυτού διώροφης ερειπωμένης χωρίς σκεπή οικοδομής, αποτελούμενης από ισόγειο, εμβαδού 51,91 τ.μ. (κατά την αγωγή) και πρώτο όροφο, εμβαδού 30,81 τ.μ. (κατά την αγωγή), που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., το οποίο έχει λάβει Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ..., όπως αποτυπώνεται στο από 19-6- 2009 απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Σύμης.
Το επίδικο ανήκε αρχικά στην ιδιοκτησία της Κ. συζ. Σ. Κ., το γένος Α. και Π. Δ., η οποία το απέκτησε το έτος 1909, λόγω προίκας από τους γονείς της, το χρησιμοποιούσε δε ως κατοικία της μέχρι την 5-5-1927, οπότε απεβίωσε. Μετά το θάνατο του συζύγου της Σ. Κ., το έτος 1944, το επίδικο ακίνητο περιήλθε λόγω κληρονομιάς εξ αδιαθέτου στα τέκνα της, Α.
Κ. (2° κυρίως παρεμβαίνοντα), Ε. Κ. (3° κυρίως παρεμβαίνοντα), Κ. Κ. και Ζ. συζ. Μ. Π., το γένος Σ. Κ., κατά ποσοστό 1/4 (ή 4/16) εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Την 2-1-1994 απεβίωσε ο Κ. Κ. (τέκνο της κληρονομουμένης) και υπεισήλθαν στο μερίδιο του επί του επιδίκου ακινήτου (4/16) οι κληρονόμοι του εξ αδιαθέτου, ήτοι η σύζυγος του Ι.
χήρα Κ. Κ. (4η κυρίως παρεμβαίνουσα) και τα τέκνα του, Ά. συζ. Δ. Ζ., το γένος Κ. Κ. (5η κυρίως παρεμβαίνουσα), Ό. συζ. Ε. Α., το γένος Κ. Κ. (6η κυρίως παρεμβαίνουσα) και Σ. συζ. Θ. Α., το γένος Κ. Κ. (7η κυρίως παρεμβαίνουσα), ήτοι εκάστη κατά ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου. Σημειωτέον ότι το ως άνω κληρονομικό δικαίωμα των προαναφερθέντων κληρονόμων αναγνωρίστηκε με την υπ' αριθμ. 722/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας) και εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 20/2004 κληρονομητήριο, που μεταγράφηκε νόμιμα την 27-5-2004 στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, στον τόμο 61 με αύξοντα αριθμό 41.
Την 20-5-2004 απεβίωσε η Ζ. Κ. (θυγατέρα της κληρονομουμένης) και υπεισήλθε στο μερίδιο της επί του επιδίκου ακινήτου (4/16) η κληρονόμος θυγατέρα της Α. συζ. Ν. Κ., το γένος Μ. Παπαγιάννη (1η κυρίως παρεμβαίνουσα), δυνάμει της από 16-3-2004 ιδιόγραφης διαθήκης, που δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2626/13-5-2005 πρακτικό δημοσίευσης και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 974/13-5-2005 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα βιβλία διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στο τόμο 2740 και αύξοντα αριθμό 254.
Την ως άνω κληρονομιά αποδέχθηκε η 1η κυρίως παρεμβαίνουσα με την υπ' αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Α. Λ. Κ. - Α., που μεταγράφηκε νόμιμα την 7-12-2005 στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σύμης στον τόμο 65 με αύξοντα αριθμό 48. Το επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην ως άνω πράξη αποδοχής κληρονομιάς ως εξής: "Οικόπεδο μετά της επ' αυτού διωρόφου ερειπωμένης οικοδομής, το οποίο έχει έκταση 74 τ.μ., βρίσκεται στην περιοχή "..." της περιφέρειας του Δήμου ..., εμφαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΑ στο από Ιουλίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Λευτέρη I.
Χατζηπέτρου και συνορεύει βόρεια, σε πλευρά ΒΓ με ιδιοκτησία αγνώστου, νότια με πρόσοψη ΕΖΗ με δημοτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά ΓΔΕ με ιδιοκτησία Ε. Ν. και δυτικά σε πλευρά ΒΑΗ εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με ιδιοκτησία Τ.. Η διώροφη ερειπωμένη οικοδομή αποτελείται από ισόγειο όροφο, επιφάνειας 27 τ.μ.
