Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored medical evidence regarding cause of death.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision in a civil liability case. The appellants argued the lower court failed to consider specific medical expert reports linking injuries to the deceased's death. The court found the appellate court had properly evaluated all evidence and that omitting specific citations does not constitute a legal error.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(c) CPolD; Art. 561(1) CPolD: An appeal based on the non-consideration of evidence is inadmissible if the court of first instance actually evaluated the evidence, as mere omission of citation does not prove failure to consider.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1632 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1632/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Θ.Ρ., 2. Γ.Β. και 3. Α.Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Μαύρο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. .
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χας Α.Μ., 2. Α. Ε.Τ., 3. Ε.Μ., 4. Μ.Μ. 5. Ε.Μ. 6. Γ.Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Γρηγοράκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Μαΐου 1997 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 256/5423/795/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 213/2005 του Εφετείου Κρήτης . Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21 Ιουλίου 2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεση της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ελένης Παναγιωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποία αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται ορισμένα άλλα έγγραφα, εκτός του επιδίκου ( Α.Π.1698/2009, Α.Π. 624/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά τις πρωινές ώρες της 25ης Μαΐου 1992 ο Α.Μ., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, αδελφός της έβδομης και πατέρας των λοιπών εναγόντων, μαζί με το φίλο του Κ.Π., επέβαιναν σε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος κατευθυνόμενοι από την περιοχή της ...
προς την πόλη του Ηρακλείου. Έξω από το μπαρ με το διακριτικό τίτλο ..., του οποίου την εκμετάλλευση είχαν ο Μ.Κ. και ο Θ.Ρ., σταμάτησαν και παρενόχλησαν με λόγια τη Δ.Ζ., η οποία ήταν φίλη του Θ.Ρ. Η τελευταία ενοχλήθηκε και εισήλθε στο μπαρ, όπου ανέφερε το συμβάν στο Θ.Ρ., ο οποίος μαζί με τους εργαζόμενους σ' αυτό ως σερβιτόρους Γ.
και Α. Β., βγήκαν από το μπαρ και κινήθηκαν κατά του Α.Μ. και του Κ.Π. και άρχισαν να τους κτυπούν με κλωτσιές και γροθιές στο πρόσωπο, στο στήθος και την κεφαλή. Με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο κτύπησαν τον Α.Μ., ο οποίος από τα πολλαπλά και δυνατά κτυπήματα έπεσε αναίσθητος και βαριά τραυματισμένος στο έδαφος. Ο Κ.Π., τραυματισμένος και ο ίδιος και τρομοκρατημένος από την ομαδική επίθεση των ανωτέρω και τη βαριά κατάσταση του Α.Μ., κατάφερε ν' απομακρυνθεί από τον κλοιό των ανωτέρω και κατευθύνθηκε με το αυτοκίνητο του Α.Μ.
στην αστυνομία και ζήτησε βοήθεια. 'Ετσι στον τόπο του επεισοδίου έσπευσαν αστυνομικά όργανα του Αστυνομικού Τμήματος Ηρακλείου, τα οποία κάλεσαν ασθενοφόρο, που μετέφερε τον Α.Μ. σε βαριά κατάσταση στο ... Νοσοκομείο Ηρακλείου. Από τον προαναφερόμενο τραυματισμό του ο Α.Μ. υπέστη ημιπληγία αριστερά, μώλωπες κεφαλής, γαστροπληγία και εμετούς και εισήχθη στην μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου.
Στην αξονική τομογραφία στην οποία αυτός υποβλήθηκε στις 25.5.1992 αναφερόταν ότι "παρατηρείται ενδοεγκεφαλική αιμορραγία κροταφοβρεγματικά δεξιά με διάχυση του αίματος στην τρίτη κοιλία και στη δεξιά πλάγια κοιλία και συνοδό εγκεφαλικό οίδημα με πίεση επί της δεξιάς πλάγια κοιλίας, η οποία παρεκτοπίζεται πέραν της μέσης στις 27.5.1992 αναφερόταν ότι "τώρα υπάρχει αίμα σε όλες τις κοιλίες του εγκεφάλου, ενώ το οίδημα μετωποκροταφοβρεγματικά αριστερά παραμένει, όπως επίσης και η πίεση επί του αριστερού πλαγίου κοιλιακού συστήματος και επί της τρίτης κοιλίας".
