1632/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος που κυρώθηκε με το ν. 3234/1927 και έχει ισχύ νόμου, συνάγεται ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό αυτής, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο και, ως τούτου, έχει συμβατική ισχύ.
Legislator headnote
AI generated1632/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος που κυρώθηκε με το ν. 3234/1927 και έχει ισχύ νόμου, συνάγεται ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό αυτής, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο και, ως τούτου, έχει συμβατική ισχύ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1632 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1632/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Μανίκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Μ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κάπου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 864/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1363/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αρετή Παπαδιά.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος που κυρώθηκε με το ν. 3234/1927 και έχει ισχύ νόμου, συνάγεται ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον εσωτερικό κανονισμό αυτής, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο και, ως τούτου, έχει συμβατική ισχύ.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας, η προαγωγή στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊστάμενου γίνεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού (Διοικητικού) Συμβουλίου ύστερα από πρόταση του Διοικητή, θα πρέπει δε να συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, δηλ.
πέντε χρόνια στον βαθμό του Τμηματάρχη, γ) ύπαρξη των προσόντων της ανώτερης θέσης, δ) επίδειξη κατά την άσκηση της υπηρεσίας εξαιρετικής επίδοσης, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας, ε) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεση του κρινόμενου υπαλλήλου και του υπάρχοντος προσωπικού, κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι προαγωγές των υπαλλήλων τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή των υπαλλήλων σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική εξέλιξή του και η κρίση αυτή είναι κατάφορα άδικη, η πλήρωση της παραπάνω αίρεσης, υπό την οποία τελεί η προαγωγή των υπαλλήλων, παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστης εκ μέρους του εργοδότη.
Οπότε, η αίρεση θεωρείται πλασματικά ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ.1). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια, μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επίδοσης και απόδοσης των υπαλλήλων. Αν σε συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη με την παραπάνω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της απόφασης η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεσθεί.
Εξ άλλου, ο εναγόμενος εργοδότης μπορεί, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Η ένσταση αυτή στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, εν όψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών του ανώτερου βαθμού.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, περίπτωση που συντρέχει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε.
Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
2. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη : Ότι ο ενάγων και εδώ αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την εναγομένη και εδώ αναιρεσείουσα με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου και απασχολήθηκε σ' αυτή από την 15-9-1980, ενταχθείς στο λογιστικό κλάδο.
Ότι ο ανωτέρω είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Θεσσαλονίκης και της Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και γνώστης της αγγλικής γλώσσας σε επίπεδο "πολύ καλά". Ότι η βαθμολογική εξέλιξή του στην υπαλληλική ιεραρχία της εναγόμενης ήταν κανονική και απρόσκοπτη μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη, στον οποίο προήχθη την 1-4-1994.
Ότι υπηρέτησε στο Υποκατάστημα της εναγομένης ..., στην Υπηρεσία Εργασιών Εσωτερικού, απασχοληθείς με την εξόφληση επιταγών, την εξόφληση εντολών, τη δακτυλογράφηση και διεκπεραίωση Εντολών Μεταφοράς, τη διαχείριση των Εθνικών Δανείων του Υποκαταστήματος, όπως και με την έκδοση όλων των συμψηφιστικών εγγράφων.
Ότι εργάσθηκε ως διαχειριστής στα δύο Δημόσια Ταμεία της πόλης και ως αναπληρωτής πράκτορας κατ' επανάληψη στα πρακτορεία της Τράπεζας στην ….. . Ότι με τη …/25-10-90 πράξη του Διοικητή της εναγόμενης, άσκησε από 2-1-1991 καθήκοντα βοηθού ελεγκτή και από την ένταξή του στην υπηρεσία Εποπτείας και Στατιστικής Οικονομικής Συγκυρίας, την 27-3-1995, άσκησε καθήκοντα ελεγκτή.
