1633/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1633/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 300 του ΑΚ ένσταση των εναγομένων - εφεσίβλητων, την οποία πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στο Δικαστήριο αυτό με τις προτάσεις τους (άρθρο 527 § 1 του Κ.Πολ.Δ.) και με την οποία ισχυρίζονται ότι ο ενάγων συνετέλεσε στην έκταση και την βαρύτητα των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, που υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα, διότι δεν φορούσε κράνος...".
Full text
Απόφαση 1633 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1633/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Φ. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ζούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1842/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2709/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-4-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Θεόδωρο Μαντούβαλο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Ο λόγος αναιρέσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 420/2014).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1678/ 2017, ΑΠ 468/2017, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση και οικείου πταίσματος του παθόντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 144/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (ΚΠολΔ 561 § 2), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Π. Φ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 11-11-2011 αγωγή του κατά των 1) Δ. Τ. ήδη αναιρεσείοντος και 2) ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ υπό την ιδιότητά του ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, με την οποία, επικαλούμενος τροχαίο ατύχημα από υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου που ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρεία "..." ζήτησε ως αποζημίωση για την αποκατάσταση των αναφερομένων στην αγωγή θετικών και αποθετικών ζημιών του, ως πρόσθετη αποζημίωση κατ' άρθρο 931 ΑΚ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα οποία υπέστη εξαιτίας του ατυχήματος, το συνολικό ποσό των 540.689,65 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 1842/2013 οριστική απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον ενάγοντα (και με την ειδικότερη αιτιολογία ότι εισήλθε στο αντίθετο, σε σχέση με την πορεία του, ρεύμα κυκλοφορίας) και ο τελευταίος (τώρα αναιρεσίβλητος) άσκησε την από 15-10-2013 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση υπ' αριθμ. 2709/2015 του Εφετείου Αθηνών.
Με αυτήν, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κρίνοντας ότι το ατύχημα και ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλονται κυρίως σε αμελή συμπεριφορά του ως άνω Δ. Τ. και δευτερευόντως του ίδιου, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 162.616,67 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Ήδη, με τους συνολικά τέσσερις λόγους αναιρέσεως, ο τότε εναγόμενος - εφεσίβλητος και τώρα αναιρεσείων Δ. Τ. παραπονείται κατά της εφετειακής αποφάσεως για σφάλματα εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι η απόφαση, επί του κρίσιμου ζητήματος των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλεκομένων σ' αυτό προσώπων, παραβίασε τις εφαρμοστέες ουσιαστικές διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αφορούν την ερμηνεία των διατάξεων αυτών και την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που εδέχθη σ' αυτές και με ελλιπείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι κυρίως υπαίτιος του ατυχήματος και του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου είναι ο αναιρεσείων κατά ποσοστό 70%, ενώ αν ερμήνευε και εφάρμοζε σωστά τις διατάξεις αυτές θα έπρεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που είχε προτείνει ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ' έφεση, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος, άλλως (κατ' ένσταση) συνυπαιτιότητας αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος κατά ποσοστό 95% (κινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας) και συντρέχοντος πταίσματος αυτού κατά ποσοστό 85% για τις κρανιοεγκεφαλικές του κακώσεις (λόγω μη χρήσης κράνους ασφαλείας), να δεχθεί ως αποκλειστικά άλλως κυρίως υπαίτιο για το ατύχημα και τον τραυματισμό του τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το ως άνω κρίσιμο, για την έκβαση της αναίρεσης, ζήτημα, των συνθηκών επέλευσης του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των εμπλεκομένων σ' αυτό προσώπων, δηλαδή του τραυματισθέντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου αναιρεσείοντος: "Στις 30-09-2009 και περί ώρα 07:40, στη ...
ο ενάγων οδηγούσε την υπ' αριθμό ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων ανά ώρα και εκινείτο στην οδό Αθηνών - Θεσσαλονίκης, που είναι παράλληλος προς την Νέα Εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας (Ν.Ε.Ο.Α.Λ.), με κατεύθυνση προς .... Η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,10 μέτρων, χωρίς διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας.
