Legislator Case Law & Legislation
1633/2017 AI generated

1633/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1633/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1633/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος, ανέγνωσε την από 22-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Keywords

AI generated
managing director breach of mandate action by staff criminal mismanagement gestor without mandate abuse of authority
AI generated
1408/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.
37/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
578/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1269/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/10/2010 αίτησή της.
137/2022
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
963/2024
Supreme Court dismisses appeal regarding termination of employment contract due to alleged bad faith.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1633 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1633/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταμάτιο Χατζηδανιήλ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τουριστικής ..." και με το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτη Παπαχρήστο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την .../1-7-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:34134/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1758/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-4-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος, ανέγνωσε την από 22-1-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ.

Ειδικότερα, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα αν και διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης. Αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 8/2017).

Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 914 Α.Κ. "Όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 εδ. α του ίδιου κώδικα "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 Α.Κ. και 15 Π.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι ορισμένη κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

είναι: α) παράνομη συμπεριφορά, β) υπαιτιότητα του δράστη, γ) πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης και δ) αιτιώδης μεταξύ τους συνάφεια. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης του παθόντος υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή ηθική βλάβη (Α.Π. 1723/2014).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 71 Α.Κ. "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Έτσι προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι: α) πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημίωσης με βάση άλλες διατάξεις, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 Α.Κ., β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο, ως όργανα δε, κατά το νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 A.K. (καταστατικά όργανα) αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί στο όργανο, δηλαδή πρέπει να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ’ υπέρβαση των καθηκόντων αυτών κατά κατάχρηση της εξουσίας του (Α.Π. 1885/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 30-6-2010 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 6-8-2008, ύστερα από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη αστική εταιρεία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (δυόμισι ετών) και με δικαίωμα μονομερούς παράτασής της εκ μέρους της εναγομένης για άλλα δυόμισι έτη, προκειμένου να εργασθεί ως γενική διευθύντρια της εναγομένης με τα ειδικότερα καθήκοντα που λεπτομερώς περιγράφονται σ’ αυτήν και με μηνιαίο μισθό 4.000 ευρώ, με δυνατότητα αναπροσαρμογής αυτού στο ποσό των 4.500 ευρώ κατ’ ανώτατο όριο και με σαφή πρόβλεψη στη σχετική σύμβαση ότι θα της καταβάλλονται τα δώρα εορτών, το επίδομα άδειας και η ετήσια άδεια.

Ότι προσέφερε ευσυνείδητα τις υπηρεσίες της στην εναγομένη μέχρι τις 8-4-2010, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της χωρίς σπουδαίο λόγο, αρχικά προφορικά και στη συνέχεια με το από 23-4-2010 έγγραφό της, μετά από απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της που είχε ληφθεί στις 19-4-2010. Ότι ειδικότερα στις 7-4-2010, κατά τη διάρκεια της τακτικής γενικής συνέλευσης των μελών της εναγομένης, όλως αιφνιδίως και αναιτιολόγητα, ο πρόεδρος αυτής Π.

Ψ. της ανακοίνωσε "ότι η γενική συνέλευση αποφάσισε να κάνει αποδεκτή παλαιότερη προφορική υποβολή παραίτησής σας και σας δίδεται η εντολή για υποχρεωτική άδεια από τη στιγμή αυτή διάρκειας πέντε ημερών", ενώ η ίδια ουδέποτε είχε υποβάλει προφορικώς ή εγγράφως την παραίτησή της. Ότι μετά την ανακοίνωση αυτή επακολούθησε έντονη φραστική επίθεση σε βάρος της από ορισμένα μελη της γενικής συνέλευσης, τα οποία είχαν παράλληλα και την ιδιότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης.

Ότι μετά την αποχώρηση του πρόεδρου του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης δόθηκε εντολή από τα μέλη αυτά να αλλαχθούν οι κλειδαριές του γραφείου της. Ότι την επόμενη και τη μεθεπόμενη ημέρα (8-4-2010 και 9-4-2010), όταν προσήλθε στο γραφείο της, διαπίστωσε ότι η πόρτα του ήταν κλειδωμένη και οι κλειδαριές είχαν αλλαχθεί.

Ότι με τον τρόπο αυτό εκδιώχθηκε από το χώρο της εργασίας της, έκτοτε δε ουσιαστικά καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της με τον ιδιαίτερα απαξιωτικό αυτό τρόπο και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου. Ότι κατόπιν αυτών απέστειλε εξώδικη δήλωση με το παρατιθέμενο περιεχόμενο προς την εναγομένη, η οποία, με το από 23-4-2010 έγγραφο που της απέστειλε, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, ο οποίος όμως δεν αναφερόταν στο έγγραφο της καταγγελίας.

Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της που έλαβε χώρα στις 7-4-2010, άλλως στις 23-4-2010, είναι άκυρη διότι έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο και κατά κατάχρηση δικαιώματος. Ζήτησε δε, μεταξύ άλλων, να της επιδικασθεί ποσό 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προαναφερόμενη παράνομη και προσβλητική συμπεριφορά των μελών της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή ήταν απορριπτέα ως αόριστη ως προς το αίτημά της για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης διότι σ’ αυτήν δεν παρατίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη νόμιμη θεμελίωσή της και ειδικότερα το στοιχείο της παρανομίας των αναφερόμενων πράξεων των οργάνων της εναγομένης, αφού δεν διευκρινίζεται σε τι συνίστατο η "έντονη φραστική επίθεση" σε βάρος της ενάγουσας, "οι απαξιωτικοί για την προσωπικότητά της και την επαγγελματική της υπόληψη χαρακτηρισμοί" και οι εκτοξευθείσες εις βάρος της "προσωπικές απειλές" ούτε το στοιχείο της υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης τα οποία κατά την αγωγή προέβησαν στις πράξεις αυτές.

Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή ήταν αόριστη κατά το προαναφερθέν αίτημά της, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνακόλουθα ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α, 8 περ. β και 14 Κ.Πολ.Δ. (πράγματι δε την πρώτη από αυτές), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά μεν το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ. "Η σύμβαση εργασίας παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε", κατά δε το άρθρο 672 εδ. α του ίδιου κώδικα "Καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε την σύμβαση για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία".

Κατά τη έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης σπουδαίο λόγο αποτελούν τα περιστατικά εκείνα ή ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ’ αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη να αξιωθεί από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων μερών η συνέχιση της σύμβασης μέχρι την συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της (Ολ.

Α.Π. 10/1995), ανεξάρτητα από υπαιτιότητα στο πρόσωπο εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία, τα περιστατικά δε αυτά μπορεί να είναι τυχαία ή ακόμη να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση σπουδαίου λόγου η πρόκληση ζημίας στον εργοδότη ή ο κίνδυνος ζημίας του στο μέλλον από αντισυμβατική συμπεριφορά του μισθωτού αν αυτός διατηρηθεί στη θέση του (Α.Π. 466/2010).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα συγκεκριμένα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου συνιστούν την αόριστη νομική έννοια του σπουδαίου λόγου είναι κρίση νομική που ελέγχεται αναιρετικώς (Α.Π. 262/2016). Τέλος από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης προς εκείνες των άρθρων 3, 174, 180, 349, 350, 655 656 Α.Κ.

προκύπτει ότι αν δεν υπάρχει σπουδαίος λόγος ή αν ο προβαλλόμενος ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου δεν είναι τόσο σπουδαίος και σοβαρός ώστε να μπορεί να δικαιολογήσει την πρόωρη λύση της σύμβασης, τότε η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, ο δε μισθωτός λόγω της ακυρότητας δικαιούται μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και μέχρι τη λήξη της σύμβασης (Α.Π. 262/2016, 466/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη είναι αστική μη κερδοσκοπική εταιρία, συστήθηκε στις 27-9-2005 και τα ιδρυτικά της μέλη είναι: 1) το Περιφερειακό Ταμείο Ανάπτυξης Κεντρικής …, 2) η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, 3) ο Δήμος…, 4) το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου "Ένωση …", 5) η ανώνυμη εταιρία "Διεθνής Έκθεση ….", 6) η ανώνυμη εταιρία "Ελληνικές Εκθέσεις …A.E.", 7) η ανώνυμη εταιρία "Οργανισμός Λιμένος ..", 8) το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο …, 9) το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο …, 10) το Επαγγελματικό Επιμελητήριο …, 11) η Τοπική ‘ Ενωση Δήμων και Κοινοτήτων Νομού ..

και 12) η Ομοσπονδία Τουρισμού …. Όπως προκύπτει από το καταστατικό της εν λόγω εταιρίας, πρόκειται για μια εταιρία με ιδιαίτερη σημασία στο χώρο των πολιτιστικών δρώμενων της Θεσσαλονίκης, οι σκοποί δε αυτής αναφέρονται στο άρθρο 5 του καταστατικού της και συνίστανται σε γενικές γραμμές στην προώθηση, προβολή και τουριστική ανάπτυξη του νομού Θεσσαλονίκης, στη διαμόρφωση της τουριστικής ταυτότητας του νομού και στην ανάδειξη των τουριστικών πλεονεκτημάτων του νομού Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του καταστατικού τα όργανα διοίκησης της εταιρίας της εναγομένης είναι η γενική συνέλευση, το διοικητικό συμβούλιο, η εκτελεστική επιτροπή και η επιτροπή οικονομικού και διαχειριστικού ελέγχου. Από την έναρξη της λειτουργίας της η υλοποίηση των σκοπών της επιδιωκόταν κυρίως μέσω της τεχνογνωσίας των εταίρων αυτής, καθώς επίσης και με εξωτερικούς συνεργάτες, μεταξύ των οποίων η Χ.-Ξ.