και από πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 27 τ.μ.". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των ετών 1940 -1945, κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, το νησί εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του, ενώ λόγω βομβαρδισμών στην περιοχή, η οικία που βρίσκεται εντός του επιδίκου ακινήτου ερειπώθηκε και κατέρρευσε η οροφή της.
Με το τέλος του πολέμου, τα τέκνα της αρχικής ιδιοκτήτριας, που εν τω μεταξύ είχαν μετοικήσει στην …, επισκέπτονταν το νησί και επέβλεπαν το επίδικο. Ειδικότερα, ο Κ. Κ., ναυτικός, γιος της Κ. Κ., μέχρι τα έτη 1974-1975, κατά τις επισκέψεις του στο νησί, διέμενε "στο κατώι" της επίδικης οικίας. Μετά το έτος 1975 επισκέπτονταν το επίδικο η Ζ.
Κ., θυγατέρα της αρχικής ιδιοκτήτριας, καθώς και η εγγονή της Α. Κ. (1η κυρίως παρεμβαίνουσα), οι οποίες το επέβλεπαν και το καθάριζαν, πετούσαν τα μπάζα, έσβηναν την πινακίδα με το όνομα των καθ' ων η κυρία παρέμβαση (Τ.) και έγραφαν το δικό τους όνομα (Κ.). Άλλωστε, οι ανωτέρω, πλην της ως άνω εποπτείας και επίβλεψης του επιδίκου, δεν ήταν δυνατόν πλέον να ασκήσουν άλλες πράξεις νομής επ' αυτού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ήδη ερειπωμένο και χωρίς οροφή, "χαλατό", όπως χαρακτηριστικά καταθέτουν όλοι οι μάρτυρες.
Τις ως άνω πράξεις νομής επί του επιδίκου οι ανωτέρω ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίων, για λογαριασμό όλης της οικογένειάς τους, κατά τις επισκέψεις τους στο νησί και έτσι δεν απώλεσαν τη νομή αυτού. Τα ανωτέρω προκύπτουν σαφώς ιδίως από τις καταθέσεις των Ε. Κ., που εξετάσθηκε με την επιμέλεια των κυρίως παρεμβαινόντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και Κ.
Κ., ηλικίας 84 ετών, που περιέχεται στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση. Με βάση τα προαναφερόμενα, οι κυρίως παρεμβαίνοντες έχουν καταστεί συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά, τόσο με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή από κληρονομιά αληθών κυρίων με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, όσο και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, με το συνυπολογισμό στο δικό τους χρόνο νομής και του χρόνου νομής επί του επιδίκου των δικαιοπαρόχων τους, επί συνεχή εικοσαετία, με διάνοια κυρίων.
Το εν λόγω δικαίωμα κυριότητας των κυρίως παρεμβαινόντων επί του επιδίκου δεν αποδείχθηκε ότι καταλύθηκε ούτε από τη δικαιοπάροχο των 2ου, 3ου και 4ου των καθ' ων η κύρια παρέμβαση ούτε από τους τελευταίους. Ειδικότερα, οι μάρτυρές τους, οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, αναφέρονται σε πράξεις νομής της παπαδιάς, μητέρας και δικαιοπαρόχου των ανωτέρω καθ' ων από το έτος 1950 μέχρι το έτος 2001, οπότε το μεταβίβασε με γονική παροχή στα τέκνα της 2°, 3° και 4° των καθ' ων, με τη χρήση του επιδίκου ως βοηθητικού χώρου της κύριας κατοικίας της, που ήταν όμορη με αυτό, δηλαδή καταθέτουν ότι η παπαδιά μαγείρευε, αποθήκευε οικιακά σκεύη, σιδέρωνε και έπλενε εντός της ερειπωμένης οικίας του επιδίκου ακινήτου και γενικά επέβλεπε με διάνοια κυρίας.