Στο ύψος, όμως, του 17ου χιλιομέτρου της ως άνω οδού, υπάρχει στένωση του οδοστρώματος αυτής, καθόσον παραπλεύρως του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας αυτής υφίστανται η είσοδος και οι σκάλες, που οδηγούν στην υπόγεια διάβαση πεζών της Ν.Ε.Ο.Α.Λ. και έτσι, το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος αυτής, στο σημείο εκείνο, μειώνεται σε 5,30 μέτρα.
Η ως άνω στένωση του οδοστρώματος και η ύπαρξη της εισόδου της ως άνω υπόγειας διάβασης πεζών απεικονίζονται στο με ημερομηνία 30-09-2009 σχεδιάγραμμα του τόπου του ενδίκου ατυχήματος, που έχει συντάξει ο αρχιφύλακας Μ. Ι.. Στο ως άνω σημείο (17° χιλιόμετρο) η ως άνω οδός Αθηνών - Θεσσαλονίκης είναι ευθεία και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα, όπως καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32.
Κατά την ως άνω ημέρα και ώρα, ο καιρός ήταν καλός, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κίνηση των οχημάτων ήταν κανονική. Κατά την ίδια ημέρα και ώρα, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ΚΙΑ MOTORS και τύπου SPORTAGE, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτού, στην ασφαλιστική εταιρεία "...", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει, εκ του νόμου, το δεύτερο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της και εκινείτο, με ταχύτητα τουλάχιστον 65 χιλιομέτρων ανά ώρα, στην ίδια ως άνω οδό (Αθηνών - Θεσσαλονίκης) και στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, που οδηγεί προς Αθήνα.
Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στο 17° χιλιόμετρο της οδού και σε απόσταση 6 μέτρων προ της αρχής της στένωσης του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, αντιληφθείς, προφανώς, την στένωση του οδοστρώματος και ενώ το αυτοκίνητό του απείχε 0,90 μέτρα από το πεζοδρόμιο του ρεύματος πορείας του, ενήργησε πλάγια τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του, προς τα αριστερά, μήκους 17,5 μέτρων, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του να εισέλθει, πλαγίως, κατά 0,48 μέτρα, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (...) και να συγκρουστεί μετωπικά, με την ...
δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος, η οποία εκινείτο κανονικά, στο ρεύμα αυτό (...). Συνεπεία της σύγκρουσης, η μεν μοτοσικλέτα εκτινάχθηκε και κατέληξε σε απόσταση 7,80 μέτρων προ του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτού (προς Αθήνα), ο δε ενάγων, οδηγός αυτής, ανήλθε στο καπό του αυτοκινήτου, προσέκρουσε στον ανεμοθώρακα αυτού και έπεσε στο οδόστρωμα, δεξιά του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματός του, όπως αναλυτικά εκτίθεται παρακάτω.
Η ως άνω σύγκρουση έλαβε χώρα στο ύψος των σκαλιών της υπόγειας διάβασης πεζών της Ν.Ε.Ο.Α.Λ., ήτοι στο σημείο, όπου υπάρχει η μεγαλύτερη στένωση του οδοστρώματος στο προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας της οδού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων βρίσκεται εντός του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης, που οδηγεί ...
και σε απόσταση 0,48 μέτρων από τη νοητή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Το γεγονός ότι το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κατά 0,48 μέτρα, προκύπτει από την τελική πλάγια θέση του αυτοκινήτου στο οδόστρωμα, αφού: α) η εμπρόσθια δεξιά γωνία αυτού καθώς και το τέλος του δεξιού ίχνους τροχοπέδησης αυτού απείχε 1,40 μέτρα από το δεξιό πεζοδρόμιο του ρεύματος πορείας του (προς Αθήνα), β) το πλάτος του ως άνω αυτοκινήτου είναι 1,73 μέτρα και γ) το πλάτος του κάθε ρεύματος κυκλοφορίας στο σημείο αυτό, είναι 2,65 μέτρα [(1,40 + 1,73) - 2,65].
Τα ίχνη τροχοπέδησης του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου, η τελική θέση αυτού στο οδόστρωμα και το συνολικό πλάτος οδοστρώματος στο σημείο της σύγκρουσης απεικονίζονται στο με ημερομηνία 30-09-2009 σχεδιάγραμμα του τόπου του ενδίκου ατυχήματος, που συνέταξε ο προαναφερθείς αρχιφύλακας, ο οποίος μετέβη στον τόπο του ατυχήματος μετά πάροδο 10 λεπτών της ώρας.