Π. και Δ. Κ. Στην πορεία όμως η εναγομένη έκρινε ότι θα έπρεπε να προσλάβει με συμβάσεις εργασίας πρόσωπα με εμπειρία στο γνωστικό αντικείμενο της δραστηριότητάς της, προκειμένου να επιτευχθούν οι καταστατικοί σκοποί της κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Έτσι, με την από 1-7-2007 δημοσιευθείσα στον τύπο "...", προκήρυξε την πλήρωση, με επιλογή, της θέσης του γενικού διευθυντή της εναγομένης και ανέθεσε την αξιολόγηση των αιτήσεων, δικαιολογητικών, προσόντων και συνεντεύξεων των ενδιαφερομένων σε τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη εκ μελών του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης.

Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας από την ανωτέρω επιτροπή αξιολόγησης και τη σχετική εισήγηση προς το διοικητικό συμβούλιο, η εναγομένη προέβη στην επιλογή της ενάγουσας για τη θέση της γενικής διευθύντριας σύμφωνα με το... ...-4-2008 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της και στη συνέχεια υπεγράφη μεταξύ αυτής (εναγομένης), νομίμως εκπροσωπούμενης από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της Π.

Ψ. και της ενάγουσας η από 14-5-2008 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας δυόμισι ετών (όρος 1δ της σύμβασης), με χρόνο έναρξης την 1-6-2008 (όρος 1ε της σύμβασης), ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1-6-2008 έως 1-12-2010 και με δικαίωμα παράτασης της σύμβασης αυτής εκ μέρους της εναγομένης για δυομισι έτη επιπλέον (όρος 1δ της σύμβασης), στα πλαίσια της οποίας προσλήφθηκε στη θέση της γενικής διευθύντριας της εναγομένης με μηνιαίο μισθό για το πρώτο έτος 4.000 ευρώ, ενώ για τα επόμενα έτη συμφωνήθηκε σταδιακή αναπροσαρμογή κατά την κρίση του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης μέχρι 4.500 ευρώ μικτά μηνιαίως κατ’ ανώτατο όριο (όρος 1γ της σύμβασης).

Συμφωνήθηκε επίσης ότι στην ενάγουσα θα καταβάλλονται επιπρόσθετα με τον προαναφερθέντα μισθό τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, το επίδομα αδείας και θα της παρέχεται και η νόμιμη άδεια ετησίως (όρος 8.2 της σύμβασης), τέλος δε συμφωνήθηκε ότι παρά το γεγονός ότι η σύμβαση αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν εφαρμόζονται στη σύμβαση της ενάγουσας, δεδομένης και της ιδιότητάς της ως γενικής διευθύντριας, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ούτε και αναλογικά, οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που αφορούν στα χρονικά όρια εργασίας, την υπερεργασία, τις υπερωρίες, την εκτός έδρας εργασία, τη νυχτερινή εργασία, την εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες κλπ, σύμφωνα και με όσα ειδικότερα αναφέρονται στο άρθρο 8 της παρούσας [εννοείται:

της σύμβασης]. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η σύμβαση εργασίας της άρχισε στις 6-8-2008 κρίνεται ουσία αβάσιμος διότι αποδείχθηκε ότι αυτή εργαζόταν ήδη από τον Ιούνιο του ίδιου έτους στην εναγομένη, υπό καθεστώς εργασιακής εξάρτησης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αμειβόταν και ανεξαρτήτως του χρόνου αναγγελίας της σχετικής συμβάσεώς της στις αρμόδιες υπηρεσίες.

Η ενάγουσα που επιλέχθηκε στην ανωτέρω θέση, ήταν πτυχιούχος του Α.Π.Θ. και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στον τομέα της διοίκησης επιχειρήσεων, εργάστηκε επί σειρά ετών σε καίριες θέσεις και με ευδόκιμη υπηρεσία στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ περαιτέρω εργάστηκε για την ανάπτυξη του δικτύου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος στο εξωτερικό, καθώς και ως σύμβουλος διοίκησης σε διάφορους ομίλους εταιριών.

