1632/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Legislator headnote
AI generated1632/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, δεν αντιβαίνει ούτε στη διάταξη του άρθρου 20 §1 του συντάγματος, στο μέτρο που η κατάταξη γενικών ειδικών προνομιούχων και εγχειρόγραφων δανειστών είναι ρητά καθορισμένη από το νόμο και με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ παρέχεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1632 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1632/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "...", πρώην "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο"...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σπυρίδωνα Λάλα και Γρηγόριο Τιμαγένη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ασφαλιστικού Οργανισμού με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-Ε.Τ.Α.Μ.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Διοικητή του και β) στην προκειμένη περίπτωση από τον Διευθυντή του Ταμείου Εσόδων ... που εδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Αναγνώστου Παναχράντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ" (ΟΑΕΕ) (ΤΕΒΕ) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα α) από τον Διοικητή του και β) στην προκειμένη περίπτωση από τον Προιστάμενο της ..., το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/2/2012 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 454/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2015 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15/7/2015 αίτησή της και τους από 12/1/2016 και 15/2/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 15/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15/7/2015 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και των από 12/1/2016 και 15/2/2016 πρόσθετων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, αν η συζήτηση (μετά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο) αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν, κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Τούτο όμως ισχύει μόνον εφόσον οι διάδικοι είχαν κλητευθεί νομίμως κατά την αρχική δικάσιμο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 226 παρ. 3 εδ. γ’ και δ’ , 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με σημείωση στο πινάκιο, είναι δε απών κατά τη νέα μετά από αναβολή δικάσιμο κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απών διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε κλητευθεί σ’ αυτήν νομότυπα και εμπρόθεσμα, μόνο δε αν συντρέχει η μία ή άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος κατά τη νέα μετ’ αναβολήν συζήτηση, διαδίκου.
Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα .../5-11-2015 και ...10-11-2015 εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών αντιστοίχως στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. (Ν.) Κ. - Κ. και στο Πρωτοδικείο Κω Κ. Μ., προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησής της για αναίρεση της 4/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ) ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με τις πράξεις κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμού της συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό ...
την 21 Μαρτίου 2016 και κλήσης του αναιρεσιβλήτου αυτού να παραστεί κατά την ανωτέρω συζήτησή της (άρθρ.122 παρ. 1, 123, 126 παρ. 1περ.δ, 128 παρ. 1-3, 230 παρ. 2, 498 παρ. 1 και 2, 568 ΚΠολΔ, 21 παρ. 9 του ν.1902/1990 και 54 του ΚΕΔΕ). Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα .../16-2-2016 και ... /17-2-2016 εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών αντιστοίχως των περιφερειών των Εφετείων Αθηνών Κ.
Ε. Τ. και Δωδεκανήσου Μ. Κ. Κ. προκύπτει, ότι στο παραπάνω δεύτερο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίγραφο και του από 12-1-2016 δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης με πράξη κατάθεσής τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και κλήση προς το ως άνω αναιρεσίβλητο να παραστεί κατά τη συζήτηση και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης κατά την αυτή παραπάνω δικάσιμο της 21-3-2016.