Επίσης, στο ως άνω σχεδιάγραμμα απεικονίζονται: α) νερά στο οδόστρωμα, μπροστά στην εμπρόσθια αριστερή γωνία του αμέσως μετά την σύγκρουση ακινητοποιημένου υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου, προερχόμενα από το ψυγείο αυτού, ήτοι εντός του ρεύματος κυκλοφορίας, που οδηγεί ..., β) θραύσματα γυαλιών και πλαστικών, προερχόμενα από τα συγκρουσθέντα οχήματα, που είναι διασκορπισμένα σε ολόκληρο σχεδόν το οδόστρωμα και γ) οι τελικές θέσεις των συγκρουσθέντων οχημάτων και το σημείο πτώσης του ενάγοντος στο οδόστρωμα.
Εξ άλλου, η από 28-12-2009 ένορκη προανακριτική κατάθεση του αναφερομένου στην έκθεση αυτοψίας μάρτυρα Π. Α., ο οποίος είναι φύλακας του κτιρίου της εταιρείας ..., που βρίσκεται παραπλεύρως του ..., ρεύματος κυκλοφορίας της ως άνω οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης στο σημείο της ένδικης σύγκρουσης, στην οποία αναφέρει, πλην των άλλων, τα εξής: "......
ήμουν υπηρεσία στην είσοδο της εταιρείας και είδα στην ως άνω οδό να κινείται μία μοτοσικλέτα με κατεύθυνση ..., δεξιά της οδού, με κανονική ταχύτητα, ο οδηγός της κοίταξε προς την εταιρεία και εγώ σταμάτησα να έχω οπτική επαφή. Αμέσως άκουσα δυνατό κτύπημα, προηγουμένως φρενάρισμα και έτρεξα προς τα εκεί...πιστεύω ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας κοιτάζοντας προς την εταιρεία μου, έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας", καθώς και η ένορκη κατάθεση αυτού στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στην οποία αναφέρει, πλην των άλλων, τα εξής: "...ήμουν στην πόρτα της εταιρείας, βλέπω αριστερά το μηχανάκι και φθάνοντας στο κτίριο της εταιρείας, γύρισε και κοίταξε το κτίριο και γυρίζοντας να φύγω άκουσα το μπαμ, όταν τον είδα άρχισε να μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα..., το αυτοκίνητο το είδα όταν άκουσα το μπαμ, δεν ήταν στο αντίθετο ρεύμα..., είναι το σημείο που χαζεύουν το κτίριο..., η μηχανή πήγαινε με 40 χιλιόμετρα...", δεν κρίνονται από το Δικαστήριο πειστικές, καθόσον, πέραν το ότι, όπως ο ίδιος καταθέτει, δεν είδε πως έγινε η σύγκρουση των δύο οχημάτων:
Α) δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο ο ενάγων κοίταξε, ενώ οδηγούσε τη μοτοσικλέτα, προς το κτίριο της ως άνω εταιρείας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο ενάγων διερχόταν από το σημείο αυτό καθημερινά, αφού το εργοστάσιο της εταιρείας "...", όπου εργαζόταν, απέχει 500 μέτρα περίπου από το σημείο της ένδικης σύγκρουσης, Β) δεν διευκρινίζει με ποιο τρόπο διαπίστωσε ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος εισήλθε στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν υπάρχει επί του οδοστρώματος διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, ούτε άλλωστε αυτός αναφέρει για την στένωση του οδοστρώματος που υπήρχε, στο σημείο της σύγκρουσης, στο ρεύμα πορείας του αυτοκινήτου και Γ) δεν εξηγεί για ποιο λόγο, ενώ αυτός παρακολουθούσε, προ της ένδικης σύγκρουσης, την κίνηση της μοτοσικλέτας ..., δεν αντιλήφθηκε, προ της σύγκρουσης, την κίνηση του αντιθέτως κινούμενου αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου καθώς και την τροχοπέδηση, μήκους 17,5 μέτρων, που αυτό ενήργησε, μέχρι το σημείο της ένδικης σύγκρουσης.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, για το λόγο ότι η οδηγούμενη απ' αυτόν δίκυκλη μοτοσικλέτα εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου και συγκρούστηκε με αυτό.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου του πρώτου εναγομένου υπερέβαινε τα 65 χιλιόμετρα ανά ώρα, αποδεικνύεται από τα ίχνη τροχοπέδησης του ως άνω αυτοκινήτου, μήκους 17,5 μέτρων, που απεικονίζονται στο προαναφερθέν σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ως άνω τροχοπέδηση διεκόπη, λόγω της σφοδρότητας της ένδικης σύγκρουσης, όπως αναφέρεται και στο από 30-09-2009 δελτίο ιχνών τροχοπέδησης τροχαίου ατυχήματος του τμήματος τροχαίας Κηφισιάς.