Το αντικείμενο εργασίας της, σύμφωνα με το εγκεκριμένο από το διοικητικό συμβούλιο και τη γενική συνέλευση αναλυτικό και περιγραφικό των ευθυνών και δραστηριοτήτων οργανόγραμμα της εναγομένης, ενδεικτικά συνίστατο στο συντονισμό της καθημερινής λειτουργίας, στη διαχείριση και έλεγχο λειτουργίας της εταιρίας, στην ανάπτυξη κανονισμών και διαδικασιών λειτουργίας, στην παροχή οδηγιών προς τα τμήματα και τις διευθύνσεις της εταιρίας προς επίτευξη των εταιρικών σκοπών, στην παρακολούθηση του ετήσιου προϋπολογισμού και στον έλεγχο της ποιότητας των παρεχόμενων τόσο των από τρίτους προς την εταιρία όσο και από την εταιρία προς τρίτους υπηρεσιών και στην υποχρέωση για την ορθή και προσήκουσα εκτέλεση των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας.

Η ενάγουσα δηλαδή κατείχε στην εταιρία της εναγομένης διευθυντική θέση ευθύνης και θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα από την αρχή της προσλήψεώς της ήταν η μοναδική υπάλληλος που απασχολείτο στην εναγομένη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Αμέσως μετά την πρόσληψή της όμως η εναγομένη εταιρία αποφάσισε την πλήρωση, με επιλογή επίσης, δύο θέσεων και συγκεκριμένα αυτή του υπευθύνου μάρκετιγκ της εταιρίας και αυτή του υπευθύνου προώθησης τουριστικού προορισμού, τα αντικείμενα των οποίων μέχρι τότε ανατίθεντο σε εξωτερικούς συνεργάτες.

Έτσι οι δύο ως άνω θέσεις πληρώθηκαν με τις προσλήψεις από την εναγομένη, το Μάρτιο του 2009, των Δ. Κ. και Χ.-Ξ. Π., οι οποίες είχαν ειδίκευση και αξιόλογη εμπειρία στα ως άνω γνωστικά αντικείμενα αντιστοίχως και συνεργάζονταν πριν, όπως προαναφέρθηκε, ως εξωτερικές συνεργάτιδες, με την εναγομένη (από το καλοκαίρι του 2008 η πρώτη από αυτές και από αρχές του 2007 η δεύτερη), ύστερα μάλιστα από θετική εισήγηση και της ίδιας της ενάγουσας.

Η συνεργασία των παραπάνω, στα πλαίσια της εργασίας τους ως εξωτερικών συνεργατών της εναγομένης εταιρίας, με την ενάγουσα ήταν εξαιρετική. Γι’ αυτό άλλωστε η ενάγουσα εισηγήθηκε θετικά υπέρ της πρόσληψής τους από την εναγομένη. Αφ’ ης στιγμής όμως η ενάγουσα και οι ανωτέρω δύο υπάλληλοι άρχισαν να συνυπάρχουν στην υπηρεσία της εναγομένης υπό καθεστώς ιεραρχίας, άρχισαν να δημιουργούνται προβλήματα στη συνεργασία τους.

Ειδικότερα οι ανωτέρω υπάλληλοι, με εμπειρία και ικανότητες στον τομέα του αντικειμένου της η καθεμία, εξαιτίας και της προηγούμενης συνεργασίας τους με την εναγομένη, στα πλαίσια της οποίας ενεργούσαν υπό τη μορφή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν στο βαθμό που απαιτείτο στις ιεραρχικές δομές συγκρότησης της εναγομένης στα πλαίσια της επίτευξης των καταστατικών της σκοπών.

Αυτές ήταν υποχρεωμένες να ενημερώνουν την ενάγουσα ως γενική διευθύντρια για κάθε τους ενέργεια, η οποία είχε, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ άλλων το συντονισμό της καθημερινής λειτουργίας της εταιρίας και ήταν επιφορτισμένη με την παροχή οδηγιών προς τα τμήματα και τις διευθύνσεις της εταιρίας προς επίτευξη των εταιρικών σκοπών.

Αυτές όμως, θεωρώντας ότι μπορούσαν να λειτουργούν υπό το προηγούμενο της πρόσληψής τους καθεστώς, ήτοι υπό καθεστώς ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως όταν είχαν εξωτερική συνεργασία με την εναγομένη, αναλάμβαναν πρωτοβουλίες χωρίς να ενημερώνουν την ενάγουσα. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση της ενάγουσας, η οποία δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει την κατάσταση με ψυχραιμία και επιχείρησε με αυστηρό συγκεντρωτισμό να παρέμβει στο έργο τους, για το οποίο η ίδια δεν διέθετε γνώση και εμπειρία και, αντί να συντονίσει και κατευθύνει τις υπαλλήλους αυτές, κατά τρόπο ώστε να διευκολύνει αυτές στο έργο τους και να τις κινητροδοτήσει, ώστε να επιτευχθεί το μέγιστο παραγωγικό αποτέλεσμα για την εναγομένη, επιδεικνύοντας απέναντι τους υπέρ το δέον εξουσιαστική διάθεση, επέλεξε μέθοδο διοίκησης που τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι γίνεται προσπάθεια απαξίωσης της εργασίας τους, με αποτέλεσμα να υπάρξει μεταξύ τους πλήρης αποξένωση και να αναπτυχθούν εχθρικές σχέσεις μεταξύ τους.

