Legislator Case Law & Legislation
1633/2013 AI generated

Supreme Court allows partial appeal regarding bank debt claims against property seizures by guarantor.

Case Number 1633/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final judgment dismissing a lawsuit for property seizure. The appellant, a guarantor who paid the bank, argued that the bank's pre-existing debt claim should have been recognized as a valid ground for challenging the seizure. The court held that the guarantor acquired the bank's right to demand seizure of the debtor's property, making the appeal admissible and meritorious regarding that specific claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942 of the Civil Code; The guarantor who satisfies the creditor acquires the creditor's right to demand seizure of the debtor's property as a collateral measure for the debt.

Keywords

AI generated
guarantor rights property seizure bank debt claim civil appeal collateral measure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 939, 941 §2, 942 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 179 §2 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1633 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1633/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Κοκκονό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην ... και τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 3)Σ. Σ. Ι. Σ., το γένος Δ. Κ., κατοίκου ..., 4. Σ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., 5. Μ. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 6. Ε. συζ. Φ. Κ. το γένος Σ. Σ., κατοίκου .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Δελαπόρτα, οι 2ος, 3η 5ος και 6η παραστάθηκαν με τον ίδιο πιο πανω πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ ο τέταρτος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 127/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 327/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-2-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας, ανέγνωσε την από 28-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 327/2011 τελεσίδικη απόφαση του Eφετείου Πατρών, με την οποία απερρίφθη κατ' ουσίαν η από 8-12-2008 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 127/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας με την οποία είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη η από 9-1-2007 αγωγή του για διάρρηξη των αναφερομένων απαλλοτριώσεων.

Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ), ερήμην του τετάρτου εφεσιβλήτου, ο οποίος όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. .../14-6-2012 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Αμαλιάδας …κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο. 2.- Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941 παρ.2 και 942 ΑΚ, προκύπτει ότι οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν, κατά τους όρους των άρθρων 939 επ., τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους.

Η πρόθεση βλάβης του δανειστή θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απομένει να μην επαρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή. Η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν αυτός υπέρ του οποίου έγινε (τρίτος) γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, σε περίπτωση, όμως, απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται τέτοια γνώση.

Περαιτέρω, η γονική παροχή, που θεσμοθετείται με το άρθρο 1509 ΑΚ, συνιστά επίδοση από ελευθεριότητα και, συνεπώς, η περί αυτής δικαιοπραξία είναι χαριστική. Δε συνάγεται δε το αντίθετο από το χαρακτηρισμό της, στο α' εδάφιο της τελευταίας διάταξης, ως δωρεάς, ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, αφού αυτό αποσκοπεί στο να αποκλείσει τη δυνατότητα ανάκλησης αυτής, ως προς το μέρος που αυτή δεν αποτελεί δωρεά και όχι να τη χαρακτηρίσει, εξ αντιδιαστολής, ως επαχθή δικαιοπραξία.

Επιπροσθέτως, από τις διατάξεις των άρθ. 939 και επ. ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθ. 669 ΕμπΝ, 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 64-67 του ν.δ. της 17.7/ 13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" προκύπτει ότι εκείνος που ασκεί την από τα άρθ. 939 επ. ΑΚ αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη του, που έγινε προς βλάβη του, πρέπει να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά την ημέρα της απαλλοτρίωσης, ώστε να φέρει την ιδιότητα αυτή κατά την επιχείρησή της.

Σε περίπτωση που η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία αφορά πώληση ακινήτου, κρίσιμος χρόνος για να κριθεί αν συντρέχει η πιο πάνω απαραίτητη προϋπόθεση της ιδιότητας του δανειστή, είναι εκείνος της κατάρτισης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και όχι ο χρόνος της μεταγραφής του σχετικού συμβολαίου (ΑΠ 1818/2011).

