Legislator Case Law & Legislation
1631/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and request for restitution in labor dispute regarding wrongful contract termination.

Case Number 1631/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's appeal against the Court of First Instance's judgment in a labor dispute. The court upheld the lower court's finding that the employee's contract termination was void due to malicious and vindictive conduct by the employer's representative. Consequently, the court rejected the request to restore the case to its previous state after the company had already paid the awarded compensation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 57, 59, 281, 914, 932 of the Civil Code; Article 559, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure: The court may uphold a lower court's decision finding a labor contract termination void due to malicious intent and vindictiveness, thereby rejecting appeals based on the absence of personality infringement.

Keywords

AI generated
labor contract termination void contract due to malice malicious termination vindictive conduct personality infringement restitution of case appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 57, 59, 281, 914 and 932 of the Civil Code
Article 559, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 189 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1631 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1631/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "COCOA GOURMET O.E." και τον διακριτικό τίτλο "COCOA GOURMET", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή και Κωνσταντίνο Πηνιώτη, οι οποίοι κατέθεσαν αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Α. του Ν., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 120/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 25-9-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την από 25.9.2023 και με αριθμό κατ. 51/28.9.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 120/10.3.2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατόπιν άσκησης της από 1.12.2021 και με αριθ. κατάθ. 394/2.12.2021 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "COCOA GOURMET Ο.Ε." και των από 23.9.2022 και με αριθμό κατ. 101/14.10.2022 πρόσθετων λόγων αυτής, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία, με αριθμό 260/14.9.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 28.2.2020 και με αριθμό κατ. 572/28.2.2020 αγωγή της Α.

Α. (ήδη αναιρεσίβλητης) και α) αναγνωρίσθηκε ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η από 2.12.2019 καταγγελία της συνδέουσας τους διαδίκους από 4.9.2017 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρους απασχόλησης της ενάγουσας και β) υποχρεώθηκε η εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 11.367,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αφού συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, αλλά απορρίφθηκαν και οι δύο ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Η αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκείται από ηττηθέντα διάδικο εμπροθέσμως και παραδεκτώς, αφού αυτή (αναίρεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 28.9.2023, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 10.3.2023 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη προφανούς υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η προφανής υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και, σε περίπτωση υπερημερίας του, να καταβάλει τις αποδοχές αυτού με βάση τη σύμβαση εργασίας, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 392/2021, ΑΠ 641/2021, ΑΠ 179/2016).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 1325/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014).

Όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 750/2020, ΑΠ 1325/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 244/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Ολ ΑΠ 3/2020, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 9/2016, Ολ ΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. 3.-

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω και κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Στις 4.9.2017 η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] προσελήφθη με έγκυρη έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα] που διατηρεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας προϊόντων κακάο στον Αγ.

Στέφανο Αχαΐας και αποτελεί μέλος του ομίλου εταιρειών "CΟFFEEISLAND", για να απασχοληθεί ως υπάλληλος γραφείου και ειδικότερα ως προϊσταμένη του εμπορικού τμήματος ("Supervisor Εμπορικού και Marketing") έναντι συμφωνημένου μισθού 1.603,72 ευρώ υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας σαράντα ωρών εβδομαδιαίως και οκτώ ωρών ημερησίως.

Τα κύρια καθήκοντά της αποτελούσαν η αξιολόγηση των διεθνών αγορών, η εμπορική πολιτική, η επικοινωνία με τους πελάτες, η παρακολούθηση της αγοράς ροφημάτων, η οργάνωση εκθέσεων στο εξωτερικό κ.α. Το Νοέμβριο του έτους 2017 η ενάγουσα υπέστη μείωση μισθού στο ποσό των 1028,10 ευρώ μηνιαίως, την οποία δέχτηκε λόγω της ανάγκης της προς εργασία, αλλά και της υπόσχεσης της εναγόμενης για περιορισμό των αρμοδιοτήτων της.

Τον Απρίλιο του έτους 2018, όμως, και ενόψει του ότι τα καθήκοντα της ενάγουσας παρέμειναν τα ίδια, ο μισθός της αυξήθηκε σε 1.298,83 ευρώ. Σημειωτέον ότι κατά το χρονικό διάστημα αυτό (Σεπτεμβρίου 2017-Μαρτίου 2018) η ενάγουσα ανταποκρινόταν ικανοποιητικά στα καθήκοντά της (βλ την από 28.3.2018 έκθεση αξιολόγησης του Διευθυντή της εναγομένης Σ.