Από το μήνα Μάιο του 2009 η ενάγουσα με τις ανωτέρω υπαλλήλους απέφευγε την προσωπική επικοινωνία και επικοινωνούσε με αυτές με ηλεκτρονικά μηνύματα και με έγγραφες πράξεις παρά το ότι τα γραφεία τους βρίσκονταν στον ίδιο χώρο και σε απόσταση ολίγων μέτρων μεταξύ τους. Από τα προσκομιζόμενα από την εναγομένη ανωτέρω έγγραφα προκύπτει ότι η ενάγουσα αναφέρεται σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό της και χρησιμοποιεί εκφράσεις μειωτικές για τις γνώσεις, την ποιότητα και τον τρόπο εργασίας των παραπάνω υπαλλήλων, ενώ τους απαγόρευσε ρητώς να λαμβάνουν οποιαδήποτε πρωτοβουλία, ακόμη και επικοινωνία με τους συναλλασσόμενους και συνεργαζόμενους φορείς, χωρίς προηγούμενα να λάβουν οδηγίες και έγκριση από την ίδια για το περιεχόμενο της επικοινωνίας τους.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι η ενάγουσα επιχείρησε να ματαιώσει την εργασιακή προσπάθεια της υφισταμένης της Δ. Κ. και μάλιστα με δημοσιότητα, με επιστολή που απέστειλε προς τη Γενική Γραμματέα του Περιφερειακού Ταμείου Ανάπτυξης Μ. Λ., χρησιμοποιώντας μειωτικές εκφράσεις για την ανωτέρω, όταν πληροφορήθηκε ότι αυτή είχε ενημερώσει, εκτός από την ίδια, όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης για τις ενέργειές της και ζητούσε από αυτά σχόλια-παρατηρήσεις.

Επίσης, κινούμενη από εχθρική διάθεση κατά της Δ. Κ., προκάλεσε τον έλεγχο της τελευταίας από τον ορκωτό λογιστή Α. Κ., ο οποίος το Φεβρουάριο του 2010 διενεργούσε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο για τη χρήση του έτους 2009, που του είχε αναθέσει το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης. Συγκεκριμένα αυτός συνέταξε και συμπεριέλαβε υπόμνημα στην έκθεση ελέγχου για την οικονομική διαχείριση της χρήσεως του 2009, στο οποίο αναφέρεται ότι η υπάλληλος της εναγομένης Δ.

Κ., η οποία κλήθηκε από την ενάγουσα και παρουσία αυτής ερωτήθηκε από τον ορκωτό λογιστή: 1) αν είχε ολοκληρώσει και παραδώσει στην υπηρεσία μία εργασία που της είχε αναθέσει η ενάγουσα κι αυτή απάντησε ότι δεν σκοπεύει να παραδώσει καμία εργασία και 2) αν τις τέσσερις φορές που είχε βγει εκτός γραφείου την ημέρα εκείνη βγήκε για δουλειά της εναγομένης, αυτή απάντησε θετικά, πλην όμως η ενάγουσα τη διέψευσε, δηλώνοντας ότι εκείνη την ημέρα δεν της ανέθεσε καμία εξωτερική εργασία.

Οι σχέσεις της ενάγουσας με τις παραπάνω υπαλλήλους οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο όταν οι τελευταίες περί το μήνα Αύγουστο του 2009 απέστειλαν επιστολή στον πρόεδρο του οργανισμού, με την οποία διαμαρτύρονταν για τη συμπεριφορά της ενάγουσας απέναντί τους. Καθώς όλα τα παραπάνω γίνονταν σε καθημερινή βάση, κατέστη και για την ενάγουσα και για τις δύο υπαλλήλους εξαιρετικά αφόρητη η παροχή της εργασίας τους στις συνθήκες αυτές, με αποτέλεσμα η Χ.-Ξ.

Π. να αποχωρήσει από την εναγομένη στις 26-1-2010, ενώ επέφεραν αντικειμενικώς κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, την απώλεια της εμπιστοσύνης της εναγομένης στο πρόσωπο της ενάγουσας, που συνεπάγεται την ακαταλληλότητά της για τη διευθυντική θέση ευθύνης και ιδιαίτερης εμπιστοσύνης που της εμπιστεύθηκε και της ανέθεσε.

Την 7 Απριλίου 2010, κατά τη γενική συνέλευση των μελών της εναγομένης, κατά την οποία συζητήθηκε μεταξύ άλλων θεμάτων και η πορεία της εναγομένης, τα μέλη της γενικής συνέλευσης, αφού διαπίστωσαν σημαντικές δυσκολίες που οφείλονται στις σχέσεις των εργαζομένων αλλά και σε γενικότερα θέματα σχεδιασμού, οργάνωσης και λειτουργίας, κατόπιν εισήγησης του μέλους Ν.