Κατά τη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθένας από τους συμβαλλομένους, θεωρείται δανειστής του άλλου, ως προς το τυχόν κατάλοιπο του λογαριασμού, από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο, όμως, είναι απαιτητό μόνο κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, όπως προκύπτει από το άρθ. 112 § 2 του ΕισΝΑΚ, δηλαδή, το κλείσιμο του λογαριασμού δε συνιστά γενεσιουργό όρο της απαίτησης για το κατάλοιπο, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για το απαιτητό (ληξιπρόθεσμο), του καταλοίπου.

Ο συμβαλλόμενος με σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού προστατεύεται με την αγωγή για την απαίτησή του για το τυχόν κατάλοιπο, αρκεί μόνο, μέχρι του χρόνου της απαλλοτρίωσης να έχει συναφθεί η δικαιοπαραγωγική της απαίτησης σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού και να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη η απαίτηση με την επέλευση του κλεισίματος του λογαριασμού μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρώτου βαθμού.

Με τη σύμβαση δε του ανοικτού λογαριασμού, η οποία αποτελεί ειδικότερη μορφή του αλληλόχρεου λογαριασμού, η Τράπεζα ανοίγει πίστωση υπέρ πελάτη της, την οποία αυτός αναλαμβάνει σταδιακά, καταβάλλοντας ακολούθως τμηματικώς, ανάλογα με τους ειδικότερους όρους της σύμβασης, ορισμένες δόσεις, έναντι κεφαλαίου και τόκων, οι αμοιβαίες δε καταβολές (πιστοδοτικές και εξοφλητικές) αποβάλλουν την αυτοτέλειά τους και καθίστανται κονδύλια του λογαριασμού, ώστε απαιτητό είναι μόνο το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού τυχόν κατάλοιπο.

Και πριν όμως το κλείσιμο αυτό, από την αντιπαραβολή των πιστοχρεώσεων, προκύπτει η ενεργητική ή παθητική θέση εκατέρου, η οποία και συνιστά ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας του. Επομένως, τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, έχουν ήδη συντελεσθεί, ώστε η απαίτηση να είναι γεγεννημένη, έστω και αν δεν είναι, πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη.

Επομένως, η Τράπεζα είναι και πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού δανείστρια και κατά συνέπεια έχει το δικαίωμα να προσβάλει ως καταδολιευτική, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του νόμου, κάθε απαλλοτρίωση του πελάτη της, έστω και αν έλαβε χώρα πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, αρκεί αυτό να γίνει έως τη συζήτηση της αγωγής.

Διαφορετική εκδοχή θα κατέληγε στο άτοπο να είναι ελεύθερος ο πιστούχος, γνωρίζοντας σε δεδομένη στιγμή την παθητική σε βάρος του κατάσταση, που προκύπτει από την αντιπαραβολή των υπολοίπων πίστωσης και χρέωσης, να προβαίνει χωρίς κύρωση και χωρίς τον κίνδυνο διάρρηξης, σε απαλλοτρίωση περιουσιακού του στοιχείου πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού προς βλάβη του δανειστή του (ΑΠ 1475/2010).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. και κυρίως αυτή του άρθ. 858 ΑΚ με σαφήνεια προκύπτει ότι ο εγγυητής δεν είναι μόνο με την ιδιότητά του αυτή δανειστής του πρωτοφειλέτη, εφόσον όμως ικανοποίησε το δανειστή και έχει δικαίωμα αναγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

Η υποκατάσταση έχει την έννοια της αυτοδίκαιης από το νόμο εκχώρησης στον εγγυητή της απαίτησης του δανειστή κατά του πρωτοφειλέτη και για να υπάρξει τέτοια υποκατάσταση, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Ο εγγυητής να έχει ικανοποιήσει το δανειστή, καθόσον είναι φανερό ότι πριν την ικανοποίηση του δανειστή δεν υπάρχουν τα αναγκαία κατά το νόμο περιστατικά για τη γέννηση του δικαιώματος υποκατάστασης και έτσι αυτό δεν είναι γεννημένο και β) ο εγγυητής πρέπει να έχει δικαίωμα αναγωγής κατά του πρωτοφειλέτη.