Στις 2.6.1992 παρατηρήθηκε "οίδημα μικρότερου βαθμού, η αιμορραγική εστία, καθώς και η ποσότητα αίματος που ευρίσκεται στις κοιλίες είναι σαφώς μικρότερη, εντοπιζόμενη εις την αριστερά πλάγια κοιλία και έως την τρίτη κοιλιά".Όπως αναφέρεται στο φύλλο νοσηλείας ο Α.Μ. παρέμεινε στην μονάδα εντατικής θεραπείας " σε καταστολή και σε αναπνευστήρα", ενώ στις 25.6.1992 αναφέρεται ότι "ο αερισμός του αρρώστου δεν είναι ικανοποιητικές και η ακτινογραφία θώρακος έδειξε ανύψωση των ημιδιαφραγμάτων άμφω και ελάττωση του λειτουργικού παρεγχύματος με αρτηριακή πίεση 150/70, απύρετος" και ότι "στις 26.5.1992 μπήκε σε παρεντερική διατροφή".
Στις 19.6.1992 βγήκε από την μονάδα εντατικής θεραπείας και εισήχθη στη Β' παθολογική κλινική του ίδιου νοσοκομείου. Στο φύλλο νοσηλείας σημειώνεται " ασθενής σε ημικωματώδη κατάσταση, επικοινωνεί με το περιβάλλον, εν τω βάθει θρομβοφλεβίτις αριστερού ποδιού. Από το αναπνευστικό μεγαλοφυσαλιδώδεις άμφω υγρού.
Από το κυκλοφοριακό αρτηριακή πίεση 110, σφίξεις 98, παλαιό έμφραγμα κατωτέρου τοιχώματος και από το νευρικό πάρεση αριστερού άνω-κάτω άκρου, πτώση γωνίας στόματος αριστερά, τενόντια ελαττωμένα άμφω, βουβό πέλμα αριστερά, κοιλιακά αντανακλαστικά καταργημένα. Στις 26.6.1992 παρουσίασε πυρετό και στο φύλλο νοσηλείας αναγραφόταν "ασθενής σε ληθαργική κατάσταση, επικοινωνεί με το περιβάλλον".
Ετέθη ξανά σε οξυγόνο και λόγω του πυρετού έγινε διακοπή της αντιβίωσης. Στις 28.6.1992 αισθάνθηκε δυσφορία και μεταφέρθηκε στην καρδιολογική κλινική του ίδιου νοσοκομείου, όπου διαπιστώθηκε οξύ πρόσθιο πλάγιο έμφραγμα του μυοκαρδίου, το οποίο δεν προϋπήρχε, νοσηλεύτηκε δε μέχρι τις 10.7.1992, οπότε, μετά από νοσηλεία 46 ημερών με τις πιο πάνω επιπλοκές, εξήλθε από το νοσοκομείο και μεταφέρθηκε στην οικία του.
Εκεί παρέμεινε νοσηλευόμενος σε κακή κατάσταση μέχρι τις 21.7.1992, οπότε η κατάσταση του επιδεινώθηκε περαιτέρω. Οι ενάγοντες τότε τον μετέφεραν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου, στο οποίο μία ώρα μετά την μεταφορά του σ' αυτό απεβίωσε. Ο θάνατος του σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου Ηρακλείου, που συντάχθηκε μετά από βεβαίωση του ιατροδικαστή Ε.Φ., επήλθε από "αθηρωματική απόφραξη των στεφανιαίων αρτηριών της καρδίας".