Τέλος, από τις επίσης προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα ...16-2-2016 και ... /17-2-2016 εκθέσεις των δικαστικών επιμελητών αντιστοίχως των περιφερειών των Εφετείων Αθηνών Κ. Ε. Τ. και Δωδεκανήσου Μ. Κ. Κ. προκύπτει ότι στο παραπάνω δεύτερο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίγραφο και του από 15-2-2016 δευτέρου δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης με πράξη κατάθεσής τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και κλήση προς το ως άνω δεύτερο αναιρεσίβλητο να παραστεί κατά τη συζήτηση και των πρόσθετων αυτών λόγων αναίρεσης κατά την αυτή δικάσιμο της 21-3-2016.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση της αίτησης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποίαν όμως το τρίτο αναιρεσίβλητο, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στη σειρά της από το πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε. Γι’ αυτό, αφού έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από την επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα να παραστεί κατά την αρχική ως άνω δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, η από 15-7-2015 αίτηση αναίρεσης κατά της 4/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και οι με τα από 12-1-2016 και 15-2-2016 αυτοτελή δικόγραφα ασκηθέντες, παραδεκτά, πρόσθετοι λόγοι αυτής, που πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 12-1-2016 και 15-2-2016 πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του από τους εφεσίβλητους πέμπτου και ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ) και αντιμωλία του τετάρτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ -ΤΕΑΜ)", υπ’ αριθμ. 4/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 6-8-2013 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 454/2013 οριστικής απόφασή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που, επίσης δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του από τους εφεσίβλητους πέμπτου και ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών" (ΟΑΕΕ) και αντιμωλία του τετάρτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ -ΤΕΑΜ)", είχε απορρίψει την από 14-2-2012 ανακοπή της τελευταίας (αναιρεσείουσας), με την οποία ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, να ακυρωθεί ο πίνακας κατάταξης δανειστών του συμβολαιογράφου Καλύμνου Π.
Χ., προκειμένου να καταταγεί η ίδια προνομιακά για την ασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης απαίτησή της ποσού 1.050.436,52 ευρώ μετά των νομίμων τόκων και να καταταχθούν οι καθ’ ων η ανακοπή και ήδη οι εξ αυτών αναιρεσίβλητοι στο ποσόν του πλειστηριάσματος που θα απομείνει. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ) κατά τους κύριους και τους πρόσθετους λόγους της, που παραδεκτά επίσης άσκησε με ιδιαίτερα δικόγραφα η αναιρεσείουσα (άρθρ. 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).- Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου".
Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας.
Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.
Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 24,25/2006, ΟλΣτΕ 1286/2012).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.
Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία των συμβάσεων, προεχόντως, όπως αυτή εκφράζεται στο άρθρο 361 ΑΚ, η οποία, εκτός από την ελευθερία της σύναψης ή μη της σύμβασης και την ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου, περιλαμβάνει και την ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης.
Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ’ αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ.3 και 106 παρ.2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 33/2002, 4/1998).
Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ’ εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια και κρίνεται αυτοτελώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (πρβλ.
ΟλΑΠ 6/2015). Ακόμη περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Συντάγματος, "η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το άρθρο πρώτο του Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο. 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσης", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" (ΟλΑΠ 40/1998, ΟλΣτΕ 3405/2014) .
Όμως δεν έχει εφαρμογή η συνταγματική διάταξη περί προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθ. 17 Συντ.), οσάκις με τα προνόμια θίγεται η, από το εμπράγματο δικαίωμα της υποθήκης, πηγάζουσα εξουσία προτίμησης (προνόμιο), καθόσον η συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας δεν επεκτείνεται και στα δικαιώματα εμπράγματης ασφάλειας, ώστε να καλύπτονται και οι με αυτές ασφαλιζόμενες ενοχικές απαιτήσεις.
Και τούτο γιατί η εμπράγματη ασφάλεια, ενεχυρική ή υποθηκική αποτελεί μεν και αυτή εμπράγματο δικαίωμα, δεν συνιστά όμως αυθύπαρκτο και αυτοτελές δικαίωμα δηλαδή καθ’ αυτό υφιστάμενο και υπάρχον αλλά παρεπόμενο και εξαρτημένο, συνυφασμένο κατά την υπόστασή του προς την, δι’ αυτού, εξασφαλιζόμενη ενοχική απαίτηση, την οποία προϋποθέτει και με την οποία συναποσβήνεται και τέλος δεν παρέχει εξουσία χρήσεως και καρπώσεως του πράγματος αλλά δικαίωμα αξιοποιήσεως και δυνατότητα αποκτήσεως χρηματικής ποσότητας για ικανοποίηση αυτού προνομιακή με την εκποίηση του αντικειμένου της.
Η προστασία που παρέχεται με τις ανωτέρω διατάξεις δεν είναι απόλυτη, αφού είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικοτέρου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος. Όρος, όμως, της παραδοχής των περιορισμών αυτών αποτελεί και ο σεβασμός της αρχής της αναλογικότητας.