Το δικαίωμα αναγωγής πηγάζει από τη μεταξύ τους έννομη σχέση, η οποία μπορεί να είναι εντολή, διοίκηση αλλοτρίων, εταιρεία, παραγγελία, μίσθωση έργου κ.α. Με βάση αυτή τη σχέση και τις διατάξεις που τη ρυθμίζουν ο εγγυητής θα στραφεί κατά του πρωτοφειλέτη. Όπως προαναφέρθηκε η κατά το άρθρο 858 ΑΚ υποκατάσταση του εγγυητή στα δικαιώματα του δανειστή, έχει την έννοια της εκ του νόμου εκχώρησης της απαίτησης, κυριότερη έννομη συνέπεια της οποίας είναι και η κατά το άρθρο 458 ΑΚ συμμεταβίβαση και όλων των παρεπομένων της απαίτησης δικαιωμάτων και προνομίων, αυτοδικαίως και παρακολουθηματικώς.

Παρεπόμενα δικαιώματα, εκτός από το ενέχυρο, την υποθήκη και την εγγύηση, τα οποία ασφαλίζουν την απαίτηση και μεταβιβάζονται με αυτή, είναι τα δικαιώματα εκείνα που τελούν σε σχέση εξάρτησης προς την απαίτηση και εξυπηρετούν το σκοπό της είτε ισχυροποιώντάς την είτε επεκτείνοντας το περιεχόμενο της είτε διευκολύνοντας την πραγματοποίησή της.

Τέτοιο δικαίωμα είναι και εκείνο της προσβολής πράξεων του οφειλέτη που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 939 ΑΚ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού), στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2013,10/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 9-1-2007 ένδικη αγωγή, ο ήδη αναιρεσείων ιστορούσε, ότι η "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." με την 2550013412/23-1-2003 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό χορήγησε πίστωση μέχρι του ποσού των 191.000 ευρώ στην πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι οι δεύτερος και τρίτη από τους εναγομένους και ήδη δεύτερος και τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους.

Ότι κατόπιν εντολής των τριών πρώτων εναγομένων αυτός (ενάγων) εγγυήθηκε εγγράφως υπέρ της πρώτης εναγομένης για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της τελευταίας από την παραπάνω σύμβαση πίστωσης, καθώς και ότι θα εξοφλήσει ολοσχερώς το κατάλοιπο του λογαριασμού μαζί με τους τόκους, τις προμήθειες και κάθε είδους έξοδα, ενεχόμενος σε ολόκληρο με αυτήν ως αυτοφειλέτης.

Ότι η πρώτη εναγομένη δεν κατέβαλε το κατάλοιπο του λογαριασμού ύψους 157.360,60 ευρώ, με αποτέλεσμα η δανείστρια τράπεζα, αφενός μεν στις 2-12-2005 να αναλάβει από τον τηρούμενο στο κατάστημά της κοινό λογαριασμό αυτού (ενάγοντος) και του γιου του το ποσό των 85.321,80 ευρώ έναντι της ως άνω απαίτησης, αφετέρου δε να στραφεί εναντίον του με την ιδιότητά του ως εγγυητή της σύμβασης και με σχετική αίτηση να πετύχει την έκδοση της 48/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα το ποσό των 72.038,80 ευρώ νομιμοτόκως και ότι υπό το κράτος απειλούμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης υποχρεώθηκε να καταβάλει σ' αυτήν στις 26-1-2006 το ποσό των 75.006,13 ευρώ.

Ότι για την πλήρη εξόφληση της απαίτησης της δανείστριας Τράπεζας κατά της πρώτης εναγομένης κατέβαλε συνολικά 160.327,93 ευρώ και έτσι υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της δανείστριας κατά το ποσό αυτό. Περαιτέρω, (ο ενάγων) εκθέτει ότι ο δεύτερος εναγόμενος στις 16-1-2006 εξέδωσε σε διαταγή του και του παρέδωσε την ...

επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 65.000 ευρώ, την οποία εμφάνισε για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 20-1-2006, πλην όμως δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια και για το λόγο αυτό στη συνέχεια, επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση της 4/2006 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας σε βάρος του δεύτερου εναγομένου, με την οποία ο τελευταίος υποχρεώθηκε να του καταβάλει το παραπάνω ποσό της επιταγής πλέον της δικαστικής δαπάνης ύψους 2.045 ευρώ.

Ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, μολονότι γνώριζαν την ύπαρξη των ανωτέρω απαιτήσεών του κατά της πρώτης εναγομένης και με σκοπό να ματαιώσουν εξ ολοκλήρου την ικανοποίησή της, μεταβίβασαν στον καθένα από τους τέταρτο, πέμπτο και έκτη εναγομένους και ήδη τέταρτο, πέμπτο και έκτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, τα αναφερόμενα ακίνητά τους και ειδικότερα η πρώτη (αναιρεσίβλητη), δυνάμει του .../15-7-2005 συμβολαίου....το οποίο μετεγράφη την ίδια ημέρα....μεταβίβασε στον τέταρτο αναιρεσίβλητο τα πενήντα ένα εκατοστά (51/100) εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου αγρού, έκτασης 722,15 m2, αντί τιμήματος 426,31 ευρώ, ο δεύτερος (αναιρεσίβλητος), α) δυνάμει του .../14-4-2005 συμβολαίου γονικής παροχής...

το οποίο μετεγράφη στις 10-6-2005....μεταβίβασε στον πέμπτο αναιρεσίβλητο-υιό του, το ένα ένατο (1/9) εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου οικοπέδου, επιφανείας 949,56 τ.μ αντικειμενικής αξίας 14.775 ευρώ και β) δυνάμει του .../14-4-2005 συμβολαίου...το οποίο μετεγράφη στις 10-6-2005...μεταβίβασε στην έκτη αναιρεσίβλητη-αδελφή του, αντί του συνολικού τιμήματος 21.991 ευρώ, τα εξής ακίνητά του:

το ένα ένατο (1/9) εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, επιφανείας 374,23 m2, μετά της εν αυτώ παλαιάς ισόγειας κατοικίας, εμβαδού 33,54 m2 και υπόγειας παλαιάς αποθήκης, εμβαδού 33,54 m2, κείμενου στη συνοικία "...", του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ... και τα οκτώ τριακοστά έκτα (8/36) εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου, επιφανείας 143,25 m2, κείμενου στη συνοικία "...", του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ...

και, τέλος, η τρίτη αναιρεσίβλητη δυνάμει του .../30-1-1998 συμβολαίου γονικής παροχής...το οποίο μετεγράφη στις 9-1-2006...μεταβίβασε στον πέμπτο αναιρεσίβλητο-υιό της, την ψιλή κυριότητα του ενός τρίτου (1/3) εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου αυτοτελούς διαμερίσματος, αξίας 3.451.128 δραχμών. Ότι οι τέταρτος, πέμπτος και έκτη από τους αναιρεσιβλήτους, προς τους οποίους έγιναν οι μεταβιβάσεις των περιουσιακών αυτών στοιχείων, τελούσαν σε γνώση ότι αυτές έγιναν με πρόθεση βλάβης αυτού (αναιρεσείοντος) και με σκοπό ματαίωσης των παραπάνω απαιτήσεών του και ότι τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία των τριών πρώτων εναγομένων- αναιρεσιβλήτων δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των απαιτήσεών του και επιπλέον φέρουν βάρη υπέρ τρίτων.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζήτησε να διαρρηχθούν ως καταδολιευτικές οι σχετικές απαλλοτριωτικές δικαιοπραξίες και να υποχρεωθούν οι τέταρτος, πέμπτος και έκτη εναγόμενοι στην επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αναμεταβίβαση των παραπάνω ακινήτων στον καθένα από τους τρεις πρώτους εναγόμενους αντίστοιχα, επικουρικά δε και, σε περίπτωση άρνησής τους, ζήτησε να καταδικαστούν στις αντίστοιχες δηλώσεις βούλησης.