Από το πιο πάνω ιστορικό της πορείας της υγείας του Α.Μ., προκύπτει ότι μόνη ενεργός αιτία του θανάτου του ήταν ο προαναφερόμενος ξυλοδαρμός του και η κρανιοεγκεφαλική κάκωση και το ενδοεγκεφαλικο αιμάτωμα που υπέστη από τον ξυλοδαρμό αυτό. Ειδικότερα το μεγάλο ενδοεγκεφαλικο αιμάτωμα είχε ως αποτέλεσμα την αριστερή ημιπληγία και την παραμονή του στην μονάδα εντατικής θεραπείας σε καταστολή και σε αναπνευστήρα.
Ως επακόλουθο αυτών και ως επιπλοκή αναφέρθηκε ο πυρετός με αναπνευστικά προβλήματα και η εν τω βάθει θρομβοφλεβίτιδα αριστερού ποδιού, για την οποία νοσηλεύτηκε στην παθολογική κλινική. Ενώ δε νοσηλευόταν σ' αυτήν υπέστη οξύ πρόσθιο πλάγιο έμφραγμα του μυοκαρδίου, πού, όπως αναφέρθηκε, δεν προϋπήρχε και για το λόγο αυτό διακομίστηκε στην καρδιολογική κλινική.
Αλλά και μετά την έξοδο του από την καρδιολογική κλινική και την μεταφορά του στην οικία του, συνέχιζε να παρουσιάζει τα ίδια νευρολογικά προβλήματα (ημιπληγία αριστερά) και τα πρόσφατα καρδιολογικά από το οξύ έμφραγμα που είχε υποστεί και τέλος μετά από δώδεκα ημέρες νοσηλείας στην οικία του απεβίωσε.
Και ναι μεν αυτός είχε παρουσιάσει καρδιολογικά προβλήματα και στο παρελθόν, αφού είχε νοσηλευθεί τέσσερις φορές κατά τα έτη 1989,1990 και 1991 για οξύ κατώτερο έμφραγμα, για ασταθή στηθάγχη και για ισχαιμική καρδιακή νόσο. Το μεγάλο όμως ενδοεγκεφαλικό αιμάτωμα που του προκλήθηκε από τον ξυλοδαρμό ήταν αναμβισβήτητα η αιτία των επιπλοκών για τις οποίες νοσηλεύτηκε στην παθολογική κλινική( πυρετός, εν τω βάθει θρομβοφλεβίτιδα αριστερού ποδιού) και του νέου μη προϋπάρχοντος εμφράγματος, για το οποίο νοσηλεύτηκε στην καρδιολογική κλινική και συνεπεία των οποίων αποβίωσε.
Για όλα τα παραπάνω είναι σαφείς και πειστικές οι εκθέσεις και των δύο πραγματογνωμόνων που διορίστηκαν με την ανωτέρω μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Αλλά και οι ιατροί Γ.Ζ. και Φ.Χ., που εξέτασαν τον Α.Μ. κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο ... Νοσοκομείο Ηρακλείου στην από 19.1.1996 ένορκη κατάθεση του ενώπιον του Ανακριτή Ηρακλείου ο πρώτος κατέθεσε ότι ο ασθενής εισήχθη στο νοσοκομείο σε βαριά κατάσταση συνεπεία αναφερομένου ξυλοδαρμού και ότι θεωρεί ως πιθανότερο παράγοντα της εγκεφαλικής αιμορραγίας τον ξυλοδαρμό εξαιτίας της χρονικής στιγμής που αναπτύχθηκε το αιμάτωμα, ενώ ο δεύτερος στις από 31.1.1994 και 29.11.1995 ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον της Πταισματοδίκου Ηρακλείου και του Ανακριτή Ηρακλείου, αντίστοιχα, κατέθεσε αβίαστα ότι αιτία του θανάτου του Α.Μ.
ήταν ο ξυλοδαρμός, που προκάλεσε όλες τις επιπλοκές που επακολούθησαν, επιπλέον δε κατέθεσε ότι εξαιτίας του εκνευρισμού στον οποίο περιήλθε επήλθε υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ενόψει και του ότι ήταν υπερτασικό άτομο, αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε ο σχηματισμός του ενδοεγκεφαλικού αιματώματος, το οποίο του προκάλεσε την αριστερή ημιπληγία και ακολούθως την κωματώδη κατάσταση.