Ότι με την …0/30-11-2004 πράξη Διοικητή της Τραπέζης της Ελλάδος του ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου της ίδιας Υπηρεσίας και με τη …6-7-2009 πράξη Διοικητή του ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας Γενικών Εργασιών. Ότι έχει παρακολουθήσει τα εξής επιμορφωτικά σεμινάρια: Προαγωγικό σεμινάριο, Εποπτεία Τραπεζών και Τραπεζικοί Κίνδυνοι, Πρόληψη και καταστολή της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες (Movey Laundering), Αγγλικά προχωρημένου επιπέδου, μεταπτυχιακό σεμινάριο "Εκπαίδευση Εκπαιδευτών" σε χρηματιστηριακά θέματα, μεταπτυχιακό σεμινάριο "Χρηματιστηριακά Θέματα και Τραπεζικά Προϊόντα", Θέματα χρηματιστηριακά, Εφαρμογή πιστωτικών και Νομισματικών Κανόνων, Οικονομική και νομισματική Ένωση, καθώς και τα εξής αγγλόφωνα:
μεταπτυχιακό σενάριο περιφερειακής ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο "…… "The 3rt Euromoney Covered Bond Congress", "The 13th European Local and Regional Government Financing)) καθώς και "Economics. Banking and Financing Europe" (100 ωρών). Ότι είχε ορισθεί εισηγητής στα εξής: Από το 1990 στο ΕΛΚΕΠΑ σε τραπεζικά θέματα, σε σεμινάριο …. με θέμα "….", σε ημερίδες για το ρόλο των Κεντρικών Τραπεζών στην Ευρώπη, για "…." και "Ήπειρος, το σταυροδρόμι της Ευρώπης".
Ότι έχει συμμετάσχει σε επιτροπή αξιολόγησης προτάσεων ιδιωτών Π.Ε.Π. …. και Ενίσχυσης Παραδοσιακής Βιοτεχνίας και έχει αξιολογηθεί για τα κρίσιμα έτη 2006-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολογήσεως με την παρατήρηση ότι έχει ως στέλεχος μεγάλη προοπτική εξέλιξης. Ότι η εναγομένη με την 8/23-7-2010 απόφαση του Γενικού της Συμβουλίου, προήγανε 78 Τμηματάρχες στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, όμως, παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα.
Ότι μεταξύ των προαχθέντων ήσαν οι ακόλουθοι, έναντι των οποίων ο ενάγων υπερείχε με τον αντιστοίχως αναφερόμενο τρόπο: 1) Β. Δ., ο οποίος προσλήφθηκε την 29-11-1984 και απασχολήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια της θητείας του στην υπηρεσία Ταμειακών Εργασιών του Υποκαταστήματος της εναγομένης ..., προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-10-2000, άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 22-7-2002 και Προϊσταμένου της ίδιας Υπηρεσίας από 9-7-2009, είναι κάτοχος πτυχίου Ανώτατης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, παρακολούθησε έξι σεμινάρια και δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις.
Ότι ο ως άνω προαχθείς υστερεί έναντι του ενάγοντος σε γενική σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, αφού ο ενάγων είναι κάτοχος δύο πτυχίων ενώ αυτός ενός, στη γνώση ξένων γλωσσών, εφόσον ο ενάγων γνωρίζει καλώς την αγγλική ενώ αυτός δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, εφόσον στον ενάγοντα έχουν ανατεθεί ανώτερες και περισσότερες θέσεις ευθύνης και πολύ ενωρίτερα απ' ότι στο συγκρινόμενο, στην παρακολούθηση επιμορφωτικών σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι του ανωτέρω προαχθένος, δεδομένου του ότι η αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό αποτελεί σπουδαίο προσόν και συνιστά κριτήριο, το οποίο λαμβάνεται σοβαρά υπ' όψη στις προς προαγωγή κρίσεις των υπαλλήλων, ότι η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων αποτελεί σπουδαίο ουσιαστικό προσόν και στοιχείο υπεροχής του εκτελούντος αυτά κατά τη σύγκριση των προσόντων, καθόσον η υπεροχή ως προς το χρόνο που ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα έχει βαρύνουσα σημασία ως προς την κρίση για προαγωγή, γιατί έχει σχέση με τη γνώση, την εμπειρία και την εντεύθεν καταλληλότητα για την άσκηση των καθηκόντων επόμενου βαθμού, ότι η γνώση ξένων γλωσσών αποτελεί ουσιαστικό προσόν και στοιχείο υπεροχής του διαθέτοντος αυτή κατά τη σύγκριση των προσόντων και ότι η παρακολούθηση σεμιναρίων αποτελεί ουσιαστικό προσόν. 2) Ο Θ.
