Supreme Court dismisses appeal against labor court order forcing employer to accept worker's services.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a charitable society against a labor court judgment. The lower court had ordered the employer to accept the worker's services and pay wages, threatening a daily fine for non-compliance. The court rejected the argument that this constituted an illegal criminal penalty, ruling instead that it was a valid administrative enforcement measure inherent to labor law. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 946, 947, 559 of the Code of Civil Procedure; The court order requiring an employer to accept a worker's services and pay wages, accompanied by a daily fine for non-compliance, constitutes a valid administrative enforcement measure rather than an illegal criminal penalty.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1632 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1632/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Φιλανθρωπικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΕΗΜΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΘΗΝΩΝ-ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ-ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Χριστίνας Γιολδάση, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Ελευθερίου Σεραφείμ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-10-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1331/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6902/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-11-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 15-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 9133/ 1023/2022) αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας ερήμην του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 6902/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η από 18-12-2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 1331/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 26-10-2015 (αριθ.
έκθ. κατάθεσης 99827/3586/2015) αγωγή αυτού κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και δικάστηκε εκ νέου η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη ερήμην απόφαση επιδόθηκε στο ερημοδικασθέν εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον στις 4-10-2022 (βλ.
υπ' αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Θ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του), όπως ισχυρίζεται δε το αναιρεσείον με το δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς να αμφισβητείται τούτο από τον αναιρεσίβλητο, δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία έληγε στις 19-10-2022, ενώ η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την εν λόγω απόφαση Δικαστηρίου στις 18-11-2022, ήτοι εντός της τριακονθήμερης (από τη λήξη της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας) προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, ήτοι για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για τον λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και, ως τέτοια, είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 467/2021, 343/2021, 903/2020, 789/2020, 145/2019).
Υπό την επίκληση όμως της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, δεν μπορεί να αξιωθεί από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να παρέχει την εργασία του επί σειρά μηνών, χωρίς να του καταβάλλονται οι αποδοχές του, που συνήθως αποτελούν τον μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτού και της οικογένειάς του, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος του εργαζομένου.
Ο εργοδότης οφείλει, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες, προκειμένου να επιτύχει μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησής του και ειδικότερα του μισθολογικού, στην περίπτωση που αυτό είναι ο αποφασιστικός παράγων για διαδοχικές ζημιογόνες χρήσεις, περιλαμβανομένων, εφόσον τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο, και των μέτρων εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή, τέλος, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης (ΑΠ 467/2021, 145/2019).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, για το ορισμένο του οποίου πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 64/2022, 19/2022, 2053/2014).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, πού εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμο τον (γενόμενο δεκτό πρωτοδίκως) ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής εκ μέρους του ενάγοντος άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών προσελήφθη την 1-2-2007 από το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, αρχικά για δίμηνη δοκιμαστική περίοδο μέχρι τις 4-4-2007, στη συνέχεια δε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας 6 μηνών και κατόπιν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να του παρέχει τις υπηρεσίες του, ως νοσοκόμος, στο γηροκομείο που το εναγόμενο διατηρούσε στην Αθήνα και στη συμβολή της Λεωφόρου ...
και ..., αντί μηνιαίου μισθού, τον Μάρτιο του 2010, 1.316,76 ευρώ. Το εναγόμενο, όμως, παρότι ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις ως άνω υπηρεσίες του, από τον Οκτώβριο του 2010 σταμάτησε την καταβολή προς τον ενάγοντα των μηνιαίων μισθών του. Αποτέλεσμα της πρακτικής αυτής, που συνεχίστηκε μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου του έτους 2013, ήταν να περιέλθει ο ενάγων σε οικονομικό αδιέξοδο.
Επειδή δε από τον Οκτώβριο του έτους 2010 μέχρι τις 30-9-2013 παρέμεναν ανεξόφλητες δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος 36 μηνών, ο ενάγων με την από 4-10-2013 εξώδικη δήλωσή του, η οποία παραλήφθηκε αυθημερόν από το εναγόμενο, δήλωσε στο εναγόμενο ότι από 7-10-2013 προβαίνει σε επίσχεση της εργασίας του μέχρι την πλήρη εξόφληση των αποδοχών του.