Μ., αποφάσισαν να δοθεί εξαήμερη άδεια στο προσωπικό της εναγομένης και να διενεργηθούν προσπάθειες εξομάλυνσης της κατάστασης από τα μέλη, και ο πρόεδρος του εκλεγέντος την ημέρα εκείνη τριμελούς προεδρείου της γενικής συνέλευσης Π. Ψ. και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, υλοποιώντας την απόφαση αυτή, αφού ζήτησε από την ενάγουσα, η οποία παρευρισκόταν στη γενική συνέλευση, να επαναβεβαιώσει παλαιότερη προφορική δήλωση παραίτησής της και η τελευταία δήλωσε ότι αυτή πλέον δεν είναι ενεργός, έδωσε στην ενάγουσα και στην υπάλληλο Δ.

Κ. άδεια έξι ημερών στην καθεμία, για να γίνει προσπάθεια εξομάλυνσης και να ληφθούν αποφάσεις σε ηρεμία. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η γενική συνέλευση της 7-4-2010 αποφάσισε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εναγομένης και την παροχή εντολής στον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης Π.

Ψ. για την πραγματοποίηση της απόφασης αυτής. Στις 14-4-2009 [προδήλως εννοείται: 14-4-2010], την επομένη της λήξης της εξαήμερης άδειας, η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη δήλωση, με την οποία διαμαρτύρεται για την εκδίωξή της από το χώρο του γραφείου της και για ουσιαστική καταγγελία της σύμβασής της από μέρους της εναγομένης, δηλώνει ότι αυτή είναι άκυρη καθόσον έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο και καλεί την εναγομένη:

α) να της καταβάλει άμεσα τις οφειλόμενες αποδοχές της μέχρι τη λήξη της σύμβασης εργασίας της την 8-2-2011, συνολικού ποσού 60.000 ευρώ, και β) να της δηλωθεί εγγράφως συγγνώμη για την προσβολή της προσωπικότητάς της λόγω των συνθηκών λύσης της σύμβασης εργασίας της με τη χορήγηση συστατικής επιστολής θετικής αξιολόγησης του έργου της στην εναγομένη.

Κατόπιν των ανωτέρω το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης συνεδρίασε στις 19-4-2010 και αποφάσισε ομόφωνα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο, διότι, όπως αναφέρεται στο σχετικό... υπ’ αριθμ. … πρακτικό, "διαπιστώνεται αντικειμενικώς αδυναμία λειτουργίας των υπηρεσιών της εναγομένης, καθώς όπως προκύπτει από το ύφος των αναφορών των στελεχών (της ενάγουσας και των δύο ως άνω υπαλλήλων) μεταξύ τους δεν έχει απλώς διακοπεί οποιοσδήποτε ψυχικός δεσμός, αλλά επιπρόσθετα έχουν αναπτυχθεί σχέσεις απόλυτης καχυποψίας, αμφισβήτησης (ενδεχομένως υπονόμευσης), ακόμη και εχθρότητας.

Το κλίμα που έχει δημιουργηθεί καθιστά αντικειμενικά αδύνατη την ομαλή λειτουργία της εταιρίας, η μέριμνα και η ευθύνη για την ομαλή λειτουργία και το συντονισμό της σε καθημερινή βάση ανήκει στις συμβατικές υποχρεώσεις της Γενικής Διευθύντριας (ενάγουσας). Κατόπιν αυτών τα μέλη του ΔΣ διαπιστώνουν ότι επήλθε κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ της διοίκησης της εταιρίας και του στελέχους (εννοείται της ενάγουσας) λόγω συνδρομής περιστατικών, ορισμένα εκ των οποίων παραβιάζουν τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ώστε η συνέχιση της εργασιακής σχέσεως αποβαίνει μη ανεκτή για την εταιρία και καθιστά αδύνατη την ομαλή λειτουργία" και εξουσιοδότησε τον Α.

Θ., πρόεδρο του μέλους της "...", να ανακοινώσει την καταγγελία στην ενάγουσα "και να υπογράψει κάθε απαιτούμενο έγγραφο και να προβεί σε όλες τις νόμιμες διατυπώσεις". Σε υλοποίηση της απόφασης αυτής, το διοικητικό συμβούλιο, δια του εξουσιοδοτηθέντος οργάνου του Α. Θ., επέδωσε στις 23-4-2010 στην εναγομένη [εννοείται:

ενάγουσα] εξώδικη δήλωση, με την οποία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της τελευταίας και στη συνέχεια την 11-8-2010 κατέθεσε στο μισθοδοτικό τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας στην Τράπεζα Πειραιώς το ποσό των 6.390,81 ευρώ, το οποίο επιμέρισε ως ακολούθως: 2.364,18 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μέχρι 23-4-2010, 1.334,38 ευρώ για αναλογία δώρου Πάσχα του 2010, 1.008,74 ευρώ για επίδομα αδείας του 2010 και 2.011,65 ευρώ για αποδοχές αδείας του 2010.

