Supreme Court dismisses appeal on composition, confession time limits, and reading of documents without objection.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's judgment regarding defamation. The appellant argued the court's composition was irregular, the confession deadline was exceeded, and documents were read without a final prior decision. The court rejected these claims, finding the composition valid by law, the confession timely filed, and the reading of documents lawful due to the appellant's lack of objection.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 paras. 1, 3, 4 of the Judicial Organization Code; Art. 362, 363, 364, 366 of the Criminal Code; Art. 117 of the Criminal Code; Art. 243 of the Civil Code: A criminal court composition is valid if the president and judge were drawn by lot, even if not explicitly stated in the verdict; a confession filed on the third month's deadline is timely; reading documents in a hearing without defendant objection does not constitute procedural nullity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1633 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1633/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη-Εισηγητή, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Θάνου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, για αναίρεση της 2427/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1737/2005.
Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των υπό το στοιχείον Β΄παραγράφων 1,3,4 του άρθρου 17 του ν.1756/1938 του «Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίου και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών» προκύπτει ότι, προκειμένου για το Εφετείο Θεσσαλονίκης όπου προβλέπεται οργανικός αριθμός μεγαλύτερος των δεκαπέντε (15) εφετών και εισαγγελέων, το τριμελές ποινικό εφετείο συγκροτείται νομίμως υπό την προεδρία του Εφέτη που κληρώθηκε και με τη συμμετοχή του κληρωθέντος επίσης εισαγγελέα ή αντεισαγγελέα εφετών, χωρίς μάλιστα να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην εκδιδόμενη απόφαση ότι εκείνοι που μετέσχον στη σύνθεση του δικαστηρίου είναι αυτοί που κληρώθηκαν, ούτε, σε σχέση με τον προεδρεύοντα Εφέτη, ότι κωλύεται ο Πρόεδρος Εφετών και οι αρχαιότεροί του εφέτες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 2427/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τη δικάσιμο της 210602005, κατά την οποία εκδόθηκε αυτή, προήδρευε της συνθέσεως ο Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, προεδρεύων Εφέτης (επειδή κωλύονταν οι πρόεδροι και οι αρχαιότεροί του εφέτες), ως εφέτης που κληρώθηκε και επομένως, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως ότι υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου και εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα (άρθρ. 510 παρ.1 περ.Α ΚΠΔ) επειδή δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πράξη του Δικαστή που διηύθυνε το Δικαστήριο σχετικά με την εν λόγω αναπλήρωση.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του και γ) δόλια προαίρεση του δράστη, η οποία περιλαμβάνει τη γνώση του ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέλησή του να ισχυρισθεί ή διαδώσει το βλαπτικό αυτό γεγονός, Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 225 παρ.1 με φυλάκιση το πολύ δύο ετών τιμωρείται:
α) όποιος όταν εξετάζεται χωρίς όρκο ως διάδικος ή μάρτυρας από αρχή αρμόδια να ενεργεί τέτοια εξέταση, εν γνώσει του καταθέτει ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό με συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης πουν δίκασε κατ έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ΄είδος αναφερομένων σ'αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο εγκαλών ... είχε ασκήσει κατά του ήδη αναιρεσείοντος και της συζύγου του ... την από 16-10-1997 αγωγή με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν αυτοί, σε ολόκληρο ο καθένας, να του καταβάλουν το ποσό των 5.500.000 δραχμών που τους είχε παραδώσει στις αρχές του έτους 1990 στα πλαίσια συμβάσεως δανείου που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, το οποίο (δάνειο) αυτοί δεν του απέδωσαν κατά το χρόνο που είχε συμφωνηθεί.
Η συζήτηση της αγωγής αυτής προσδιορίσθηκε για την 27-5-1998. Την προτεραία αυτής, οι εναγόμενοι, κατέθεσαν το από 25-5-1998 δικόγραφο των προτάσεών τους, όπου, προς αντίκρουση της αγωγής, ισχυρίσθηκαν μεταξύ άλλων, ότι κατά το έτος 1990 και για χρονικό διάστημα περίπου έξι μηνών, ο πρώτος κατηγορούμενος-εναγόμενος, έλαβε από τον εγκαλούντα-ενάγοντα- τα διάφορα χρηματικά ποσά σε γερμανικά μάρκα προκειμένου να τα εξαγάγει στο εξωτερικό, δεδομένου ότι κατ΄εκείνον τον χρόνο απαγορεύονταν η εξαγωγή συναλλάγματος και ο προδιαληφθείς κατηγορούμενος είχε την σχετική ευχέρεια προς τούτο, δεδομένου ότι διατηρούσε ταξιδιωτικό γραφείο.
Ισχυρίσθηκαν επίσης ότι ο εγκαλών έστελνε τα χρήματα με την γραμματεία του μέσα σε σακκούλα στο γραφείο του πρώτου κατηγορουμένου και ότι για την εξασφάλιση των χρημάτων του ενάγοντα, αυτός του είχε παραδόσει την αναφερόμενη στην αγωγή «λευκή» επιταγή, ως εγγύηση. 'Όπως αποδείχθηκε όμως, ουδέποτε μεταξύ των προαναφερθέντων, υπήρξε «συμφωνία» περί παράνομης εξαγωγής συναλλάγματος, όπως ψευδώς ισχυρίσθηκαν οι κατηγορούμενοι αλλ΄αντίθετα ότι ο εγκαλών παρέδοσε, στον πρώτο κατηγορούμενο το ποσό των 5 εκ.
δρχ. στα πλαίσια σύμβασης δανείου που είχαν καταρτίσει. Επίσης αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ο εγκαλών είχε αποστείλει χρήματα στον κατηγορούμενο με την γραμματέα του μέσα σε σακκούλα, καθώς και ότι η επίδικη επιταγή, εκδόσεως του πρώτου κατηγορουμένου σε διαταγή της δεύτερης-συζύγου του που φέρεται ότι την οπισθογράφησε στον εγκαλούντα, είχε παραδοθεί σ'αυτόν, προς εξασφάλισή του, για την επιστροφή του ποσού του δανείου.
Επίσης αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημέρα συζήτησης της παραπάνω αγωγής κατέθεσε ότι «ουδέποτε η σύζυγός του, οπισθογράφησε την επιταγή προς τον εγκαλούντα και ότι η υπογραφή της σ'αυτήν είναι πλαστή». Τούτο όμως, όπως προέκυψε ήταν ψευδές, καθόσον ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος έδωσε την επίδικη επιταγή στον εγκαλούνται συμπληρωμένη με όλα αυτής τα στοιχεία και προφανώς ο ίδιος υπέγραψε στη θέση της οπισθογραφήσεως για λογαριασμό της συζύγου του, ενόψει και του συμπεράσματος της διεξαχθείσας γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης που δέχεται ότι η υπογραφή δεν είναι της συζύγου του.
Τα αληθινά αυτά γεγονότα, γνώριζε ο πρώτος κατηγορούμενος, παρά ταύτα όμως ισχυρίσθηκε στο δικόγραφο των προτάσεών του και κατέθεσε εξεταζόμενος ως διάδικος, εν γνώσει τρίτων, με σκοπό να μειώσει την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντα. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο (ήδη αναιρεσείοντα) των πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης και της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης και του επέβαλε ποινή φυλάκισης επτά (7) μηνών για κάθε μία από τις πράξεις αυτές.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας , διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τις διατάξεις του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και άρθρ. 139 ΚΠΔ, αφού εκθέτει σ'αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και του συλλογισμούς με βάση τους ποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 362, 363 και 225 παρ.1 α που εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε.
Ειδικότερα, καθ'όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος έδωκε την επιταγή στον εγκαλούντα συμπληρωμένη με όλα τα στοιχεία της και προφανώς ο ίδιος υπέγραψε στη θέση της οπισθογραφήσεως για λογαριασμό της συζύγου του και εκείνης ότι ψευδώς κατέθεσε, ανωμοτί εξεταζόμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι «ουδέποτε η σύζυγός του ...
μεταβίβασε δι'οπισθογραφήσεως την εν λόγω επιταγή στον ενάγοντα ... (εγκαλούντα) και ότι την υπογραφή της πλαστογράφησε ο ενάγων, αφού, δεχόμενο το δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε την ως άνω επιταγή στον εγκαλούντα συμπληρωμένη με όλα τα στοιχεία της και προφανώς με την υπογραφή του στη θέση της οπισθογραφήσεως θεωρεί ότι η θέση της υπογραφής της συζύγου του για λογαριασμό της έγινε με τη συγκατάθεση της και σε κάθε περίπτωση, δεν την πλαστογράφησε ο εγκαλών, όπως αναφέρει αυτός περαιτέρω στην εν λόγω ανώμοτη κατάθεσή του.
Κατ΄ακολουθίαν οι λόγοι της αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 225 παρ.1 ΠΚ, είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 στοιχ.Δ' απόλυτη ακυρότητα της διαδικασία προκαλείται αν δεν τηρηθούν, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά το πέρας της εξετάσεως των μαρτύρων, έχει καταχωρηθεί περικοπή σύμφωνα με την οποία «σημειώνεται ότι οι παραπάνω μάρτυρες οι οποίοι, κλήθηκαν ένας-ένας και εξετάσθηκαν προφορικά, μετά την εξέτασή τους παρέμειναν στο ακροατήριο και ότι σε κάθε κατάθεση μάρτυρα, ο πρόεδρος έδινε το λόγο στον εισαγγελέα, τους δικαστές όπως και το συνήγορο των κατηγορουμένων για να απευθύνουν ερωτήσεις προς τους μάρτυρες, αυτοί ρωτούσαν και οι μάρτυρες απαντούσαν σχετικά με τις ερωτήσεις, όπως αναφέρεται στην κατάθεση του κάθε μάρτυρα».
Η σαφής αυτή καταγραφή των λαβόντων χώρα στο ακροατήριο μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα δεν καταλείπει αμφιβολία σχετικά με το ότι ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα που του παρέχονται από τα άρθρα 332 παρ.2 και 358 ΚΠΔ, να υποβάλλει δηλαδή ερωτήσεις στους μάρτυρες και να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τις καταθέσεις των και ότι δεν στερήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο της ασκήσεως των.
Επομένως ο λόγος της αίτησης ότι «με τη συλλήβδην αναφορά σε όλους τους μάρτυρες, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να παραλείφθηκε η άσκηση του σχετικού δικαιώματος σε κάποιον από αυτούς» και ότι επήλθε εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα είναι αβάσιμος. Επίσης είναι αβάσιμος ο λόγος της αιτήσεως ότι επήλθε ακυρότητα από το ότι δεν επιτράπηκε στο συνήγορό του, ο οποίος τον εκπροσώπησε στη δίκη, να απολογηθεί, αφού η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου εκ μέρους του συνηγόρου του δεν περιλαμβάνει και την προβλεπόμενη από το άρθρο 366 ΚΠΔ απολογία του, η οποία πρέπει να είναι προφορική και άμεση και πρέπει να δίδεται από τον ίδιο τον κατηγορούμενο και όχι από το συνήγορο που τον εκπροσωπεί και ο οποίος δεν αποκτά από την ιδιότητά του αυτή και εκείνη του κατηγορουμένου.
Σύμφωνα με το άρθρο 117 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υποβάλει την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους του. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων τελέστηκε στις 26-4-1999 η δε προς τούτο έγκληση υποβλήθηκε στις 26-7-1999, δηλαδή την αντίστοιχη ημερομηνία του τρίτου μήνα (άρθρ. 243 ΑΚ). Επομένως ο λόγος της αιτήσεως ότι το δικαστήριο που δίκασε υπερέβη την εξουσία του διότι έπρεπε να κηρύξει την ποινική δίωξη, καθ΄όσον αφορά το αδίκημα αυτό, απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της εγκλήσεως, είναι αβάσιμος.
Η ανάγνωση που έγινε στο ακροατήριο από το Δικαστήριο και μάλιστα χωρίς εναντίωση του κατηγορουμένου εγγράφου από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, ακόμη κι αν προκύπτει ότι στη δίκη αυτή δεν εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, δεν προκαλεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 364 παρ.2 ΚΠΔ ακυρότητα, ούτε μπορεί να παρεμποδίσει τον κατηγορούμενο από την άσκηση των δικαιωμάτων του, όπως αναφέρονται στο άρθρο 171 παρ.1, στοιχ.δ' του ΚΠΔ, ώστε να ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' ίδιου Κώδικα λόγος αναιρέσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο γιατί παρά τη μη έκδοση αμετάκλητης απόφασης αναγνώσθηκαν τα υπ'αριθ.2,3,4 και 5 αναγνωστέα έγγραφα από την αναφερόμενη στο λόγο αυτόν πολιτική δίκη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, δοθέντος ότι από τα ενσωματωμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε εκ μέρους του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου οποιαδήποτε αντίρρηση για την ανάγνωση των εγγράφων αυτών. Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 15-9-2005 αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ'αριθ.2427/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚαιΕπιβάλλει στον αναιρεσείοντα, τα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