Όμως, οι καταθέσεις αυτές δεν κρίνονται πειστικές, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αν πράγματι η ως άνω δικαιοπάροχος των καθ' ων χρησιμοποιούσε το επίδικο με διάνοια κυρίας ως "παρακουζινί" και ως δεύτερο σπίτι από το έτος 1950, θα είχε οπωσδήποτε φροντίσει γιά την επισκευή της ερειπωμένης οικίας, η οποία χωρίς οροφή θα ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθεί για τις ως άνω οικιακές εργασίες.
Επίσης, είναι αντιφατικές μεταξύ τους. Συγκεκριμένα, ενώ ο μάρτυρας Ν. Β., γαμβρός της παπαδιάς καταθέτει ότι ο πεθερός του (παπάς) και η παπαδιά ήταν αγαπημένο ζευγάρι και ότι η υπόσχεση της παπαδιάς να δώσει το χαλατό (επίδικο) στους γιους της ήταν της γνώσης και της έγκρισης του παπά, ο μάρτυρας Φ. Μ., γαμπρός επίσης της παπαδιάς, καταθέτει ότι ο παπάς ήταν πολύ τυπικός άνθρωπος και φρόντισε να ρυθμίσει όλα τα περιουσιακά του όσο ζούσε, καθώς και ότι γνώριζε πολύ καλά ότι δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το επίδικο.
Μετά ταύτα, η σχετική ένσταση περί ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία που προβλήθηκε από τους καθ' ων η κύρια παρέμβαση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού η μητέρα, δικαιοπάροχος τους, ουδέποτε κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και επομένως, ως μη αληθής κυρία του επιδίκου, ουδέποτε μεταβίβασε την κυριότητα του επιδίκου προς τα τέκνα της με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Ρ. Ε. Μ., αλλά ούτε και οι ίδιοι αποδείχθηκε ότι απέκτησαν το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αφού δεν αποδείχθηκε συνεχής εικοσαετής νομή επί του επιδίκου με διάνοια κυρίων". Με βάση τις παραδοχές αυτές έκανε δεκτή την έφεση των κυρίως παρεμβαινόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την κύρια παρέμβαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και έκανε δεκτή την κύρια παρέμβαση, αναγνωρίζοντας τους κυρίως παρεμβαίνοντες συγκυρίους σε ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου τον καθένα από τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο εξ αυτών και σε ποσοστό 1/16 εξ αδιαιρέτου τον καθένα από τους τέταρτη, πέμπτη, έκτη και έβδομη εξ αυτών του ανωτέρω αναφερομένου ακινήτου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθώς περιέλαβε στην απόφασή του συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και κενά αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τους κυρίως παρεμβαίνοντες της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου τόσο παραγώγως, όσο και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες τούτο με διάνοια κυρίου και με τις αναφερόμενες πράξεις νομής για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της κύριας παρέμβασης, με τον συνυπολογισμό στο δικό τους χρόνο νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους.
Οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν. Οι αναιρεσείοντες με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις: α) ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες, καθώς, από τη μια δέχεται ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ερειπωμένο και ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία και ως "παρακουζινί" από το έτος 1945 και εντεύθεν, από την άλλη δε δέχεται ότι ο Κ.
Κ. έκτοτε και μέχρι τα έτη 1974-1975 κατά τις επισκέψεις του το νησί διέμενε στο κατώι της επίδικης οικίας, ασκώντας έτσι νομή στο ακίνητο μεταξύ των ετών 1945 έως 1975, β) ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς, ενώ αποφαίνεται ότι νομή στο επίδικο ασκούσαν οι παρεμβαίνοντες, δεν αποφάνθηκε ποιες συγκεκριμένες πράξεις νομής διενήργησαν, όπως επίσης δεν αποφαίνεται αν ο Κ.
Κ. άσκησε τις πράξεις νομής ως αντιπρόσωπος των λοιπών στη νομή του επιδίκου και γ) ότι περιέχει ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, καθώς, ενώ δέχεται ότι στο επίδικο ακίνητο υπήρχε και συνεχώς επανατοποθετείτο ή επαναγραφόταν σ' αυτό πινακίδα με το όνομα των ιδίων (Τ.) και την πινακίδα αυτή την έσβηναν, θέτοντας το δικό τους όνομα (Κ.), η Ζ.