Επίσης η κρίση αυτή του Δικαστηρίου για τα πιο πάνω δεν αναιρείται και από τις με ημερομηνία 2.2.1993 και 28.11.1995 ένορκες καταθέσεις του Ε.Φ., ιατροδικαστή Κρήτης, ενώπιον της Πταισματοδίκη Ηρακλείου ή πρώτη και του Ανακριτή Ηρακλείου η δεύτερη, αλλ' ούτε και από την με ημερομηνία 30.6.1992 ιατροδικαστική έκθεση του, ο οποίος χαρακτηρίζει σ' αυτές τις κακώσεις που έφερε ο Α.Μ.
ως ασήμαντες εξωτερικές κακώσεις και αυτό γιατί δεν εξηγεί κατά τρόπο πειστικό το γεγονός ότι ευθύς μετά τον ξυλοδαρμό ο Α.Μ. περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση, με αριστερά ημιπληγία, αφού αν η εγκεφαλική αιμορραγία που υπέστη, ήταν παθολογικής αιτιολογίας, αυτή θα επερχόταν και χωρίς τον ξυλοδαρμό του και ενώ αυτός θα συνέχιζε κατά τον ίδιο χρόνο την οδήγηση του αυτοκινήτου του.
Βέβαια αναφέρει ότι η εγκεφαλική αιμορραγία οφείλεται σε αυτόματη ρήξη κάποιας αρτηριοσκληρωτικής αρτηρίας στο εσωτερικό του δεξιού ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Αυτή όμως υπήρξε απότοκος της υπερβολικής αύξησης της αρτηριακής πίεσης από τον εκνευρισμό που του προκάλεσε ο ξυλοδαρμός από τους ως άνω εκκαλούντες-εναγομένους.
Περαιτέρω η κρίση του Δικαστηρίου για τα ως άνω δεν αναιρείται και από όσα έγιναν δεκτά από τις υπ'αριθμ.26 έως 30/1997 και 8/2000 αποφάσεις του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου ή πρώτη και Μεικτού Ορκωτού Εφετείου η δεύτερη με τις οποίες οι εκκαλούντες κηρύχθηκαν ένοχοι επικίνδυνης σωματικής βλάβης σε βάρος του Α.Μ.
μετά από μεταβολή της κατηγορίας της θανατηφόρας σωματικής βλάβης για την οποία είχαν παραπεμφθεί και με την πρώτη εξ αυτών απορρίφθηκε η πολιτική αγωγή που είχε ασκήσει ενώπιον του ο εκ των εναγόντων Γ.Μ. λόγω ψυχικής οδύνης με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αξιόποινης πράξης της επικίνδυνης σωματικής βλάβης για την οποία οι κατηγορούμενοι κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάστηκαν και του επελθόντος μεταγενέστερα θανάτου του Α.Μ.
και αυτό διότι η απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου δεν αποτελεί δεδικασμένο για την πολιτική δίκη . Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίο οι εναγόμενοι παραπονούνται για το ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε αποφασιστικά υπόψη του το δικαστικό τεκμήριο που προέκυπτε από τις ως άνω αποφάσεις και ειδικότερα από την απόφαση του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου και ακολούθως να απορρίψει την αγωγή κατά νόμο (άρθρα 928 και 932 του Α.Κ), πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Επίσης και ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος της έφεσης με τους οποίους οι εναγόμενοι παραπονούνται για το ότι εσφαλμένα το ως άνω Δικαστήριο δέχθηκε ότι ο θάνατος του Α.Μ. συνδέεται αιτιωδώς με τις σωματικές κακώσεις που του προκάλεσαν (επικίνδυνη σωματική βλάβη) και για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος και καταδικάστηκε, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι οι κακώσεις αυτές ήταν εξωτερικές και δεν συνδέονται αιτιωδώς με το θάνατο του, ο οποίος οφείλεται σε παθολογικά αίτια (εγκεφαλική αιμορραγία από ρήξη αγγείου λόγω αρτηριακής πίεσης), πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.....".