Α.). Εν συνεχεία, το Μάρτιο του έτους 2019, αποφασίστηκε από τη διοίκηση της εναγόμενης, καθώς και της εταιρείας με την επωνυμία "ΣΑΠΛΑΙ ΓΙΟΥΝΙΚ ΑΕ" ("SUPPLYUNIQUE"), που ανήκει στον αυτό εταιρικό όμιλο με την εναγόμενη και εδρεύει στο ..., η μετακίνηση της ενάγουσας στο τμήμα μάρκετινγκ της εταιρείας "SUPPLYUNIQUE", ενόψει της απορρόφησης της πρώτης εναγομένης εταιρείας από τη δεύτερη.

Για το λόγο αυτό, περί το τέλος Μαρτίου του ίδιου έτους, η Υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού της τελευταίας, Ν. Β. και η Επόπτρια του τμήματος μάρκετινγκ της ίδιας εταιρείας, Γ. Τ., προσήλθαν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης προκειμένου να συζητήσουν με την ενάγουσα τις αρμοδιότητές της στη νέα της θέση ως Marketing & Brand Executive, λαμβάνοντας τη ρητή διαβεβαίωση τόσο αυτών, όσο και του Διευθυντή της εργοδότριας εναγομένης εταιρείας, ότι εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από της μεταφοράς της ενάγουσας στην SUPPLYUNIQUE μετά και την πάροδο δύο εβδομάδων εκπαίδευσης αυτής, η ενάγουσα θα εντασσόταν στο τακτικό προσωπικό της τελευταίας.

Έτσι, από την 1.4.2019, η ενάγουσα άρχισε να παρέχει καθημερινά τις υπηρεσίες της με ωράριο 09.00-18.00 (με μια ώρα διάλειμμα ενδιαμέσως) στην εταιρεία SUPPLYUNIQUE κατόπιν προφορικά καταρτισθείσας μεταξύ αυτής και των διαδίκων γνήσιας σύμβασης δανεισμού εργαζομένου έως τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, οπότε η ενάγουσα προσέφυγε στην προδιαληφθείσα Υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού της εταιρείας SUPPLYUNIQUE προκειμένου να παραπονεθεί για την μη εισέτι οριστική ένταξή της στο δυναμικό της τελευταίας, παρά την πάροδο επτά μηνών συνεχούς και απρόσκοπτης απασχόλησης σε αυτήν.

Μετά από λίγες ημέρες, η ενάγουσα ενημερώθηκε ότι πρέπει να επιστρέψει στην εργοδότρια εταιρεία (εναγομένη) παρά τις αντιρρήσεις της ενάγουσας τις οποίες εξέθεσε στην ως άνω υπεύθυνη επικαλούμενη την έλλειψη ομαλής συνεργασίας που είχε στο παρελθόν με τον διευθυντή της εναγόμενης και την εχθρική -σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας- συμπεριφορά του προς το πρόσωπό της.

Η πιο πάνω - νόμιμη - συμπεριφορά της ενάγουσας να διεκδικήσει τα δικαιώματά της και δη την ενσωμάτωσή της με πρόσληψη στην εταιρεία SUPPLYUNIQUE κατά τα υποσχεθέντα, καθώς και η διαμαρτυρία της για τη συμπεριφορά του Προϊσταμένου της στην εναγόμενη, συνεπεία της οποίας η ενάγουσα ζήτησε τη μη επιστροφή της σε αυτήν -ανεξαρτήτως του αν η διαμαρτυρία αυτή ήταν εκ μέρους της δικαιολογημένη ή όχι- ήταν μη αρεστή στην εναγομένη, η οποία τελικά κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας.

Ειδικότερα, κατά την επάνοδό της στις 23.10.2019 στην εναγομένη, ουδόλως ανατέθηκαν στην ενάγουσα καθήκοντα και αρμοδιότητες, με αποτέλεσμα να αισθάνεται μειωμένη λόγω της έλλειψης αντικειμένου εργασίας, ενώ τελικά στις 2.12.2019 η εναγομένη προέβη στην έγγραφη καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, συνολικού ποσού 3.030,60 ευρώ.

Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ιδίως δε από την σαφή και κατηγορηματική κατάθεση των μαρτύρων απόδειξης Α. Π. και Α. Σ., οι οποίοι συνεργάστηκαν με την ενάγουσα στην εταιρεία SUPPLYUNIQUE. Η εναγόμενη αρνείται αιτιολογημένα τα πραγματικά περιστατικά που επιστηρίζουν την καταχρηστικότητα της απόλυσης της ενάγουσας, αρνούμενη εμφατικά την οποιαδήποτε διασύνδεση της καταγγελίας της με το γεγονός της απόλυσης, το οποίο αποδίδει αποκλειστικά σε οικονομοτεχνικούς λόγους και συγκεκριμένα στην κατάργηση του τμήματος μάρκετινγκ στο οποίο ως ειδικευμένη απασχολείτο η ενάγουσα, ο ισχυρισμός της όμως αυτός δεν κρίνεται πειστικός, αλλά προσχηματικός, καθόσον ήδη από τον Μάρτιο του έτους 2019 το τμήμα αυτό είχε μεταφερθεί στην εταιρεία SUPPLYUNIQUE και συνεπώς είχε καταργηθεί το αντικείμενο εργασίας της ενάγουσας στην εργοδότριά της, στο πλαίσιο αυτό δε της αναδιάρθρωσης του προσωπικού, αποφασίστηκε η μετακίνηση της εργαζομένης ενάγουσας εντός του αυτού ομίλου εταιρειών που αποτελούν μια οικονομική ενότητα, έχουν δηλαδή κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση και κοινά οικονομικά συμφέροντα, εν γένει παρά την αναντίρρητη αυτοτέλεια των νομικών προσώπων εκάστης εταιρείας ενόψει και της πολιτικής μη απόλυσης που τηρεί η εναγόμενη σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της.

Ομοίως, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αλλά όψιμος, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο δανεισμός της ενάγουσας ήταν δοκιμαστικός, καθόσον είχε παρέλθει ικανό χρονικό διάστημα απασχόλησής της στην SUPPLYUNIQUE, ώστε να μην δύναται να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα τελούσε ακόμη υπό καθεστώς δοκιμής σε αυτήν. Ενόψει των ανωτέρω, ήτοι της εσπευσμένης και αδικαιολόγητης επανόδου της ενάγουσας στην εναγομένη και αφού είχε προηγηθεί η έντονη διαμαρτυρία της ενάγουσας στην υπεύθυνη του προσωπικού της εταιρείας SUPPLYUNIQUE με το ανωτέρω περιεχόμενο και με αιχμές σε βάρος προστηθέντων οργάνων της εναγομένης, ήτοι του διευθυντή αυτής, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας που επακολούθησε και έλαβε χώρα αιφνίδια μετά την επιστροφή της ενάγουσας στην εναγομένη, εντός του σύντομου χρονικού διαστήματος των δύο μηνών παρίσταται καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταγγελίας και ως εκ τούτου είναι άκυρη, (άρθρ.281 ΑΚ, 174,180 ΑΚ) σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη, έλαβε μάλιστα χώρα κατά τρόπο ώστε να στοιχειοθετείται προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας στις ειδικότερες εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής της ως εργαζομένης, κατά την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ, λόγω και των συνθηκών και περιστάσεων υποτίμησής της ως εργαζόμενης και αποψίλωσής της από το αντικείμενο και τις αρμοδιότητές της, άνευ προφανούς αιτίας.

Η ένδικη καταγγελία δεν δικαιολογείται, σύμφωνα με όλα τα προεκτιθέμενα, από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχειρήσεως της εναγομένης, αφού δεν σχετίζονταν με τα οικονομοτεχνικά της προβλήματα, ούτε ανάγονταν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, ούτε σε κάθε περίπτωση οφείλεται σε αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, όπως δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη, αλλά οφείλεται σε λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας σε βάρος της, λόγω της προηγηθείσας αντίδρασής της.

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση, με αιτιολογία που συμπληρώνεται με την παρούσα, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή, δεν έσφαλε και ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ως εκ τούτου οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγος έφεσης που πλήττουν την ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν".