Το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νόμω αβάσιμη με την εξής αιτιολογία "Η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, γιατί οι αξιώσεις του ενάγοντος κατά των τριών πρώτων εναγομένων, που απορρέουν από την υποκατάσταση του στη θέση της παραπάνω δανείστριας τράπεζας και το αναγωγικό του δικαίωμα ως εγγυητή, κατά δε του δεύτερου εναγομένου και από την έκδοση και μεταβίβαση της παραπάνω τραπεζικής επιταγής, γεννήθηκαν με την ικανοποίηση από αυτόν της δανείστριας τραπεζικής εταιρείας στις 2-12-2005 και 26-1-2006 αντίστοιχα, καθώς και με την έκδοση της ως άνω τραπεζικής επιταγής από το δεύτερο εναγόμενο στις 16-1-2006, ενώ οι επίμαχες απαλλοτριώσεις είχαν ήδη συντελεστεί κατά τους παραπάνω αναφερόμενους χρόνους σύνταξης των αντιστοίχων συμβολαιογραφικών πράξεων.

Αφού δεν υπήρχε γεννημένη απαίτηση του ενάγοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης των επίμαχων απαλλοτριώσεων ούτε είχαν συντελεστεί τα παραγωγικά της γεγονότα, δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δανειστή έναντι των τριών πρώτων εναγομένων και συνεπώς δεν του παρέχεται από το νόμο το δικαίωμα να στραφεί κατ1 αυτών και να επιδιώξει τη διάρρηξη των επιβλαβών γι αυτόν απαλλοτριωτικών πράξεων".

Κρίνοντας το Εφετείο ως νόμω αβάσιμη την αγωγή κατά το μέρος που αφορά αφενός την απαίτηση του ενάγοντος που προέρχεται από την έκδοση της προαναφερθείσης επιταγής και αφετέρου την απαλλοτρίωση που έγινε από την τρίτη αναιρεσίβλητη στις 30-1-1998, ήτοι πριν την κατάρτιση, στις 23-1-2003, της πιο πάνω πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό (μεταξύ της ΕΤΕ και της πρωτοφειλέτριας-πρώτης αναιρεσίβλητης), δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939 έως 943 και 1033 ΑΚ, διότι, αφενός δεν υπήρχε γεννημένη απαίτηση του ενάγοντος (από την έκδοση της επιταγής) κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά τους ανωτέρω κρίσιμους χρόνους της κατάρτισης των επίμαχων δικαιοπραξιών (14-4-2005 και 14-4-2005), και αφετέρου δεν υπήρχε απαίτηση αυτού κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης κατά την 30-1-1998, που αυτή προέβη στη γονική παροχή προς τον πέμπτο αναιρεσίβλητο.

Το γεγονός ότι η μεταγραφή του σχετικού (.../30-1-1998) συμβολαίου έγινε στις 9-1-2006 δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού, όπως προαναφέρθηκε στη σχετική νομική σκέψη, κρίσιμος χρόνος για να κριθεί αν συντρέχει η πιο πάνω απαραίτητη προϋπόθεση της ιδιότητας του ενάγοντος ως δανειστή, (για την άσκηση της αγωγής του άρθρου 939 ΑΚ), είναι εκείνος της κατάρτισης της απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας και όχι ο χρόνος της μεταγραφής του συμβολαίου.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει την ως άνω κρίση του Εφετείου, (αναφορικά με την απόρριψη της ένδικης αγωγής που αφορά την απαίτηση του αναιρεσείοντος από την επίδικη επιταγή και την απαλλοτρίωση που έλαβε χώρα κατά το 1998), είναι αβάσιμος.