Επίσης το γεγονός ότι ο ενάγων οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, με κανονική ταχύτητα, ήτοι με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων ανά ώρα, προκύπτει από αμφότερες τις προαναφερθείσες καταθέσεις του μάρτυρα Π. Α.. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικό αβάσιμος, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων οδηγούσε την μοτοσικλέτα του, με ταχύτητα μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα.
Με τα δεδομένα αυτά, κυρίως υπαίτιος του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος και συνακόλουθα του ένδικου τραυματισμού του ενάγοντος, είναι ο πρώτος εναγόμενος, κατά ποσοστό 70%, διότι αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε το αυτοκίνητό του χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία αυτού και με ταχύτητα πολύ μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη, αλλά και την επιβαλλόμενη ενόψει των συνθηκών της οδού (στένωση του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του) και δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως την στένωση του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, ώστε να μειώσει, όπως υποχρεούτο, την ταχύτητα αυτού ή να διακόψει την πορεία του, εάν ήταν αναγκαίο, με αποτέλεσμα, παρά την τροχοπέδηση που ενήργησε, το αυτοκίνητό του να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρουσθεί, με την κινούμενη στο ρεύμα αυτό, δίκυκλη μοτοσικλέτα του ενάγοντος και ο ενάγων να τραυματισθεί, ήτοι ο πρώτος εναγόμενος παρέβη τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 20 παρ. 1, 18 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ.
και άρθρο 330 εδ. β' του ΑΚ υποχρεώσεώς του, η παραβίαση των οποίων συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα. Συνυπαίτιος, όμως, στην πρόκληση του ένδικου τραυματισμού του, είναι και ο ενάγων, κατά ποσοστό 30%, καθόσον αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, μολονότι αντιλήφθηκε την είσοδο του υπ' αριθμ. ...
αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του, δεν ενήργησε τροχοπέδηση της οδηγούμενης απ' αυτόν δίκυκλης μοτοσικλέτας ή ελιγμό αυτής προς το ελεύθερο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, προς αποφυγή της σύγκρουσης, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 300 του Α.Κ.
ένσταση των εναγομένων -εφεσιβλήτων, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, την οποία πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στο Δικαστήριο αυτό, με τις προτάσεις τους (άρθρ. 527 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος, για την πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης, είναι ο ενάγων και απέρριψε για το λόγο αυτό, την από 11-11-2011 και με αριθμό κατάθεσης 7668/2011 υπό κρίση αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται ο ενάγων, με την υπό κρίση έφεσή του.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η από 15-10-2013 και με αριθμό κατάθεσης 5885/2013 υπό κρίση έφεση του ενάγοντος να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, στο σύνολό της και να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να εκδικαστεί απ' αυτό κατ' ουσία (άρθρο 535 § 1 του Κ.Πολ.Δ.) Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο του ένδικου ατυχήματος, ο ενάγων οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, φορούσε το προβλεπόμενο από το άρθρο 101 του ΚΟΚ, προστατευτικό κράνος.
Το ως άνω, όμως, προστατευτικό κράνος αποσπάσθηκε στη συνέχεια, από το κεφάλι του ενάγοντος, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης των ως άνω οχημάτων, της ανόδου του ενάγοντος στο καπό του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου, της πρόσκρουσής του στον ανεμοθώρακα αυτού και της, στη συνέχεια, πτώσης του στο οδόστρωμα και κατέληξε, τελικά, αυτό (κράνος) προ των σκαλιών της παρακείμενης υπόγειας διάβασης πεζών της Ν.Ε.Ο.Α.Λ., σε απόσταση 4 μέτρων περίπου, από τον πεσμένο στο οδόστρωμα ενάγοντα, όπως αυτό εμφαίνεται στο προαναφερθέν σχεδιάγραμμα του τόπου του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 300 του ΑΚ ένσταση των εναγομένων - εφεσίβλητων, την οποία πρόβαλαν στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επαναφέρουν στο Δικαστήριο αυτό με τις προτάσεις τους (άρθρο 527 § 1 του Κ.Πολ.Δ.) και με την οποία ισχυρίζονται ότι ο ενάγων συνετέλεσε στην έκταση και την βαρύτητα των κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, που υπέστη κατά το ένδικο ατύχημα, διότι δεν φορούσε κράνος...".