Η αρχή αυτή, ως γενική αρχή του δικαίου, αναγνωριζομένη παγίως από τη νομολογία των δικαστηρίων, ως απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος 1975, αλλά και των άρθρων 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και πριν από την αναγωγή της σε ρητή συνταγματική έννοια με την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975, δια του από 6/17 Απριλίου 2001 Ψηφίσματος της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 25 αυτού, διέπει την όλη δημοσία δράση και δεσμεύει το νομοθέτη, το δικαστή και τη διοίκηση.
Όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, πρέπει να πληρούν τα τρία κριτήρια της, να είναι δηλαδή α) κατάλληλα, ήτοι πρόσφορα για την πραγμάτωση του επιδιωκομένου σκοπού, β) αναγκαία, ώστε να προκαλούν τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό και τέλος γ) εν στενή έννοια αναλογικά, να τελούν δηλαδή σε εσωτερική αλληλουχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της επερχόμενης εξ αυτών βλάβης. ( ΟλΑΠ 1/2015, 6/2009).
Τέλος, με τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κατοχυρώνεται το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας και της δίκαιης δίκης, οι διατάξεις δε αυτές δεν αποκλείουν τη θέσπιση από τον κοινό νομοθέτη κανόνων και προϋποθέσεων, που να περιορίζουν την άνω προστασία, εφ’ όσον οι προϋποθέσεις αυτές συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και, περαιτέρω, δεν υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων συνεπάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευομένου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας.
Εξάλλου, η μακρόχρονη διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας, στηριζόμενος σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρύθμισης θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε, περαιτέρω, στην παράλυση της δράσης του νομοθέτη και στη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες (ΣτΕ 6/1999), και, ειδικότερα, να ασκεί την παρεχομένη σε αυτόν ευχέρεια κατά την εφαρμογή του κρατικού οικονομικού προγραμματισμού (ΣτΕ 490/2000).
Κατ’ ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 493/2015).
Η Ελληνική Κυβέρνηση αποφάσισε το έτος 2010 να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής σε στενή συνεννόηση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (Δ.Ν.Τ.). Στα πλαίσια αυτά δημοσιεύτηκε ο Ν. 3863/2010 "Νέο Ασφαλιστικό Σύστημα και συναφείς διατάξεις, ρυθμίσεις στις εργασιακές σχέσεις", με το άρθρο 41 του οποίου τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό (παρ. 1 και 5) ορίζονται τα εξής: "1. Στις διατάξεις της περίπτωσης 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 91 Α’ ) υπάγονται και οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.
Η περίπτωση 6 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 16 του Ν. 2972/2001 (ΦΕΚ 291 Α’ ), καταργείται, αναριθμουμένων των επομένων περιπτώσεων...5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρμογή σε πλειστηριασμούς που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη...". Στη συνέχεια ακολούθησε ο Ν. 3994/2011 με το άρθρο 56 του οποίου ορίζεται ότι: "η περίπτωση 3 του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας αντικαθίσταται ως εξής:
Οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, οι απαιτήσεις των δασκάλων, καθώς και οι απαιτήσεις από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις των δικηγόρων είτε αμείβονται κατά υπόθεση είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού.
Οι αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσης της σύμβασης έμμισθης εντολής κατατάσσονται στην τάξη αυτή ανεξαρτήτως του χρόνου στον οποίο προέκυψαν. Στην ίδια τάξη υπάγονται και οι απαιτήσεις των φορέων κοινωνικής ασφάλισης αρμοδιότητας γενικής γραμματείας κοινωνικών ασφαλίσεων, εφόσον προέκυψαν έως την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης.
Η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, κατά το άρθρο 977, γίνεται μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων της τάξεως αυτής", ενώ με τη μεταβατική διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 72 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "5. Οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση, διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του.