Βάσει των ως άνω παραδοχών και κρίσεων, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επικύρωσε, μετά από απόρριψη της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης, την πρωτόδικη απόφαση (με αριθ. 260/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών), που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή και συγκεκριμένα είχε αναγνωρίσει ότι είναι άκυρη ως καταχρηστική η από 2.12.2019 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και είχε υποχρεώσει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 11.367,10 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα, στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και κυρίως στις διατάξεις των άρθρων 281, 174, 180 ΑΚ, 1, 3 του N. 2112/1920 και 1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Και τούτο διότι, τα γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, προέκυψε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν άκυρη ως καταχρηστική, οφειλόμενη σε λόγους εκδίκησης του διευθυντή της εναγομένης, εξαιτίας της νόμιμης διεκδίκησης από την ενάγουσα του δικαιώματός της να ενταχθεί στο τακτικό προσωπικό της SUPPLY UNIQUE, στην οποία παρείχε καθημερινά τις υπηρεσίες της, όταν μάλιστα το αντικείμενο της εργασίας της είχε μεταφερθεί ήδη στην τελευταία εταιρία, με βάση τις παρασχεθείσες προφορικά υποσχέσεις τόσο των αρμοδίων υπαλλήλων της εταιρίας SUPPLYUNIQUE, όσο και του ως άνω διευθυντή της αναιρεσείουσας εταιρίας, ανταποκρίνονται στην ύπαρξη των προϋποθέσεων που τάσσονται με τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και καταφάσκουν την άσκηση της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας για λόγους εκδίκησης και εμπάθειας, κατά τα προαναφερόμενα.

Περαιτέρω το Εφετείο, κρίνοντας τα παραπάνω με βάση τις προαναφερόμενες παραδοχές, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.

Ειδικότερα, οι επί πλέον αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που προβάλλονται με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, υπό την επίκληση της παραβίασης από το Εφετείο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αναφέρονται κατ' αυτήν σε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, για το λόγο ότι: 1) δεν αναφέρει το όργανο της εταιρίας το οποίο διακατέχονταν από εχθρότητα και εμπάθεια στο πρόσωπό της, 2) δεν διευκρινίζει σε τι ακριβώς συνίσταται η "προσβλητική συμπεριφορά του Προϊσταμένου" και ειδικότερα δεν αναφέρει κανένα απολύτως πραγματικό περιστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι υπήρξε τέτοια συμπεριφορά, 3) δεν αναφέρεται αν η ενάγουσα είχε αξίωση πρόσληψης στην ΣΑΠΛΑΪ ΓΙΟΥΝΙΚ Α.Ε., 4) δεν διευκρινίζει πως η ανωτέρω διεκδίκηση από την ενάγουσα των "νόμιμων δικαιωμάτων" της οδήγησε στην εμπάθεια των νομίμων εκπροσώπων της εταιρίας και στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας και 5) ενώ δέχεται ότι η ενάγουσα δεν είχε αντικείμενο εργασίας σ' αυτή (αναιρεσείουσα), εν τούτοις αντιφατικά καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας δεν οφείλονταν στον ανωτέρω λόγο, αλλά σε λόγους εμπάθειας και εχθρότητας προς το πρόσωπό της, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, για τους ακόλουθους λόγους:

Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχτηκε με σαφείς αιτιολογίες ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, έγινε από λόγους εκδίκησης και εμπάθειας στο πρόσωπό της, του Προϊσταμένου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, Σ.

Α., εξαιτίας της διεκδίκησης ένταξής της στο εργατικό δυναμικό της εταιρίας SUPPLYUNIQUE, όπως της είχε υποσχεθεί ο τελευταίος και παρά την πάροδο επτά μηνών συνεχούς και απρόσκοπτης απασχόλησης στην τελευταία εταιρία. Οι παραδοχές αυτές επαρκούν για την στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης σχετικά με την ακυρότητα της καταγγελίας και επομένως οι αιτιάσεις που αφορούν ανεπάρκεια της αιτιολογίας ως προς το τι ακριβώς συνιστούσε προσβλητική συμπεριφορά του Προϊσταμένου της αναιρεσείουσας, πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του πορίσματος ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι καταχρηστική, αλλά αναφέρονται σε ελλείψεις πραγματικών επιχειρημάτων του Εφετείου, με τα οποία έπρεπε να δικαιολογήσει γιατί κατέληξε στην ως άνω κρίση του.