Με αυτές τις παραδοχές το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην παραπάνω κρίση αναφορικά με τη συνυπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα οδηγών (70% για τον εναγόμενο και 30% για τον ενάγοντα) δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 330, 914 του ΑΚ, 12 § 1, 16 §§ 1 & 4, 18 § 1, 19 §§ 1, 2 & 3 και 20 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999) και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των άνω διατάξεων και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του αυτοκινήτου (αναιρεσείοντος) και του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας (αναιρεσιβλήτου) και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και την συνυπαιτιότητα αυτών, διαλαμβάνοντας συγκεκριμένα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε έκαστος τούτων για την πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του ΚΟΚ (άρθρ. 12 § 1, 16 §§ 1 & 4, 19 §§ 1 & 2, 20 § 1, 18 § 1 του ΚΟΚ και άρθρα 300, 330 εδαφ.
β' και 914 του ΑΚ), τις οποίες ορθά εφάρμοσε και οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα. Πλέον συγκεκριμένα, έκρινε σαφώς, ώστε να μην επαφίεται ουδεμία αμφιβολία, ότι στο σημείο του ατυχήματος υπάρχει στένωση του οδοστρώματος δεξιά όπως κινείτο ο εναγόμενος - αναιρεσείων με αποτέλεσμα το όλο πλάτος αυτού να μειώνεται στα 5,30 μέτρα και το πλάτος κάθε ρεύματος κυκλοφορίας στα 2,65 μέτρα (5,30 : 2) και ο εναγόμενος - αναιρεσείων εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα όπου εκινείτο ο ενάγων - αναιρεσίβλητος κατά 0,48 μέτρα, όπου και το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, στο οποίο βρέθηκαν νερά προερχόμενα από το ψυγείο του ακινητοποιημένου στο σημείο αυτό αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι η μοτοσικλέτα εισήλθε στο ρεύμα πορείας αυτού, και ότι το παράνομο αυτό γεγονός επηρέασε κυρίως το ζημιογόνο αποτέλεσμα, προσδιόρισε δε και τη συντρέχουσα αμέλεια του οδηγού της μοτοσικλέτας, η οποία πράγματι επιδρά δευτερευόντως στην πρόκληση της ζημίας.
Επομένως ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης περί έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης και ο από το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ίδιος λόγος αναίρεσης περί εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης το Εφετείο με πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις ή κενά αιτιολογία, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, απέρριψε κατ' ουσίαν τον κατ' ένσταση εκ των άρθρων 300 ΑΚ και 101 ΚΟΚ ισχυρισμό περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος (σε ποσοστό 70%) λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, διευκρινίζοντας με βάση τις αποδείξεις, ότι αυτό αποσπάσθηκε στη συνέχεια, από το κεφάλι του ενάγοντος, λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης κ.λπ., όχι συνεπώς ελλείψει προσδέσεως αυτού επί της κεφαλής, όπως προβάλει ως σφάλμα ο αναιρεσείων.
Συνεπώς ο από το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης περί έλλειψης αιτιολογίας σχετικά με τα παραπάνω είναι αβάσιμος. Παρεπομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αφορούν την ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και την υπαγωγή των παραπάνω γεγονότων που δέχθηκε σ' αυτές και η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ περί παραβίασης των διαδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη.
Περαιτέρω, οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις, ασάφειες και αντιφάσεις, πέραν του ότι υπό τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προσβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Για τον αυτό ως άνω λόγο είναι απορριπτέος και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, αφού υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την στάθμιση και αξιολόγηση των καταθέσεων του μάρτυρα Α.. Μετά από όλα αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί ο τελευταίος λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-4-2017 και με αριθμό καταθέσεως 4386/384/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2709/2015 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2018
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