Με το να απορρίψει, όμως, το Εφετείο την ένδικη αγωγή ως νόμω αβάσιμη και κατά το μέρος που αφορά την απαίτηση του αναιρεσείοντος ποσού 160.327,93 ευρώ και τις απαλλοτριώσεις στις οποίες προέβησαν η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία-πρωτοφειλέτρια (στις 15-7-2005) και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος-ομόρρυθμο μέλος της (στις 14-4-2005) παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους) τις διατάξεις των άρθρων 939, 847,848, 849, 858 και 458 ΑΚ.

Τούτο γιατί, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η καταβολή εκ μέρους του αναιρεσείοντος-εγγυητή του πιο πάνω ποσού (των 160.327,93 ευρώ) στη δανείστρια τράπεζα είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη από το νόμο εκχώρηση σ' αυτόν της απαίτησής της κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρίας (και των ομόρρυθμων εταίρων της). Όπως δε προαναφέρθηκε στη σχετική νομική σκέψη κυριότερη έννομη συνέπεια της εκχώρησης αυτής είναι και η κατά το άρθρο 458 ΑΚ συμμεταβίβαση και όλων των παρεπομένων δικαιωμάτων και προνομίων που τελούν σε σχέση εξάρτησης προς την απαίτηση και εξυπηρετούν το σκοπό της, (είτε ισχυροποιώντάς την είτε επεκτείνοντας το περιεχόμενο της είτε διευκολύνοντας την πραγματοποίησή της), μεταξύ των οποίων και εκείνο της προσβολής, ως καταδολιευτικών, των πράξεων του οφειλέτη.

Συνεπώς, εφόσον η δανείστρια τράπεζα είχε κατά το χρόνο που έλαβαν χώρα οι επίμαχες απαλλοτριώσεις (15-7-2005 και 14-4-2005) γεννημένη απαίτηση κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης-πρωτοφειλέτριας, η οποία προερχόταν από την ανωτέρω, καταρτισθείσα στις 23-1-2003, πίστωση με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό, (έστω και αν δεν ήταν πριν από το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού βέβαιη και κατά ποσό εκκαθαρισμένη,) αφού τα παραγωγικά της απαίτησης περιστατικά, ιδίως, η σύμβαση και η χορήγηση των πιστώσεων, είχαν ήδη συντελεσθεί, και, συνακόλουθα, (είχε) δικαίωμα προσβολής ως καταδολιευτικών των ως άνω απαλλοτριωτικών πράξεων των οφειλετών της, (εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιποί όροι του νόμου), πρέπει να γίνει δεκτό, (σύμφωνα με τα προαναφερθέντα), ότι όμοιο δικαίωμα έχει και ο αναιρεσείων-εγγυητής, που ικανοποίησε τη δανείστρια τράπεζα, λόγω της αυτοδίκαιης από το νόμο εκχώρησης σ' αυτόν της απαίτησης εκείνης (δανείστριας) κατά των οφειλετών της.

Επομένως, ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης, (από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), κατά το μέρος που πλήττει την κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την απόρριψη της ένδικης αγωγής που αφορά την πιο πάνω απαίτηση του αναιρεσείοντος ποσού 160.327,93 ευρώ και τις απαλλοτριώσεις στις οποίες προέβησαν η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία-πρωτοφειλέτρια (στις 15-7-2005) και ο δεύτερος αναιρεσίβλητος-ομόρρυθμο μέλος της (στις 14-4-2005) είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, ενώ κατά το μέρος που στρέφεται κατά των υπόλοιπων αναιρεσιβλήτων πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του πιο πάνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις της, (που αφορούν την απαίτηση του αναιρεσείοντος ποσού 160.327,93 ευρώ και τις απαλλοτριώσεις, στις οποίες προέβησαν οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσίβλητοι), και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ,. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας που παρουσιάζει η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρα 179 εδ. β' και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-2-2012 αίτηση του Δ. Κ. για αναίρεση της 327/2011 τελεσίδικης απόφασης του Eφετείου Πατρών κατά το μέρος που στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης.

ΑΝΑΙΡΕΙ την ως άνω 327/2011 απόφαση του Eφετείου Πατρών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων..

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