Σχετίζονται, δηλαδή, με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά. Επιπλέον, μόνο τι αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί δεν αποδείχτηκε, ενώ περαιτέρω, οι ελλείψεις, που ανάγονται μόνο στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν αποτελούν ανεπάρκεια αιτιολογιών για τη θεμελίωση του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ως προς τα δύο του σκέλη, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. 4.- Με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ή λόγου έφεσης (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 942/2021, ΑΠ 757/2015). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1596/2022). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008).

Εξ άλλου, λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε εσφαλμένη (αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 654/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 269/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής, ούτε προβλήθηκε από την ενάγουσα και συγκεκριμένα έκρινε ότι η εναγομένη μπορούσε αντί του μέτρου της απόλυσης να επιλέξει άλλο ηπιότερο μέτρο και ειδικότερα αυτό της μετακίνησής της σε άλλη εταιρία του ομίλου και ειδικότερα στην εταιρία ΣΑΠΛΑΪ ΓΙΟΥΝΙΚ Α.Ε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως επί εσφαλμένης προϋπόθεσης στηριζόμενος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν περιέχεται τέτοια παραδοχή σ' αυτήν.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άθρρου 559 ΚΠολΔ, διότι, όπως αναφέρει, η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης ότι αυτή (εναγομένη) είχε τη δυνατότητα να μετακινήσει την ενάγουσα σε άλλη εταιρία του ομίλου, είναι αντίθετη στη θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 62, 70, 71 ΑΚ, αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, χωρίς να συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση άρσης της αυτοτέλειάς του και σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η άρση της εν λόγω αυτοτέλειας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε αναλθή προϋπόθεση. Και τούτο διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά τη λειτουργία της ως άνω εργασιακής σχέσης, η αναιρεσίβλητη παρείχε αρχικά την εργασία της στην αναιρεσείουσα από την οποία είχε προσληφθεί, ότι στη συνέχεια παρείχε αυτήν σε άλλη εταιρία του ίδιου ομίλου στο πλαίσιο γνήσιας σύμβασης δανεισμού εργαζομένου και ότι κατά το τελευταίο διάστημα παρείχε αυτήν εκ νέου στην αναιρεσείουσα, χωρίς όμως να έχει αντικείμενο απασχόλησης, αιτιολογία η οποία είναι καθ' όλα συμβατή με την αρχή της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων (αναιρεσείουσας και εταιρίας SUPPLYUNIQUE), που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιριών, έχοντας κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση και κοινά οικονομικά συμφέροντα (βλ.

σελ. 16 της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης), ενώ το Εφετείο δέχθηκε επίσης ότι (άμεση) εργοδότρια παρέμεινε η αντισυμβαλλόμενη της εργαζόμενης εταιρία (αναιρεσείουσα), η οποία ασκούσε διευθυντικό έλεγχο επί της εργασίας της και ευθυνόταν για οποιαδήποτε αξίωση απέναντί της. Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι επί πλέον μεταξύ των διαδίκων και της εταιρίας SUPPLYUNIQUE καταρτίσθηκε προφορικά έγκυρη (γνήσια) σύμβαση δανεισμού μισθωτού, στο πλάισιο της οποίας μετακινήθηκε η αναιρεσίβλητη στην ως άνω εταιρία, στην οποία παρείχε την εργασία της για διάστημα επτά μηνών μέχρις ότου της διαμηνύθηκε ότι πρέπει να επιστρέψει στην αρχική εταιρία (αναιρεσείουσα), σύμβαση που, λόγω και της φύσης της ως τριμερούς, εχει ως προϋπόθεση την αυτοτέλεια των συμβαλλομένων σε αυτή νομικών προσώπων και δεν δέχθηκε ότι συνέτρεξε περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας των πιο πάνω νομικών προσώπων.

