Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding death of a party and evidentiary document handling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific documentary evidence, including witness depositions and notarized affidavits, while the opposing party contended the court properly evaluated all submitted materials. The court ruled that the appellate court had explicitly acknowledged and considered all documents, including those used as judicial presumptions, rendering the appeal grounds invalid.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287, 291, 292 of the Code of Civil Procedure; Notarized affidavits obtained for other proceedings and submitted as judicial presumptions do not require specific mention in the judgment if the court certifies that all documents were considered.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1633 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1633/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Ψ3, κατοίκου ... και 4. Ψ4. Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Παπανώτη και η 3η και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δήλωσε ότι ο 2ος (Ψ2) απεβίωσε στις 27-5-2008 και κληρονομήθηκε από : α. την σύζυγό του Ψ2-Α, κατοίκου ..., και τα τέκνα του α. Ψ2-Β, κατοίκου ..., β. Ψ2-Γ, κατοίκου ... και γ. Ψ2-Δ, κατοίκου ..., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο (Πέτρο Παπανώτη) ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 116/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2008 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-3-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο αναιρεσείων ατομικά ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 291 και 292 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης (την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ... Νομού ..., το ... πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δημάρχου ... και το ... πιστοποιητικό περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης του γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών) ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Ψ2 αποβίωσε στις 27-5-2008, δηλαδή μετά την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (2-4-2008), η δε σύζυγος αυτού Ψ2-Α και τα τέκνα του Ψ2-Β, Ψ2-Γ και Ψ2-Δ, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στον αναιρεσείοντα το γεγονός του θανάτου του ως άνω καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.
Ενόψει αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκείμενη δίκη.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα.
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος (ΑΠ 1062/2006).
Ειδικότερα, θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως συμβαίνει ειδικότερα και όταν αυτός παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (ΑΠ 1717/2006).
Στην περίπτωση αυτή ο κύριος του ακινήτου, εκτός από την άρση της διατάραξης και την παράλειψη της διατάραξης στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης κατά του εναγομένου που διαταράσσει την κυριότητά του, μπορεί να απαιτήσει και την αναγνώριση της κυριότητάς του, αν αμφισβητείται από τον εναγόμενο που προβάλλει ότι είναι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου, οπότε η αγωγή του έχει χαρακτήρα αρνητικής αγωγής κυριότητας του άρθρου 1108 ΑΚ, στην οποία έχει σωρευτεί και αναγνωριστική αγωγή του δικαιώματος της κυριότητας.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί στην εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 981 ίδιου Κώδικα, η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα.
Παροδικό από τη φύση του κώλυμα για την άσκηση της εξουσίας δεν επιφέρει απώλεια της νομής. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν στην ένδικη αγωγή ότι είναι συγκύριοι ενός ακινήτου που βρίσκεται εντός του οικισμού της πρώην κοινότητας ... της επαρχίας ..., εμβαδού 16 τ.μ., ότι απέκτησαν την κυριότητα αυτού με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο, κατά τα διεξοδικώς στην αγωγή αναφερόμενα, και ότι ο εναγόμενος τον Ιούνιο του 2000 εισήλθε στην επίδικη έκταση την οποία και κατέλαβε και στη συνέχεια κατεδάφισε ολόκληρη την πέτρινη αποθήκη, απομάκρυνε όσα πράγματα είχαν μέσα οι ενάγοντες, μπάζωσε και ισοπέδωσε το έδαφος, το οποίο ήταν σε χαμηλότερο ύψος και ανήγειρε πέτρινο τοίχο.
Ότι οι ενάγοντες, άσκησαν κατ' αυτού ασφαλιστικά μέτρα νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φιλιατών, το οποίο με την 11/2000 απόφασή του τους αναγνώρισε προσωρινά συννομείς του επίδικου ακινήτου. Ότι εκτέλεσαν την απόφαση αυτή και εγκαταστάθηκαν στη νομή του επιδίκου και κατεδάφισαν τον τοίχο, πλην όμως ο εναγόμενος τους απέβαλε εκ νέου και επανακατασκεύασε τον τοίχο, αναγκάζοντάς τους να επανεκτελέσουν την ανωτέρω απόφαση το έτος 2004 και να επανεγκατασταθούν στο επίδικο, χωρίς όμως να έχουν δικαίωμα να κατεδαφίσουν τον πέτρινο τοίχο και ότι η εξακολούθηση της διατήρησης του πέτρινου τοίχου συνιστά προσβολή της συγκυριότητάς τους.
Ζητούσαν δε να αναγνωριστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να παύσει την προσβολή της συγκυριότητάς τους και ειδικότερα να κατεδαφίσει τον εντός αυτού υπάρχοντα τοίχο με δαπάνες του, άλλως να επιτραπεί τούτο στους ενάγοντες με δαπάνες του εναγομένου.