Στη συνέχεια δε το Εφετείο με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, προσδιόρισε τα ποσά χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ψυχικής οδύνης, τα οποία οφείλουν να καταβάλουν οι αναιρεσείοντες στους αναιρεσιβλήτους σε 30.814 ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη, σε 20.453 ευρώ για την δεύτερη, τρίτη, τέταρτο και πέμπτο εξ' αυτών και σε 14.674 ευρώ για τον έκτο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και το ποσό της αποζημιώσεως για τη στέρηση της διατροφής της πρώτης των αναιρεσιβλήτων του χρονικού διαστήματος από 1.6.1998 έως 31.5.2013, κατά τα στην προσβαλλομένη απόφαση λεπτομερώς εκτιθέμενα.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης προβάλλεται, κατ' ορθή εκτίμηση η από τον αριθ. 11 περ. γ, και όχι από τους αριθ 8 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια. Συγκεκριμένα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε, κατά τα προεκτεθέντα, ως βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα:
α) την από 2.2.1993 ένορκη κατάθεση του Ιατροδικαστή Ε.Φ. ενώπιον της Πταισματοδίκου Ηρακλείου Ισμήνης Κατσαράκη, ως και την κατάθεση αυτού ενώπιον της Ανακρίτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Κων. Αγγελάκη, β) την κατάθεση του ίδιου ως άνω ιατροδικαστή (Ε.Φ.), ως και του ιατρού νευροχειρουργού Φ.Χ., που περιλαμβάνονται στα 26-30/1997 πρακτικά του ΜΟΔ Λασιθίου, και τις από 30.6.1992 και 21.7.1992 ιατροδικαστικές εκθέσεις του ιατροδικαστή Ε.Φ.
και γ) την 30/1997 πιο πάνω απόφαση του ΜΟΔ Λασιθίου και 8/2000 του ΜΟΔ Εφετείου Κρήτης, από τα οποία προέκυπτε, κατά τους αναιρεσείοντες, ο ουσιώδης ισχυρισμός αυτών περί ελλείψεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των σωματικών κακώσεων και του επελθόντος θανάτου του Α.Μ. Όμως από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω έγγραφα, που διαλαμβάνονται στους κρινομένους λόγους της αναίρεσης, ουδεμία δε υποχρέωση είχε να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτά ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα.
Το γεγονός δε ότι το δικαστήριο δεν μνημονεύει ειδικώς την από 21.7. 1992 ιατροδικαστική έκθεση του ιατροδικαστή Ε.Φ., ενώ μνημονεύει άλλα έγγραφα, δεν δημιουργεί αμφιβολία ότι την έλαβε επίσης υπόψη του, δεδομένου ότι η ειδική αναφορά ορισμένων άλλων εγγράφων ήταν δικαιολογημένη από συγκεκριμένους αποδεικτικούς λόγους και ιδιαίτερα από ειδικές και συγκεκριμένες αμφισβητήσεις των εναγομένων.
Κατά συνέπεια οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 11 περ.γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά δε το υπόλοιπο μέρος τους με το οποίο προβάλλονται, με την επίκληση των αριθ. 8 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, ως πλήττοντες την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Εξάλλου ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που οι αναιρεσείοντες μέμφονται την απόφαση για παραβίαση του δεδικασμένου από τις 30/1997 και 8/2000 αποφάσεις του ΜΟΔ Λασιθίου και του ΜΟΔ Εφετείου Κρήτης, αντιστοίχως, όσον αφορά τον ποινικό χαρακτηρισμό του αδικήματος που τέλεσε αυτός σε βάρος μέλους της οικογένειας των αναιρεσιβλήτων, εξ ου η απαίτησή τους, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι δεν υπάρχει διάταξη του ΚΠολΔ ή του ΚΠΔ, από την οποία να προκύπτει ότι η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου παράγει δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια (Α.Π 431/2000.1474/2000, 1585/2000).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως εξ' ολοκλήρου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.5.2005 αίτηση των Θ.Ρ. κ.λ.π. , για αναίρεση της 213/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2010 .
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