Κ., ο οποίος προσλήφθηκε το 1980, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Διοικητικού και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 01-4-1996, είναι απόφοιτος Λυκείου και δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, άσκησε μόνον καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από το 2008, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι ο ως άνω προαχθείς υστερεί έναντι του ενάγοντος σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη γνώση ξένων γλωσσών, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, ενώ είναι ισοδύναμος του ενάγοντος στη βαθμολογία και τη γενική αρχαιότητα.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντας έναντι του ανωτέρω προαχθένος. 3) Η Ε. Κ., η οποία προσελήφθη το 1985, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Εργασιών του Δημοσίου και προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 01-07-2007, της ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος το έτος 2009, είναι απόφοιτη Λυκείου, γνωρίζει δύο ξένες γλώσσες (αγγλική και γαλλική) παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι η ως άνω προαχθείσα υστερεί έναντι του ενάγοντος σε ειδική και γενική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στην άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις και είναι ισοδύναμη του ενάγοντος στη βαθμολογία, ενώ ο ενάγων υστερεί έναντι αυτής στη γνώση ξένων γλωσσών.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν τον χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι της ανωτέρω προαχθείσης. 4) Ο Κ. Μ., ο οποίος προσελήφθη το 1974, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ταμείων, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 01-10-1997, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από το 2007, είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, παρακολούθησε μόνο έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι ο ως άνω προαχθείς υστερεί έναντι του ενάγοντος σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, είναι ισοδύναμος του ενάγοντος στη βαθμολογία, ενώ ο ενάγων υστερεί στη γενική αρχαιότητα.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι του ανωτέρω προαχθέντος. 5) Ο. Π. Ν., ο οποίος προσλήφθηκε το 1979, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ταμείων, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-4-1996, του ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος το 2009, είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι ο ως άνω προαχθείς υστερεί έναντι του ενάγοντος σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, είναι ισοδύναμος του ενάγοντος στη βαθμολογία, ενώ ο ενάγων υστερεί στη γενική αρχαιότητα.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι του ανωτέρω προαχθέντος. 6) Ο Α. Χ., ο οποίος προσελήφθη το 1980, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ταμείων, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 01-10-2003, άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος, είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές, ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι ο ως άνω προαχθείς υστερεί έναντι του ενάγοντος σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, ενώ είναι ισοδύναμος του ενάγοντος στη βαθμολογία και στη γενική αρχαιότητα.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι του ανωτέρω προαχθέντος. 7) Ο Κ. Π., ο οποίος προσελήφθη το 1974, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Ταμείων, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 01-01-2002, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος από το έτος 2008, είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι ο ως άνω προαχθείς υστερεί έναντι του ενάγοντος σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, είναι ισοδύναμος του ενάγοντος στη βαθμολογία, ενώ ο ενάγων υστερεί αυτού στη γενική αρχαιότητα. Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι του ανωτέρω προαχθέντος. 8) Η Β.