Μάλιστα στη μείζονα αυτής σκέψη (βλ. σελ. 10 αυτής) η προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς διαλαμβάνει σκέψη ότι επί ομίλου επιχειρήσεων, ανεξάρτητα του εάν η αξιοποίηση της εργασίας του μισθωτού γίνεται και από άλλες εταιρείες του ομίλου, εργοδότης παραμένει η αντισυμβαλλόμενη του μισθωτού εταιρεία. Απλά η σχετική αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης σε άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου αφορά την απόρριψη από το Εφετείο του τρίτου πρόσθετου λόγου έφεσης της εκκαλούσας - αναιρεσείουσας εταιρείας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης [αντίστοιχο κατά περιεχόμενο του πιο πάνω αναιρετικού λόγου] ως ερειδόμενο επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, με την αιτιολογία ότι η πρωτόδικη απόφαση δεν δέχθηκε άρση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων, αλλά αντιθέτως βασίσθηκε σε αυτήν (βλ.

σελίδα 20 προσβαλλόμενης) και δεν σχετίζεται με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης επί της ουσίας της ένδικης διαφοράς.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς το δεύτερο και τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 5.- Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ` εύλογη κρίση (ΑΠ 517/2019, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 22/2014, ΑΠ 1289/2013, ΑΠ 958/2007)

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ακόμη ότι: "...η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας που επακολούθησε και έλαβε χώρα αιφνίδια μετά την επιστροφή της ενάγουσας στην εναγομένη, εντός του σύντομου χρονικού διαστήματος των δύο μηνών παρίσταται καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταγγελίας και ως εκ τούτου είναι άκυρη σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη, έλαβε μάλιστα χώρα κατά τρόπο ώστε να στοιχειοθετείται προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουοας στις ειδικότερες εκφάνσεις της τιμής και της υπόληψής της ως εργαζομένης, κατά την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ, λόγω και των συνθηκών και περιστάσεων υποτίμησής της ως εργαζόμενης και αποψίλωσής της από το αντικείμενο και τις αρμοδιότητές της, άνευ προφανούς αιτίας.

Η ένδικη καταγγελία δεν δικαιολογείται, σύμφωνα με όλα τα προεκαθέμενα, από τις συνθήκες και τις ανάγκες της επιχειρήσεως της εναγομένης, αφού δεν σχετίζονταν με τα οικονομοτεχνικά της προβλήματα, ούτε ανάγονταν στην αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, ούτε σε κάθε περίπτωση οφείλεται σε αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, όπως δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγόμενη, αλλά οφείλεται σε λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας σε βάρος της, λόγω της προηγηθείοας αντίδρασής της...".

Στη συνέχεια επικύρωσε την ομοίως αποφανθείσα πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε επιδικασθεί στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση 300 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 του ΑΚ, εφόσον δεν δέχθηκε απλώς ότι έλαβε χώρα άκυρη απόλυση της ενάγουσας εξ αιτίας της οποίας δεν υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στον τρίτο λόγο αναίρεσης, αλλά αντιθέτως δέχθηκε, με βάση τα όσα λεπτομερώς εκτέθηκαν αμέσως προηγουμένως στην ίδια σκέψη αυτής, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ήταν άκυρη, ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 281 του ΑΚ, αφού έλαβε χώρα από εμπάθεια και εκδικητικότητα του νόμιμου εκπροσωπου της αναιρεσείουσας Σ.

Α. σε βάρος αυτής, επειδή η τελευταία διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά της και ότι επί πλέον αυτή αποψιλώθηκε του αντικειμένου της εργασίας της, χωρίς προφανή αιτία και κατά συνέπεια η συμπεριφορά αυτή ήταν παράνομη και δικαιολογεί τη σε βάρος της αναιρεσείουσας επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης της τελευταίας.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

6.- Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το βάσιμο αίτημα αυτής, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 189 ΚΠολΔ). Τέλος και η υποβαλλόμενη, με το από 12.2.2024 αυτοτελές δικόγραφο, αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση και συγκεκριμένα στην κατάσταση που υπήρχε πριν την καταβολή του ποσού των 13.439,20 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα κατέβαλε προς συμμόρφωση με το διατακτικό της πρωτόδικης με αριθμό 260/14.9.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έχει ενσωματωθεί στην επικυρώσασα αυτήν αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, λόγω της απόρριψης κατ' ουσία της έφεσης και των πρόσθετων λόγων, πρέπει ν' απορριφθεί κατ' ουσία μετά την, κατά τα ανωτέρω, απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25.9.2023 και με αριθμό κατ. 51/28.9.2023 αίτηση αναίρεσης, της υπ' αριθμ. 120/10.3.2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την διά του από 12.2.2024 ιδίου δικογράφου ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ασκηθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