Τα άρθρα 959 παρ. 2, 963 και 975 παρ. 3 του ΚΠολΔ εφαρμόζονται και επί πλειστηριασμών, που θα διενεργηθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι απαιτήσεις των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού ή την κήρυξη της πτώχευσης, κατατάσσονται στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων από την έκτη τάξη, που κατατάσσονταν μέχρι τότε και η διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά ( 1/3 και 2/3), κατά το άρθρο 977 ΚΠολΔ, όταν δηλαδή συντρέχουν με απαιτήσεις εξοπλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια επί του αντικειμένου της εκτέλεσης, γίνεται μετά την ικανοποίηση της τάξης αυτής.
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3863/2010 η κατάταξη των απαιτήσεων αυτών των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης στην τρίτη τάξη, θεωρήθηκε αναγκαία, καθόσον κρίθηκε ότι από τη μέχρι τότε ισχύουσα σειρά κατάταξης των απαιτήσεων αυτών στην έκτη τάξη των γενικών προνομίων δημιουργούνταν πολλά οικονομικά προβλήματα στους ασφαλιστικούς οργανισμούς, των οποίων κύρια πηγή εσόδων αποτελούν οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, δεδομένου ότι οι απαιτήσεις τους ικανοποιούνταν σπανίως, αφού προηγούνταν οι απαιτήσεις των υπολοίπων προνομιούχων δανειστών.
Ειδικότερα, με την άνω αιτιολογική έκθεση διατυπώθηκε η διαπίστωση ότι η αποστέρηση των ασφαλιστικών εισφορών από τους οικείους φορείς έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής η πληρωμή των προβλεπόμενων από τη νομοθεσία τους παροχών (ασθένειας και σύνταξης) στους ασφαλισμένους και στους συνταξιούχους τους.
Ενδεικτικά αναφέρεται η περίπτωση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, του μεγαλύτερου ασφαλιστικού φορέα μισθωτών της χώρας, όπου, σύμφωνα με την νομοθεσία που το διέπει, οι ασφαλιστικές εισφορές αποτελούν προέκταση του μισθού, του κοινωνικού καλούμενου μισθού και ως εκ τούτου πρέπει να καταβάλλονται υπέρ του Ιδρύματος μαζί με το μισθό.
Η αρχή αυτή διατυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του α.ν. 1846/1951 (ΦΕΚ 179 Α’ ) και διαπνέει το σύνολο των διατάξεών του, που επιβάλλουν αυστηρές κυρώσεις σε όσους καθυστερούν την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Η κατάταξη των απαιτήσεων του ΙΚΑ- ΕΤΑΜ, (όπως και των λοιπών ασφαλιστικών οργανισμών) στην έκτη θέση των προνομίων έχει το αποτέλεσμα να ικανοποιούνται σπανίως οι αναγγελλόμενες απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η εκπλήρωση της αποστολής του Ιδρύματος (πληρωμή συντάξεων και λοιπών παροχών προς τους ασφαλισμένους), δεδομένου ότι κατά ρητή επιταγή του νόμου, (άρθρο 26 παρ. 7 του α.ν. 1846/1951-ΦΕΚ 179 Α721-6-1951) η μη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών από τον εργοδότη, δεν συνεπάγεται για τον ασφαλισμένο στέρηση ή μείωση των δικαιωμάτων του σε παροχές.
Για τους λόγους αυτούς, προτάθηκε η υπαγωγή στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (δηλαδή μαζί με τις απαιτήσεις που έχουν σαν βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και των αποζημιώσεων λόγω καταγγελίας της σχέσης εργασίας) και των απαιτήσεων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, ώστε αυτές να ικανοποιούνται συμμέτρως με τις απαιτήσεις των εργαζομένων".
Ενόψει όλων αυτών, οι διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 1 και 5 Ν. 3863/2010 και 56 και 72 παρ.5 Ν. 3994/2011, με τις οποίες τροποποιήθηκαν τα άρθρα 975 και 977 ΚΠολΔ, δεν αντιβαίνουν στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1, 17 παρ.1, 20 παρ.1, 25 παρ.1, στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.3 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών Δικαιωμάτων, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, καθώς και στις συνταγματικές αρχές της νομικής ασφάλειας και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης.