Τ., η οποία προσελήφθη το 1984, είναι απόφοιτη Μέσης Σχολής, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Διοικητικού, προήχθη στον βαθμό του Τμηματάρχη την 01-10-2006, άσκησε καθήκοντα Αναπληρώτριας Προϊσταμένου Τμήματος, γνωρίζει καλώς την αγγλική, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι η ως άνω προαχθείσα υστερεί έναντι του ενάγοντος σε γενική αρχαιότητα, σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, ενώ είναι ισοδύναμη του ενάγοντος στη βαθμολογία και στη γνώση ξένων γλωσσών.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι της ανωτέρω προαχθείσας. 9) Α. Φ., η οποία προσελήφθη το 1984, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 01-10-1996, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, είναι απόφοιτος Λυκείου, γνωρίζει καλώς την αγγλική γλώσσα, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι η ως άνω προαχθείσα υστερεί έναντι του ενάγοντος σε γενική και ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, είναι ισοδύναμη του ενάγοντος στη βαθμολογία, ενώ ο ενάγων υστερεί αυτής στην ανάληψη θέσεων ευθύνης.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι της ανωτέρω προαχθείσης. 10) Ο Γ. Η., ο οποίος προσελήφθη το 1977, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Εργασιών του Δημοσίου, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1-10-2002, άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από το 2002, είναι απόφοιτος Λυκείου, γνωρίζει καλώς τη γαλλική, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι ο ως άνω προαχθείς υστερεί έναντι του ενάγοντος σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, είναι ισοδύναμος του ενάγοντος στη βαθμολογία και τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ ο ενάγων υστερεί αυτού στη γενική αρχαιότητα. Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι του ανωτέρω προαχθέντος. 11) Ο Γ.
Χ., ο οποίος προσελήφθη το 1976, απασχολήθηκε στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεωρήσεως, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 01-4-1996, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι ο ως άνω προαχθείς υστερεί έναντι του ενάγοντος σε γενική και ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις, είναι ισοδύναμος του ενάγοντος στη βαθμολογία και στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, ενώ ο ενάγων υστερεί αυτού στη γενική αρχαιότητα.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν τον χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι του ανωτέρω προαχθέντος και 12) Η Μ. Χ., η οποία προσελήφθη το 1974, απασχολήθηκε στην Διεύθυνση Ταμείων, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 01-7-1999, άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Τμήματος, είναι απόφοιτος Λυκείου, δεν γνωρίζει ξένη γλώσσα, παρακολούθησε έξι σεμινάρια, δεν συμμετείχε σε επιτροπές ούτε έχει προβεί σε εισηγήσεις και βαθμολογήθηκε για τα έτη 2007-2009 με 17 εξαίρετος επί 17 κριτηρίων αξιολόγησης.
Ότι η ως άνω προαχθείσα υστερεί έναντι του ενάγοντος σε ειδική αρχαιότητα, στους τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στην παρακολούθηση σεμιναρίων, στη συμμετοχή σε επιτροπές και σε εισηγήσεις και είναι ισοδύναμη του ενάγοντος στη βαθμολογία, ενώ ο ενάγων υστερεί έναντι αυτής στην ανάληψη θέσεων ευθύνης και σε γενική αρχαιότητα.
Ότι συνεπώς, η ως άνω υπεροχή του ενάγοντος προσδίδει σ' αυτόν το χαρακτηρισμό του καταφανώς υπερέχοντος έναντι της ως άνω προαχθείσας. Ότι από την ως άνω, αναλυτική σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με τα προσόντα των προαχθέντων και προς σύγκριση προταθέντων συναδέλφων του, συνολικά εκτιμώμενων, συνάγεται η κατάδηλη υπεροχή του έναντι των ανωτέρω συναδέλφων του, με τους οποίους συγκρίθηκε.
Ότι σύμφωνα με τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η εναγομένη, η οποία την 23-7-2010 παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου, ενώ προήγαγε στον ίδιο βαθμό τους προταθέντες προς σύγκριση ανωτέρω δώδεκα (12) συναδέλφους του, παρακώλυσε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την τότε προσβαλλόμενη απόφαση, δίκασε εκ νέου την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη έπρεπε να προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου από 23-7-2010. Με την κρίση αυτή, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ.1 ΑΚ, διότι τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών και καταφάσκουν τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων.
Διέλαβε δε στην απόφαση του, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω, όσον αφορά στο ουσιώδες ζήτημα της εναντίον της καλής πίστης μη πλήρωσης της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος στο συγκεκριμένο βαθμό.
Διότι, σύμφωνα με τα όσα δέχθηκε, πράγματι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη παραλείφθηκε και δεν προήχθη ο αναιρεσίβλητος, αν και διέθετε όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που προέβλεπε ο κανονισμός του προσωπικού της αναιρεσείουσας και υπερτερούσε καταφανώς έναντι των ως άνω προαχθέντων στον ίδιο βαθμό και προταθέντων προς σύγκριση δώδεκα συναδέλφων του, αν και θα αρκούσε η εν λόγω υπεροχή του έναντι έστω και ενός μόνον.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου τρίτος υπό στοιχείο Α, τέταρτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
3. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε λάθος ως προς την ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά έχει, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο, κατ' αυτόν τον τρόπο, παραμορφωθέν περιεχόμενο του εγγράφου. Αντίθετα, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τη συνεκτίμηση περισσότερων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το επίμαχο έγγραφο, χωρίς όμως τούτο να εξαίρεται ιδιαιτέρως.
Εν προκειμένω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση παραμορφώσεως του περιεχομένου της …/25-10-1990 πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος με την οποία εγκρίθηκε η μετάταξη του αναιρεσίβλητου στη διαβάθμιση του βοηθού ελεγκτή με μηνιαίο επίδομα 11.900 δρχ. για την άσκηση πιστωτικών ελέγχων στις τράπεζες και στις επιχειρήσεις, ήτοι εγγράφου σύμφωνα με το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων από αυτόν προ της 2-1-2007. Το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι "κατόπιν της …/25-10-90 πράξης του Διοικητή της εναγομένης Τράπεζας (ο ενάγων) εκτελούσε από 2-1-1991 καθήκοντα βοηθού ελεγκτή, ενώ από 27-3-1995 ασκούσε καθήκοντα ελεγκτή. Με την 1200/30-11-2004 πράξη του Διοικητή του ανατέθηκαν καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου...". Και περαιτέρω, κατόπιν συνεκτίμησης όλων των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω έγγραφο, δέχθηκε ότι ο ενάγων ασκούσε υπεύθυνα καθήκοντα και προ της 2-1-2007. Με βάση αυτά, η παραδοχή του δικαστηρίου ότι ο ενάγων ασκούσε καθήκοντα βοηθού ελεγκτή κατόπιν της ανωτέρω πράξης του Διοικητή αποδίδει το αληθές περιεχόμενο αυτής, ενώ η κρίση του δικαστηρίου για άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων προ της 2-1-2007 δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση του επίμαχου εγγράφου, αλλά σε αξιολόγηση αυτού παράλληλα με τις λοιπές αποδείξεις.
Συνεπώς, δεν θεμελιώνεται η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια και ο εξεταζόμενος λόγος ελέγχεται αβάσιμος.
4. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς το αν λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο μέσο απόδειξης. Ο λόγος, όμως, δεν ιδρύεται, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπ' όψη όλα τα κατ' είδος, έστω, αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκε το αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Ειδικότερα, σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 502/2007).
Εν προκειμένω, με τους δεύτερο υπό στοιχείο Β και τρίτο υπό στοιχείο Γ λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπ' όψη τα σχετικά με τα ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσίβλητου και των προς σύγκριση αυτού προτεινόμενων και αντ' αυτού προαχθέντων συναδέλφων του έγγραφα, που η αναιρεσείουσα είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, ειδικότερα, τα έγγραφα που αφορούν στον αναιρεσίβλητο (ιστορικό υπηρεσιακών μονάδων και ατομικό δελτίο προς προαγωγή), από τα οποία προκύπτουν αντιστοίχως ο χρόνος άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και η μη γνώση ξένης γλώσσας. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση ότι τα περιστατικά που έγιναν δεκτά, αποδείχθηκαν από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται αμφιβολία ως προς το ότι το εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα εν λόγω έγγραφα ως προς το χρόνο άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων και τη γνώση αγγλικής γλώσσας. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως ελέγχονται αβάσιμοι.
5. Με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αποδίδεται, επίσης, η αιτίαση ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη "τα στο φάκελο Δ υπό στοιχεία Δ1, Δ2, Δ3, Δ8, Δ9, Δ10 και Δ12 έγγραφα και σχετικά", τα οποία αφορούν στα σεμινάρια που παρακολούθησαν, αντιστοίχως, οι προς σύγκριση προταθέντες και προαχθέντες Β. Δ., Θ. Κ., Ε. Κ., Β. Τ., Α. - Α. Φ., Γ. Η. και Μ. Χ.. Από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας, ως εφεσίβλητης, προκύπτει ότι αυτή είχε επικαλεστεί προς απόδειξη των προσόντων των προς σύγκριση προταθέντων υπαλλήλων της τα στο φάκελο Δ υπό στοιχεία Δ1 έως Δ12 έγγραφα, χωρίς τα να προσδιορίζει ειδικότερα, ώστε να προκύπτει η ταυτότητα και το θέμα στο οποίο αφορούν (αν πρόκειται δηλαδή για έγγραφα υπηρεσιακής επιμόρφωσης του προσωπικού ή για ατομικά δελτία των προς προαγωγή υπαλλήλων). Επομένως, εφ' όσον η επίκληση των ανωτέρω εγγράφων δεν ήταν σαφής και ορισμένη, δεν θεμελιώνεται η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια άρθρου 559 αρ.11γ' ΚΠολΔ και ο πέμπτος λόγος της αίτησης είναι απαράδεκτος.
6. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 817/2012, ΑΠ 1690/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, στοιχείο Β, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το εφετείο δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι γνωρίζει την αγγλική γλώσσα πολύ καλά, χωρίς απόδειξη. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το εφετείο όχι μόνο δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, αφού σ' αυτή, εκτός από τη γενική μνεία για τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, γίνεται και ειδική αναφορά στο ότι ο αναιρεσίβλητος συμμετείχε σε σεμινάριο αγγλικής γλώσσας - τμήμα προχωρημένων, καθώς και σε αγγλόφωνα σεμινάρια που προϋποθέτουν γνώση της αγγλικής γλώσσας σε "πολύ καλό" επίπεδο. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος.
7. Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Εξ άλλου, στο πλαίσιο της καθιερωμένης από το άρθρο 106 ΚΠολΔ δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή.
Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ.1 α' ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα και οι συνέπειες της άσκησής της να αίρονται αναδρομικώς. Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 παρ.1β' και 295 παρ.1β' ΚΠολΔ, και στην περίπτωση του περιορισμού με τις προτάσεις του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο.
Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ελέγχεται με τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1352/2009 και ΑΠ 1348/2006). Στην προκείμενη περίπτωση, το εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το έκανε εν μέρει δεκτό και υποχρέωσε την εναγομένη Τράπεζα να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 10.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράλειψη του αρμοδίου οργάνου αυτής να τον προαγάγει κατά τα ανωτέρω, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής έως εξοφλήσεως.
Προκύπτει, όμως, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων ότι ο ενάγων, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, είχε περιορίσει παραδεκτά το αίτημα του κεφαλαίου αυτού σε αναγνωριστικό. Με την κρίση του αυτή, το εφετείο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.9 περ.
β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος, με το οποίο προέβη στην καταψήφιση του ποσού των 10.000 ευρώ, αντί της αναγνώρισης της οφειλής αυτού. Κατά τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί και να εκδικασθεί από τον Άρειο Πάγο, διότι δεν χρειάζεται άλλη διερεύνηση, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής διατύπωση του διατακτικού της εκδοθησομένης αποφάσεως. Τέλος, η δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (ΚΠολΔ 178 παρ.1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1363/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς τη διάταξη περί χρηματικής ικανοποιήσεως.
Κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας ως προς το αναιρεθέν μέρος.
Αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη έχει υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Και
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της αναιρετικής δίκης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