Η καταγγελία αυτή, που έγινε για τον ως άνω σπουδαίο λόγο, είναι έγκυρη και όχι άκυρη και καταχρηστική, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα. Συγκεκριμένα η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της εναγομένης [εννοείται: ενάγουσας] διότι οι μεταξύ της ενάγουσας και των άλλων δύο υπαλλήλων της εναγομένης διαταραγμένες υπηρεσιακές σχέσεις καθιστούσαν αδύνατη την ομαλή λειτουργία της εταιρίας, η ευθύνη και ο συντονισμός της οποίας ήταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της ενάγουσας και περαιτέρω είχαν δυσμενή επίδραση στην επίτευξη των καταστατικών σκοπών της εναγομένης.

Η εναγομένη, πριν οδηγηθεί στην καταγγελία της σύμβασης της ενάγουσας, στη γενική συνέλευση των μελών της που συγκλήθηκε στις 7-4-2009 [εννοείται: 2010] και τέθηκε και το θέμα των διαταραγμένων υπηρεσιακών σχέσεων των υπαλλήλων της αυτών, τα μέλη προσπάθησαν να επιλύσουν το θέμα, πλην όμως, όταν απέτυχαν, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της γενικής συνέλευσης έδωσε άδεια έξι ημερών σε καθεμία από τις υπαλλήλους της ώστε να γίνει προσπάθεια εξομάλυνσης της κατάστασης και να ληφθούν αποφάσεις εν ηρεμία.

Η ενάγουσα στην παραπάνω πρόταση της γενικής συνέλευσης των μελών της εναγομένης απάντησε με την ως άνω εξώδικη δήλωσή της και η εναγομένη στη συνέχεια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά... αποτελούν ουσιώδη παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης και επιβάρυναν την εργασιακή σχέση αυτής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην καθίσταται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας καταχρηστική, αφού ενόψει της αναφερόμενης αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας, διαμορφώθηκε τόσο αρνητικό κλίμα στις σχέσεις της με την εναγομένη και τις υφιστάμενές της, ώστε δεν μπορούσε να αξιωθεί κατά την καλή πίστη από την εναγομένη η διατήρησή της στην υπηρεσία της λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο πρόσωπό της, αλλά ήταν αναγκαία η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, αφού τα παραπάνω περιστατικά συνιστούν κατ’ αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο και δεν ήταν αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων μέτρων και ειδικότερα η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής, διότι το ληφθέν από την εναγομένη μέτρο δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα συμπεριφορά της ενάγουσας κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.

Εξ άλλου το γεγονός ότι η ενάγουσα ήταν ικανότατη υπάλληλος δεν μπορεί να μετριάσει τη σοβαρότητα των πράξεών της και να αναιρέσει τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπό της. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι από τις παραπάνω ενέργειες της ενάγουσας δεν επήλθε καμία ουσιαστική οικονομική ζημία στην εναγομένη, δεδομένου ότι ο κλονισμός της εμπιστοσύνης επέρχεται ανεξάρτητα από το αν προκλήθηκε ζημία σ’ αυτήν, ενώ οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούν τον κίνδυνο επαναλήψεως τέτοιων πράξεων.

Η ασκηθείσα δε μετά ταύτα από 23-4-2010 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι ισχυρή, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και επομένως δεν είναι καταχρηστική, και επέφερε τα αποτελέσματά της, τη λύση δηλαδή της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.

Επομένως η εναγομένη δεν περιήλθε σε υπερημερία και ως εκ τούτου το αγωγικό αίτημα αναφορικά με τις οφειλόμενες σ’ αυτή αποδοχές υπερημερίας πρέπει να απορριφθεί...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, και άλλες που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η αγωγή κατά το μέρος της με το οποίο εζητείτο η επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κατά το μέρος της αυτό.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα κρίσιμα ζητήματα της συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και της μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης για καταγγελία της σύμβασης αυτής.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003), όπως συμβαίνει και όταν τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Εξ άλλου επί αγωγής με την οποία επιδιώκεται η καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω πρόωρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, δεν αποτελεί στοιχείο αυτής η μη συνδρομή σπουδαίου λόγου, διότι τούτο συνιστά καταλυτική ένσταση, την οποία πρέπει να προτείνει και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο εναγόμενος εργοδότης (Α.Π. 492/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις κατωτέρω επί μέρους αντισυμβατικές και παράνομες ενέργειες της εναγομένης, τις οποίες αυτή επικαλέσθηκε με την αγωγή της για τη θεμελίωση των ισχυρισμών της αφενός μεν περί έλλειψης σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, αφετέρου δε περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού από την εναγομένη, όπως αυτές κατά λέξη παρατίθενται στο αναιρετήριο, ήτοι ότι: "1) Στις 07.04.2010, όλως αιφνιδίως και αναιτιολογήτως και κατά τη διάρκεια πραγματοποίησης της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μελών της αντιδίκου, μου ανακοινώθηκε αιφνιδιαστικώς από τον Πρόεδρο της τότε Νομάρχη Θεσσαλονίκης Π.

Ψ. "...ότι η Γενική Συνέλευση αποφάσισε να κάνει αποδεκτή παλαιότερη προφορική υποβολή παραίτησης σας και σας δίδεται η εντολή για υποχρεωτική άδεια από τη στιγμή αυτή διάρκειας πέντε ημερών...", ενώ εγώ ουδέποτε είχα υποβάλλει προφορικά τέτοιου είδους αίτημα, 2) μετά την ανακοίνωση αυτή και την εύλογη αντίδρασή μου επακολούθησε έντονη σε βάρος μου φραστική επίθεση από μέρους ορισμένων μελών της Γενικής Συνέλευσης της αντιδίκου, που είχαν παράλληλα και την ιδιότητα των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της, τα οποία έδωσαν εντολή για την άμεση αλλαγή των κλειδαριών του γραφείου μου από τεχνικό συνεργείο, που είχε κληθεί εκεί, ως να ήμουν εγκληματίας και δολιοφθορέας, 3) τα ανωτέρω μέλη της Γενικής Συνέλευσης της αντιδίκου χρησιμοποίησαν εναντίον μου απαξιωτικούς για την προσωπικότητα μου και την επαγγελματική μου υπόληψη χαρακτηρισμούς, 4) με τον τρόπο αυτό εκδιώχθηκα από το χώρο της εργασίας μου και κατά την ημερομηνία αυτή (07.04.2010) ουσιαστικά καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας μου με τον ιδιαίτερα απαξιωτικό αυτό τρόπο και χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, 5) την επόμενη 08.04.2010 και τη μεθεπόμενη 09.04.2010 ημέρα της Γενικής Συνέλευσης, όταν προσήλθα στο γραφείο μου με την ελπίδα ανασκευής όλων όσων είχαν συμβεί, βρήκα ότι η πόρτα του γραφείου μου ήταν κλειδωμένη και ότι οι κλειδαριές της πόρτας αυτού είχαν πράγματι αλλαχθεί κατόπιν εντολής των ανωτέρω μελών της Γενικής Συνέλευσης της αντιδίκου και 6) όταν μετέβηκα στο χώρο εργασίας μου την επόμενη 08.04.2010 και τη μεθεπόμενη 09.04.2010 ημέρα της Γενικής Συνέλευσης το γραφείο μου ήταν κλειδωμένο και οι φύλακες της εισόδου είχαν λάβει σαφείς εντολές να εμποδίσουν την είσοδο μου σε αυτό, με αποτέλεσμα να μου απαγορευθεί η είσοδος μου σε αυτό".

Ο λόγος αυτός κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη περιστατικά προβλήθηκαν για τη θεμελίωση του ισχυρισμού της περί μη συνδρομής σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της παραδεκτά προταθείσης ένστασης της εναγομένης ότι συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία και συνακόλουθα δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.

β Κ.Πολ.Δ. Κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι τα ίδια φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη περιστατικά προβλήθηκαν για τη θεμελίωση του αγωγικού ισχυρισμού της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγομένης για καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, είναι αβάσιμος διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί αυτοί ελήφθησαν υπόψη από το εφετείο και απορρίφθηκαν εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την ...2011 ένορκη βεβαίωση της Α. Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και τις από 14-4-2010 και 3-5-2010 εξώδικες δηλώσεις της προς την εναγομένη, τις οποίες αυτή επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όσο μεν αφορά τη φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη ένορκη βεβαίωση διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ειδική μνεία ότι αυτή ελήφθη υπόψη, όσο δε αφορά τα δύο έγγραφα (εξώδικες δηλώσεις) διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του και "από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν, κάποια από αυτά παραδεκτά κατ’ άρθρο 529 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο, οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν δεν πληρούν όλα τους όρους του νόμου" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση (αν και γίνεται ειδική αναφορά της πρώτης από τις εξώδικες αυτές δηλώσεις, έστω και με εσφαλμένη αναγραφή της ημερομηνίας της ως 14-4-2009 αντί του ορθού 14-4-2010 που προκύπτει από τα συμφραζόμενα).

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-4-2015 αίτηση για αναίρεση της 1758/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