Τούτο διότι η ένταξη με αυτές του προνομίου των απαιτήσεων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης στην τρίτη τάξη των γενικά προνομιούχων δανειστών, εφόσον προέκυψαν μέχρι τον πλειστηριασμό ή την κήρυξη της πτώχευσης και η ικανοποίησή τους πριν από τη διαίρεση του πλειστηριάσματος στα ποσοστά του 1/3 και των 2/3, κατ’ άρθρο 977 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που συντρέχουν με απαιτήσεις ενυπόθηκων ή και προσημειούχων δανειστών, έστω και εάν οι απαιτήσεις των τελευταίων έχουν γεννηθεί και ασφαλισθεί με υποθήκη ή προσημείωση υποθήκης πριν από την άνω νομοθετική μεταβολή, αποτελεί ρύθμιση, που εισάγεται με νόμο απρόσωπο, η οποία επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος και όχι από απλό ταμειακό συμφέρον.
Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί απρόσφορη ούτε μη αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν, δεδομένου ότι πριν την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 975 ΚΠολΔ, δημιουργούντο, κατά τα προαναφερόμενα, στην πράξη σοβαρά οικονομικά προβλήματα στους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων κύρια πηγή εσόδων αποτελούν οι εισφορές εργαζόμενων και εργοδοτών, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερής η εκπλήρωση της αποστολής τους, που συνίστατο στην καταβολή συντάξεων και άλλων παροχών στους ασφαλισμένους τους, ούτε δημιουργείται ανισότητα όμοιων περιπτώσεων διότι δεν πρόκειται για όμοιες περιπτώσεις, εφόσον στη μία περίπτωση υπάρχουν προνομιακές απαιτήσεις και στην άλλη όχι.
Τέλος, δεν αντιβαίνει ούτε στη διάταξη του άρθρου 20 §1 του συντάγματος, στο μέτρο που η κατάταξη γενικών ειδικών προνομιούχων και εγχειρόγραφων δανειστών είναι ρητά καθορισμένη από το νόμο και με τη διάταξη του άρθρου 979 παρ. 2 ΚΠολΔ παρέχεται το δικαίωμα σε οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης.
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στη προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) με το μοναδικό λόγο της ανακοπής της...κατά το δεύτερο σκέλος του ισχυρίζεται ότι οι δικές της απαιτήσεις ήταν ήδη γεννημένες και εμπραγμάτως ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης πριν την έναρξη της ισχύος της διάταξης του άρθρου 41 του Ν. 3863/2010, δυνάμει της οποίας οι απαιτήσεις του 4ου και 5ου των καθών οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης προαφαιρούνται και ικανοποιούνται προνομιακώς στην τρίτη τάξη, σε κάθε δε περίπτωση ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 41 του Ν. 3863/2010 είναι ανεφάρμοστη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα και ειδικότερα στις επιβαλλόμενες απ’ αυτό αρχές της ισότητας, της προστασίας της ιδιοκτησίας και της αναλογικότητας, καθώς και στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος ανακοπής κατά το δεύτερο σκέλος τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος... αφενός μεν διότι οι απαιτήσεις των ως άνω καθών, ως φορέων κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον προέκυψαν έως ακόμα και την ημέρα του πλειστηριασμού, σύμφωνα με ρητή νομοθετική επιταγή προαφαιρούνται και ικανοποιούνται προνομιακά, σε κάθε περίπτωση πριν την κατ’ άρθρο 977 ΚΠολΔ διαίρεση του πλειστηριάσματος σε ποσοστά, αφού ο νόμος δεν εξαρτά την κατά τα ανωτέρω προνομιακή ικανοποίηση των απαιτήσεων, που έχουν έναντι των πρώτων χρονική προτεραιότητα και επομένως καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί στην προκείμενη περίπτωση το γεγονός της γέννησης και εμπράγματης εξασφάλισης των απαιτήσεων της ανακόπτουσας πριν την έναρξη ισχύος της διάταξης του άρθρου 41 του Ν. 3863/2010, η οποία εφαρμόζεται εδώ, δεδομένου ότι ο επίδικος πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 2-11-2011, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω διάταξης, αφετέρου δε διότι η ανωτέρω διάταξη δεν είναι αντισυνταγματική".