Επίσης, ο ενάγων άσκησε και την από 30-9-2013 αγωγή προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του εναγόμενου, με την οποία ζητούσε την επιδίκαση συνολικού ποσού 48.351,35 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1-10-2010 έως 30-9-2013. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 910/2014 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου και στη συνέχεια, μετά από άσκηση έφεσης από το εναγόμενο, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 5119/2017 οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία το εναγόμενο υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνωρίστηκε ότι το εναγόμενο οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 24.779,62 ευρώ, νομιμοτόκως και καταβλητέο σε διμηνιαίες δόσεις, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της ως άνω απόφασης.
Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, το εναγόμενο έχει καταβάλει μέχρι σήμερα στον ενάγοντα το ποσό των 13.500 ευρώ. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο ενάγων, προκειμένου να εξασφαλίσει τις ως άνω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του κατά του εναγόμενου, νόμιμα αρνήθηκε την εκπλήρωση της δικής του παροχής και δη την παροχή των υπηρεσιών του, ως νοσοκόμου, στο εναγόμενο και προχώρησε σε επίσχεση εργασίας, απέχοντας από την εργασία του μέχρι αυτό (εναγόμενο) να εκπληρώσει την υποχρέωση που το βάρυνε και δη μέχρι να καταβάλει στον ενάγοντα τα πιο πάνω οφειλόμενα ποσά.
Το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα επίσχεσης ασκήθηκε από τον ενάγοντα καταχρηστικά και επομένως δεν περιήλθε σε υπερημερία, διότι τα προς αυτόν χρέη του οφείλονται όχι σε κακοβουλία, αλλά στην ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει εξαιτίας και της γενικότερης οικονομικής κρίσης, την οποία διέρχεται η Χώρα, καθώς και στο γεγονός ότι δεν ασκεί αυτό (εναγόμενο) επιχειρηματική - κερδοσκοπική δραστηριό-τητα και τα μόνα έσοδά του προέρχονται από την εκμετάλλευση και την αξιοποίηση της περιουσίας του, η οποία, όμως, λόγω των ευρύτερων οικονομικών προβλημάτων, έχει ουσιαστικά αδρανήσει, με αποτέλεσμα να μη δύναται να καλύψει πλήρως τη μισθοδοσία των εργαζομένων του.
Ο ισχυρισμός αυτός, νόμιμος κατ' άρθρο 281 του ΑΚ, κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος. Και τούτο, διότι η γενικότερη κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας, η μείωση των εσόδων του εναγόμενου από μισθώματα ακινήτων και δωρεές τρίτων προσώπων, καθώς και η μεγάλη ακίνητη περιουσία του (600 ακίνητα), ελεύθερη βαρών, που κατά τους ισχυρισμούς του διαθέτει, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης του ενάγοντος καταχρηστική, καθώς το εναγόμενο, ως εργοδότης, όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων του, δεδομένου ότι χωρίς τη δική τους εργασία και συμπαράσταση δεν θα δύναται να εκτελέσει το τόσο σημαντικό έργο που έχει αναλάβει με τον πιο κάτω όρο του καταστατικού του, αναφορικά με τη φροντίδα των ηλικιωμένων που φιλοξενεί και χωρίς να παραβλέπεται το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στο εναγόμενο εργάζονται σκληρά υπό δύσκολες συνθήκες και είναι άτομα, όπως και ο ενάγων, χαμηλών οικονομικών εισοδημάτων, έχοντες απόλυτη ανάγκη τον μισθό τους, για να επιβιώσουν και να συντηρήσουν τις οικογένειες τους, αλλά και για να είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προς τους ηλικιωμένους που φιλοξενεί το εναγόμενο.
Ο δε ενάγων, πριν ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, εξάντλησε τα όρια της υπομονής του, παρέχοντας τις ως άνω υπηρεσίες του επί τρία (3) έτη χωρίς πληρωμή και ήταν γνωστή στο εναγόμενο η οικονομική του κατάσταση και δη ότι η εργασία του αυτή ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του. Αντίθετα, η απαίτηση του εργοδότη - εναγόμενου να εξακολουθεί ο ενάγων, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, να παρέχει την εργασία του χωρίς να πληρώνεται, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες του σε εργατικό προσωπικό, ώστε να μπορεί να συνεχίζει τη δραστηριότητά του, δεν μπορεί να γίνει ανεκτή.
Η οικονομική δε δυσπραγία του εναγόμενου δεν αίρει την υπερημερία του, η οποία (υπερημερία) θα μπορούσε να αρθεί με τη νόμιμη (ήτοι εγγράφως και με ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ικανοποιώντας ταυτόχρονα και τις μέχρι την ανωτέρω καταγγελία απαιτήσεις του.
Περαιτέρω, από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι το εναγόμενο υπέβαλε στις 7-8-2015 και στην αρμόδια υπηρεσία του Ο.Α.Ε.Δ. αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από τις 5-8-2015, πλην όμως το εναγόμενο δεν είχε τη δυνατότητα να θεωρήσει τη μη παροχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, μετά την εκ μέρους του τελευταίου άσκηση του ως άνω δικαιώματος επίσχεσης, την οποία δήλωσε στο εναγόμενο στις 4-10-2013, ως οικειοθελή αποχώρηση αυτού.
Συνεπώς και επειδή η ένδικη επίσχεση εργασίας δεν είναι καταχρηστική, ο ενάγων δικαιούται ως αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας από τον Οκτώβριο του 2013 μέχρι τον Μάρτιο του 2016... το συνολικό ποσό των 29.846,30 ευρώ...". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι με το να δεχθεί α) ότι ο ενάγων, προκειμένου να εξασφαλίσει τις κατά του εναγομένου ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-10-2010 έως 30-9-2013, νόμιμα προέβη στις 7-10-2013 σε επίσχεση εργασίας, β) ότι η κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας, η μείωση των εσόδων του εναγομένου από μισθώματα ακινήτων και δωρεές τρίτων προσώπων, καθώς και η μεγάλη και ελεύθερη βαρών ακίνητη περιουσία (600 ακίνητα) που διαθέτει, δεν καθιστούν την εκ μέρους του ενάγοντος άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης καταχρηστική, καθόσον το εναγόμενο, ως εργοδότης, όφειλε να έχει εξασφαλίσει τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους, ώστε να είναι σε θέση να καλύπτει τις αποδοχές των εργαζομένων του, δεδομένου ότι χωρίς τη δική τους εργασία και συμπαράσταση δεν θα δύναται να εκτελέσει το σημαντικό έργο που έχει αναλάβει με σχετικό όρο του καταστατικού του, ήτοι τη φροντίδα των ηλικιωμένων που φιλοξενεί, λαμβανομένου, επίσης, υπόψη ότι οι εργαζόμενοι στο εναγόμενο Σωματείο, όπως ο ενάγων, εργάζονται σκληρά υπό δύσκολες συνθήκες και είναι άτομα χαμηλών εισοδημάτων, που έχουν απόλυτη ανάγκη τον μισθό τους, προκειμένου να επιβιώσουν και να συντηρήσουν τις οικογένειες τους, αλλά και να είναι σε θέση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους προς τους ηλικιωμένους που φιλοξενεί το εναγόμενο, γ) ότι ο ενάγων, προτού ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης, εξάντλησε τα όρια της υπομονής του, παρέχοντας τις υπηρεσίες του επί τρία (3) έτη χωρίς πληρωμή, εν γνώσει του εναγομένου ότι η εργασία του αυτή ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του, και δ) ότι δεν είναι ανεκτή η απαίτηση του εναγομένου να εξακολουθεί ο ενάγων, όπως και άλλοι εργαζόμενοι, να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς να του καταβάλλονται οι συμφωνηθείσες αποδοχές του, καλύπτοντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες του σε εργατικό δυναμικό, ώστε να μπορεί να συνεχίζει τη δραστηριότητά του, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και έκρινε μη εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη.