Περαιτέρω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: O ΑΑ, ο οποίος απεβίωσε στις 4.4.1998 χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του ΒΒ και από τα τέσσερα τέκνα του, μετά δε το θάνατο της συζύγου του στις 19.11.1998, η οποία δεν άφησε διαθήκη, την κληρονόμησαν τα τέκνα της, δηλαδή οι τέσσερις ενάγοντες, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία των γονέων τους με το ...
συμβολαιογραφικό έγγραφο της Συμβολαιογράφου Φιλιατών Χριστίνας Παπαφωτίου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι κατέστησαν συγκύριοι και νομείς κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας επί του επίδικου, μεταξύ άλλων, ακινήτου το οποίο έκτοτε νέμονται. Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 16 τ.μ., είχε περιέλθει στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου των εναγόντων δυνάμει ατύπου αγοράς το έτος 1960 από τον κύριο αυτού ΔΔ.
Στη συνέχεια το ακίνητο αυτό κατείχε και νεμόταν αρχικά ο πατέρας των εναγόντων για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας, έχοντας αποκτήσει την κυριότητά του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ειδικότερα, ασκούσε αυτοπροσώπως όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του πράγματος και μάλιστα κατά τρόπο φανερό και ανεμπόδιστο κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1960 έως το έτος 1998 που πέθανε.
Συγκεκριμένα αυτός είχε ανεγείρει πέτρινη αποθήκη διαστάσεων 5,5μ.Χ 3μ., η οποία καταλάμβανε ολόκληρη την επιφάνειά του, στην οποία διατηρούσε τα ζώα του, αποθήκευε το χόρτο, τα καυσόξυλα, τα γεωργικό του εργαλεία, το επισκεύαζε, το φρόντιζε, το επέβλεπε κλπ. Στη συνέχεια υπεισήλθαν στην κληρονομιά οι ενάγοντες με την μητέρα τους και μετά το θάνατό της το έτος 1998 οι ίδιοι, σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, οι οποίοι συνέχισαν να νέμονται το ακίνητο, ασκώντας, αυτοπρόσωπα ή με αντιπροσώπους, όλες τις πράξεις νομής που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του πράγματος και μάλιστα, κατά τρόπο φανερό και ανεμπόδιστο μέχρι τον Ιούνιο του 2000.
Δηλαδή, αρχικά ο πατέρας τους και στη συνέχεια οι ίδιοι, ασκούσαν τις ανωτέρω πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο.
Συνεπώς, οι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτός είναι ο κύριος του επίδικου ακινήτου, το οποίο περιλαμβάνεται στην ευρύτερη έκταση των 90,57 τ.μ. του ακινήτου το οποίο αγόρασε δυνάμει του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Φιλιατών Ε.
Ντέτσικα, που μεταγράφηκε νόμιμα, από την αληθή κυρία αυτού ΓΓ, στην οποία είχε περιέλθει από άτυπη διανομή μεταξύ αυτής και των αδελφών της ... και ..., μετά το θάνατο του αρχικού δικαιοπαρόχου και πατέρα τους ... . Ακολούθως το Εφετείο, αφού αξιολόγησε και συνεκτίμησε τις καταθέσεις των μαρτύρων και δεχθέν ειδικότερα ότι και η ίδια η ΓΓ (δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος) κατά την εκδίκαση αιτήσεως λήψης ασφαλιστικών μέτρων νομής των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φιλιατών, κατέθεσε στο ως άνω Ειρηνοδικείο και επιβεβαίωσε ότι έφυγε από το ...
το έτος 1950 και ότι "εκτός από τον ΑΑ κανένας άλλος δεν έκανε τίποτα στην αποθήκη. Εγώ δεν έβαζα τίποτε ...", σε άλλο δε σημείο της κατάθεσης της ανέφερε ότι "το επίδικο το πούλησα στον εναγόμενο 800.000 δρχ., δεν γνώριζα τα τετραγωνικά που πούλησα" γιατί το είχε με άλλο συνιδιοκτήτη και σε άλλο σημείο αναφέρει ότι "πούλησα 70 τ.μ.", έκρινε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας, συνέχισε δε ως εξής:
Από όλα τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει, ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβανόταν σε εκείνο που πώλησε η ΓΓ στον εναγόμενο, αφού όπως σαφώς αυτή κατέθεσε, αυτό είχε έκταση 70 τ.μ. και όχι 90,75 τ.μ., όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος και ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ΑΑ απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου από τον αληθινό κύριο του ΔΔ και στη συνέχεια άσκησε επ' αυτού τις προπεριγραφείσες πράξεις νομής μέχρι του θανάτου του το έτος 1998.
Περαιτέρω, δέχτηκε το Εφετείο ότι ο εναγόμενος τον Ιούνιο του 2000 εισήλθε στην επίδικη έκταση την οποία και κατέλαβε, στη συνέχεια δε κατεδάφισε ολόκληρη την πέτρινη αποθήκη, απομάκρυνε όσα πράγματα είχαν μέσα οι ενάγοντες, μπάζωσε και ισοπέδωσε το έδαφος, το οποίο ήταν σε χαμηλότερο ύψος από την παρακείμενη ιδιοκτησία του και ανήγειρε πέτρινο τοίχο.
Οι ενάγοντες άσκησαν κατ' αυτού ασφαλιστικά μέτρα νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φιλιατών, το οποίο με την 11/2000 απόφασή του τους αναγνώρισε προσωρινά συννομείς του επίδικου ακινήτου. Την απόφαση αυτή εκτέλεσαν και εγκαταστάθηκαν στην νομή του επιδίκου και κατεδάφισαν τον τοίχο, πλην όμως ο εναγόμενος τους απέβαλε εκ νέου και επανακατασκεύασε τον τοίχο, αναγκάζοντάς τους να επανεκτελέσουν την ανωτέρω απόφαση το έτος 2004 και να επανεγκατασταθούν στο επίδικο, χωρίς να έχουν όμως δικαίωμα, όπως όρισε η ανωτέρω απόφαση να κατεδαφίσουν τον πέτρινο τοίχο.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η εξακολούθηση αυτή της διατήρησης του πέτρινου τοίχου από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα συνιστά προσβολή της συγκυριότητας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων και δέχτηκε την αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1108, 1094, 1045, 974, 981 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη της παρούσας, αποτελεί διαταρακτική ενέργεια η παράλειψη του προσβολέα εναγομένου να άρει το διαταρακτικό κατασακεύασμα, δηλαδή τον προπεριγραφόμενο τοίχο, η διατήρηση του οποίου συνεπάγεται διαρκή και αξακολουθητική παρενόχληση των εναγόντων νομέων στην άσκηση της νομής τους επί του επίδικου ακινήτου.
Επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά για το δικαστήριο, καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από αυτά (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 30/2005).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση.
Κατά δε το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο, όπως τέτοιος είναι και ο συμβολαιογράφος, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, τόσον ως προς όσα βεβαιώνονται στα έγγραφα αυτά, ότι έγιναν από πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, και ότι στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός αν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό, στη δεύτερη δε περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τις διατυπώσεις αυτές (ΑΠ 1152/2008, ΑΠ 259/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 11 περ.α' ίδιου Κώδικα που αναφέρεται στο αναιρετήριο), πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν απέδωσε την αποδεικτική δύναμη των δημοσίων εγγράφων στο ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Φιλιατών Ε. Ντέτσικα, που νόμιμα είχε προσκομίσει προς απόδειξη της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, δεχθέν ότι το αγορασθέν από αυτόν ακίνητο δεν έχει την έκταση, το εμβαδόν και τα όρια, που αναγράφονται στο συμβόλαιο αυτό, αλλά άλλη μικρότερη έκταση και εμβαδόν, αξιολογώντας σχετικές καταθέσεις μαρτύρων.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το ανωτέρω συμβόλαιο αποτελεί μεν δημόσιο έγγραφο γενικώς, αλλ' εκτιμάται ελεύθερα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως προς την έκταση, το εμβαδόν και τα όρια του ακινήτου που αναγράφονται σ' αυτό, αφού τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι από εκείνα για τα οποία τα συντασσόμενα από το συμβολαιογράφο συμβόλαια συνιστούν πλήρη απόδειξη.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, κατά το μέρος που προσβάλλεται με αυτόν η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 42/2002).
Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι' αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτησή της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμμιά αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (ΑΠ 227/2008, ΑΠ 338/2007). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα προς απόδειξη της ένστασής του περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου και ότι η δικαιοπάροχός του ασκούσε πράξεις νομής επ' αυτού από το έτος 1950, ήτοι: α') το επικυρωμένο αντίγραφο της από 29-3-2001 κατάθεσης του μάρτυρα ...
στον πταισματοδίκη Φιλιατών, β') το επικυρωμένο αντίγραφο των 59/2004 πρακτικών και απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσπρωτίας, στην οποία περιλαμβάνεται κατάθεση του ιδίου ως άνω μάρτυρα Ιωάννη Λούκα, γ') την ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ... που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλικής Παναγούλη-Παπαφωτίου μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "και τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ανωτέρω έγγραφα και ειδικότερα και την ως άνω ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενόψει εκδικάσεως της από 7-2-2005 άλλης αγωγής των εναγόντων κατά του εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φιλιατών, και που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο.
Επομένως, και ο τελευταίος εξεταζόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-3-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 80/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