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ανακοπή της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή ζήτησε την ακύρωση του πίνακα κατάταξης, κατά το μέρος που, ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 975 αριθ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του, κατά τα προαναφερόμενα, κατέταξε στην τρίτη τάξη τις απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης και προβαίνοντας στη συνέχεια, κατ’ άρθρο 977 ΚΠολΔ, στη διαίρεση του πλειστηριάσματος στα ποσοστά του 1/3 και 2/3 κατέταξε αυτή στα 2/3 για μέρος των απαιτήσεών της, επικαλούμενη (η ήδη αναιρεσείουσα) την αντίθεση των άνω διατάξεων προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1,17 παρ. 1, 20 παρ.1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 2 παρ. 3 και 14 του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, 1 του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ενόψει και ότι οι απαιτήσεις της είχαν γεννηθεί και ήταν ασφαλισμένες με προσημείωση υποθήκης πριν από τη νομοθετική μεταβολή.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, προέβη σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1276, 1277 και 1278 ΑΚ, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 975 και 977 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις των άρθρων 41 παρ. 1 και 5 Ν. 3863/2010, 56 και 72 παρ. 5 του Ν. 3994/2011, δεχθείσα ότι οι τελευταίες
διατάξεις δεν αντίκεινται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, του Διεθνούς Συμφώνου Ατομικών και Πολιτικών Δικαιωμάτων, της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλη του και ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αυτής κατά το πρώτο, δεύτερο , τρίτο, τέταρτο και πέμπτο σκέλη του από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, κατά την οποία χωρεί αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 και 341 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, σαφώς προκύπτει, ότι "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη ιδρύει λόγο αναίρεσης, είναι οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάλυση του αξιουμένου με την αγωγή ή ανακοπή δικαιώματος ή του προβαλλόμενου με ένσταση τοιούτου, όχι δε και ισχυρισμοί, που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου ή στο ανίσχυρο τούτου, γιατί προσκρούει σε διάταξη του Συντάγματος (ΑΠ 179/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ειδικότερα, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της που προέβαλε με την ανακοπή της και επανέφερε ενώπιον του περί μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 41 του Ν. 3683/2010 και 56 του Ν. 3994/2011, με τα οποία τροποποιήθηκαν τα άρθρα 975 και 977 ΚΠολΔ, σε σχέση με το προνόμιο κατάταξης των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, λόγω του ανισχύρου αυτών, ως αντικειμένων στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ’ αυτή λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό.
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος ( ΑΠ 826/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, με την οποία, πλην άλλων, επανέφερε ενώπιον του τον αυτοτελή λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι η ρύθμιση των άρθρων 41 του Ν.3683/2010 και 56 του Ν.3994/2011, με την οποία οι απαιτήσεις των αναιρεσίβλητων, οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, αναβαθμίστηκαν στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων από την έκτη τάξη και προαφαιρούνται στο βαθμό που δημιουργήθηκαν μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, ενώ οι απαιτήσεις αυτής, που είχαν γεννηθεί και ήταν εμπραγμάτως εξασφαλισμένες πριν τη νομοθετική μεταβολή, ικανοποιούνται από την εκποίηση του ενυποθήκου ακινήτου μετά την ικανοποίηση αυτών, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στις διατάξεις του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος.
Επομένως, μολονότι στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνεται ιδιαίτερη αιτιολογία για το λόγο αυτό, κατά το παραπάνω μέρος του, θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά. Έτσι, όμως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι δεν άφησε αδίκαστο το αίτημα, εκ μόνου του λόγου ότι δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με αυτό στο αιτιολογικό του και συνεπώς ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, που κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του είναι από τον αριθμό 9 και όχι από τον αριθμό 1, όπως εσφαλμένα παρατίθεται, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 288 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 3671/2008 (πρώην άρθρο 249 της ΣΕΚ), "Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, τα θεσμικά όργανα θεσπίζουν κανονισμούς, οδηγίες, αποφάσεις, συστάσεις και γνώμες.