Κ., θυγατέρα της αρχικής ιδιοκτήτριας, καθώς και η εγγονή της Α. Κ. μετά το έτος 1975, δεν αποφαίνεται πόσες φορές και για ποια χρονικά διαστήματα από το έτος 1975 έως το έτος 2009, οπότε ασκήθηκε η κύρια παρέμβαση, ήτοι στο διάστημα των 34 ετών, υπήρξε στο επίδικο πινακίδα με το όνομά τους πριν τη σβήσουν οι ανωτέρω παρεμβαίνοντες και επομένως δεν αποφαίνεται για ποια χρονικά διαστήματα ασκήθηκε δική τους νομή και κατοχή στο επίδικο.
Ωστόσο, οι αιτιάσεις αυτές, που συνιστούν το δεύτερο λόγο αναίρεσης, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Ειδικότερα και όσον αφορά την πρώτη ως άνω αιτίαση περί αντιφατικών αιτιολογιών, θα πρέπει να σημειωθεί ότι πράγματι με την προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της, έγινε δεκτό ότι ο Κ.
Κ. μετά το τέλος του πολέμου και μέχρι τα έτη 1974-1975 επισκεπτόταν το νησί και διέμενε "στο κατώι" της οικίας, ενώ στη συνέχεια δέχεται ότι η οικία ήταν ερειπωμένη και ήταν αδύνατο να χρησιμοποιείται ως "παρακουζινί" από τη μητέρα των αναιρεσειόντων. Η τελευταία, όμως, παραδοχή συνιστά αποδεικτικό επιχείρημα του Εφετείου προκειμένου αυτό να στηρίξει την ανέλεγκτη περί τις αποδείξεις κρίση του, ότι τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες των αναιρεσειόντων με τις ένορκες βεβαιώσεις τους και συγκεκριμένα ότι η παπαδιά (μητέρα των αναιρεσειόντων) μαγείρευε, αποθήκευε οικιακά σκεύη, σιδέρωνε και έπλενε εντός της ερειπωμένης οικίας, δεν κρίνονται πειστικά και βάσιμα.
Επομένως, η παραδοχή αυτή, ως αποδεικτικό επιχείρημα του Δικαστηρίου που σχετίζεται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστά, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, παραδοχή διαμορφωτική του αποδεικτικού του πορίσματος και επομένως αιτιολογία ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά για αντιφατικότητα με τον λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Όσον αφορά τη δεύτερη από τις ως άνω αιτιάσεις περί ανεπάρκειας αιτιολογιών, γίνεται σαφής αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της, για τις πράξεις νομής που ασκούσαν οι παρεμβαίνοντες και οι κληρονόμοι τους, οι οποίοι κατά τις επισκέψεις τους στο νησί "το επέβλεπαν και το καθάριζαν, πετούσαν τα μπάζα, έσβηναν την πινακίδα με το όνομα των καθ' ων η κύρια παρέμβαση (Τ.) και έγραφαν το δικό τους όνομα (Κ.)", ενώ γίνεται σαφής αναφορά και για τις πράξεις νομής που ασκούσε ο εκ των κληρονόμων της αρχικής ιδιοκτήτριας και γιος της Κ.
Κ., χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα των σχετικών αιτιολογιών να προσδιορίζονται ημερολογιακά στην απόφαση οι επί μέρους πράξεις νομής. Επίσης, γίνεται σαφής αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τις πράξεις αυτές νομής, οι ανωτέρω παρεμβαίνοντες και κληρονόμοι τους ασκούσαν ο καθένας και για λογαριασμό των υπολοίπων, καθώς έγινε δεκτό ότι "Τις ως άνω πράξεις νομής επί του επιδίκου, οι ανωτέρω ασκούσαν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίων, για λογαριασμό όλης της οικογένειας τους κατά τις επισκέψεις τους στο νησί και έτσι δεν απώλεσαν την νομή αυτού".
Όσον αφορά, τέλος, την τρίτη από τις πιο πάνω αιτιάσεις περί ασαφών και ενδοιαστικών αιτιολογιών, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα και σαφήνεια των σχετικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης να αναφέρεται σ' αυτήν, πόσες φορές και για ποια χρονικά διαστήματα από το έτος 1975 έως το έτος 2009 υπήρξε επί του επιδίκου πινακίδα με το όνομά τους, από τη στιγμή που έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη ότι, μόλις οι αναιρεσίβλητοι, κατά τις επισκέψεις τους στο νησί, αντιλαμβάνονταν την πινακίδα με το όνομα των αναιρεσειόντων (Τ.), την έσβηναν και έγραφαν το δικό τους όνομα (Κ.).
Δέχεται, δηλαδή, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, μόλις οι αναιρεσίβλητοι αντιλαμβάνονταν προσβολή της νομής τους επί του επιδίκου από τους αναιρεσείοντες, δεν αδρανούσαν, αλλά αντίθετα αντιδρούσαν αμέσως με τον ως άνω τρόπο, ώστε να μην τίθεται θέμα απώλειας της νομής τους κατά το προηγούμενο διάστημα από τις ενέργειες των αναιρεσειόντων (άρθρ. 981 εδ.
β' ΑΚ), σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας. Κατά συνέπεια και σύμφωνα με τα παραπάνω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες, με την επίκληση της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες και για το λόγο αυτό για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ, 2 παρ. 1 στοιχ. α' Ν. 510/1947, με τον οποίο ίσχυσε στα Δωδεκάνησα από τις 30-12-1947 ο Αστικός Κώδικας και ο Εισαγωγικός αυτού Νόμος, 51 του ΕισΝΑΚ, 7 του με αριθμό 200/1931 Διατάγματος του Ιταλού Κυβερνήτη, 1 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856), 1248 και 1660 του Οθωμανικού ΑΚ.
Ειδικότερα οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι όσον αφορά την παράγωγη κτήση κυριότητας της Κ. συζ. Σ. Κ., το γένος Α. και Π. Δ., η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η κυριότητα αποκτήθηκε λόγω προικός, αλλά δεν αναφέρεται σ' αυτήν αν η προίκα καταρτίστηκε εγγράφως ή προφορικώς, ενώ δεν αναφέρεται επίσης αν το επίδικο αποτελούσε ελεύθερη ιδιοκτησία (μούλκ) ή παραχωρηθείσα δημόσια γαία και με βάση ποιον τίτλο.
Επίσης, ισχυρίζονται ότι δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιοι ήταν οι γονείς της Κ. Κ. και πώς οι τελευταίοι είχαν αποκτήσει την κυριότητα επί του επιδίκου, με αποτέλεσμα, λόγω των ανωτέρω ελλιπών αιτιολογιών, να παραβιάζονται εκ πλαγίου οι πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.
Και τούτο διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενες παραδοχές του, δέχθηκε με επάλληλες αιτιολογίες ότι οι κυρίως παρεμβαίνοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα επί του επιδίκου με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα ως κληρονόμοι της αρχικής κυρίας Κ. συζ. Σ. Κ. (οι 20ς και 3ος εξ αυτών, καθώς και οι Κ.
Κ. και Ζ. συζ. Μ. Π. το γένος Σ. Κ., δικαιοπάροχοι των υπολοίπων κυρίως παρεμβαινόντων), αλλά και με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα με έκτακτη χρησικτησία. Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η δεύτερη από τις επάλληλες αυτές αιτιολογίες επλήγη ανεπιτυχώς, καθώς κρίθηκε ως αβάσιμος ο κατ' αυτής πιο πάνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, ο συγκεκριμένος τρίτος λόγος αναίρεσης, που αφορά την πρώτη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με το δεύτερο λόγο αναίρεσης δεύτερη επάλληλη αιτιολογία.
Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματος της τελευταίας (για τους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα, καθώς αυτοί, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα), η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-9-2017 αίτηση των Θ. Τ., Ε. Τ. και Ι. Τ. για αναίρεση της 171/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