Κατά συνέπεια, αμφότεροι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 του ΑΚ, συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το Ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία της αποχής, τη χρονική διάρκειά της και την υπαιτιότητα η συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, αν η αποχή αυτή πρέπει, κατά κρίση αντικειμενική και ανεξάρτητα από την πρόθεση του μισθωτού να λύσει ή όχι την εργασιακή σχέση, να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βουλήσεώς του να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία της σύμβασης.
Η βούληση αυτή του μισθωτού, περί καταγγελίας δηλαδή εκ μέρους του της σύμβασης εργασίας, πρέπει να προκύπτει σαφώς από την όλη του συμπεριφορά, η δε σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αφορώσα σε αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 32/1988, ΑΠ 166/2019, 790/2014).
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, κρίνοντας ότι η αποχή του ενάγοντος από την εργασία του, στα πλαίσια του ασκηθέντος από αυτόν δικαιώματος επίσχεσης, δεν δύναται να θεωρηθεί ως οικειοθελής αποχώρηση αυτού από την εργασία του και αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της από 7-8-2015 αναγγελίας περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του, την οποία υπέβαλε το εναγόμενο Σωματείο στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΑΕΔ.
Από τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχόμενο τα ανωτέρω υπό στοιχ. α' έως δ' εκτεθέντα και επιπλέον ότι το εναγόμενο Σωματείο, το οποίο υπέβαλε στις 7-8-2015, στην αρμόδια υπηρεσία του ΟΑΕΔ, αναγγελία περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από την εργασία του από 5-8-2015, δεν είχε τη δυνατότητα να θεωρήσει τη μη παροχή των υπηρεσιών του τελευταίου, μετά την εκ μέρους του άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, την οποία δήλωσε στο εναγόμενο στις 4-10-2013, ως οικειοθελή αποχώρηση αυτού, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, τις οποίες ορθώς εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, αλλά ούτε και εκ πλαγίου, καθόσον διέλαβε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 946 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρησή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, "Όταν ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, το δικαστήριο, για την περίπτωση που παραβεί την υποχρέωσή του, απειλεί για κάθε παράβαση χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση έως ένα έτος.
Αν η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν περιέχεται στην απόφαση που καταδικάζει τον οφειλέτη να παραλείψει ή να ανεχθεί πράξη, απαγγέλλεται από το μονομελές πρωτοδικείο. Το δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να βεβαιώσει την παράβαση και να καταδικάσει στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση....".
Ειδική περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ προβλέπεται στο άρθρο 23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, όταν ο εργοδότης υποχρεώνεται να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όπως και στην περίπτωση που ο εργοδότης εξαναγκάζεται να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 61 του Ν. 4139/2013 (ΑΠ 1137/2023).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος και να του καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές επ' απειλή κατά του εναγομένου χρηματικής ποινής ποσού εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την ως άνω υποχρέωσή του.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού αναγνώρισε ότι η από 7-8-2015 δήλωση του εναγομένου περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος από τη θέση εργασίας του είναι άκυρη και ότι ο ενάγων συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε το τελευταίο "να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος και να του καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές επ' απειλή κατά το εναγομένου χρηματικής ποινής ποσού εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς την ανωτέρω υποχρέωσή του". Ωστόσο, δεδομένου ότι η εκ μέρους του εναγομένου αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος και η καταβολή σ' αυτόν των νόμιμων αποδοχών του συνιστούν πράξεις που δεν μπορούν να γίνουν από τρίτο πρόσωπο και των οποίων η επιχείρηση εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του εναγομένου - εργοδότη, η "απειλή" σε βάρος του τελευταίου χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του προς τις ανωτέρω υποχρεώσεις του έγινε με την έννοια της αυτεπάγγελτης "καταδίκης" του άρθρου 946 παρ. 1 ΚΠολΔ σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε(βλ. ΑΠ 1292/2019).
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος αναίρεσης ως αβάσιμος. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 9133/1023/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6902/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