Ο κανονισμός έχει γενική ισχύ. Είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Η απόφαση είναι δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της.
Όταν ορίζει αποδέκτες, είναι δεσμευτική μόνο για αυτούς. Οι συστάσεις και οι γνώμες δεν δεσμεύουν". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι πηγή του δευτερογενούς (παραγώγου) κοινοτικού δικαίου αποτελεί και η οδηγία, η οποία δεσμεύει κάθε κράτος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αφότου κοινοποιηθεί στο υφιστάμενα κράτη μέλη με την προϋπόθεση ότι χαρακτηρίζεται (η οδηγία) από ακρίβεια και σαφήνεια, δεν τελεί υπό αίρεση, δεν εξαρτάται από μέτρα που πρέπει να λάβουν τα κράτη μέλη και ότι δεν αφήνει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στον εθνικό νομοθέτη.
Εκ τούτου παρέπεται ότι για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση διατάξεων κοινοτικής οδηγίας πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται, πέραν του πως κατέστη η επικαλούμενη οδηγία εσωτερικό ελληνικό δίκαιο και ποιο είναι το συγκεκριμένο περιεχόμενο της, ποιες ειδικότερες διατάξεις αυτής και του νόμου με τον οποίο κυρώθηκε έχουν παραβιασθεί, καθώς και σε τι συνίσταται η γενομένη παραβίαση (ΑΠ 427/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον έβδομο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραβίασης διατάξεων υπερνομοθετικής ισχύος και του ενωσιακού δικαίου και ειδικότερα το εποπτικό πλαίσιο της Διεθνούς Σύμβασης Βασιλεία II και τους κανόνες προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ήτοι τον Κανονισμό 575/2013, την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το νόμο 4261/2014 και τις ΠΔΤΕ 2588/20-8-2007, ΠΔΤΕ 2589/20-8-2007, ΠΔΤΕ 2590/20-8-2007, ΠΔΤΕ 2595/20-8-2007, που αποσκοπούν στη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, στην ενίσχυση της προστασίας των συμφερόντων των καταθετών, στη διασφάλιση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού τομέα της Ένωσης και στον περιορισμό των συστημικών κινδύνων του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ισχυριζόμενη ότι οι εφαρμοσθείσες με την προσβαλλόμενη απόφασή του διατάξεις των άρθρων 41 του Ν.3863/2010 και 56 του Ν.3994/2011 αντιστρατεύονται πλήρως τον επιδιωκόμενο από το ως άνω νομικό πλαίσιο και ιδίως την Οδηγία 2013/36/ΕΕ σκοπό.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι δεν μνημονεύονται ποιες ειδικότερες διατάξεις της Οδηγίας και του νόμου που κύρωσε αυτή παραβιάσθηκαν και με ποιο τρόπο.
Ενόψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως κατά τον κύριο και τους πρόσθετους λόγους της να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικαστεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του μόνου παραστάντος από τους αναιρεσιβλήτους, μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθ. 22 παρ. 1 ν.3693/1957 και την ΚΥΑ 134423/1993, αφού η νομική υπηρεσία του ΙΚΑ διεξάγεται προεχόντως διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθ. 176, 183 ΚΠολΔ, 22 παρ. 3 ν.3693/1957, 7 και 9 ν.δ.2698/1953, ΑΠ 217/2017, 1467/2014, 675/2009), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. (άρθρα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Ιουλίου 2015 αίτηση και τους από 12 Ιανουαρίου 2016 και 15 Φεβρουαρίου 2016 πρόσθετους λόγους αυτής, της εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" για αναίρεση της 4/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ασφαλιστικού οργανισμού με την επωνυμία "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΤΕΑΜ)", τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου