Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissibility and unnecessary second instance argument regarding statute of limitations. The court rejects the appeal because the lower court's decision was based on independent reasoning that the second argument did not effectively challenge. The court rules that the appeal is inadmissible as unnecessary and dismisses it. The court orders the appellants to pay the costs of the appellees. The appeal was dismissed because the second argument was unnecessary and the lower court's decision was based on independent reasoning. The court ruled that the appeal was inadmissible and dismissed it. The court ordered the appellants to pay the costs of the appellees.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request for cassation against the First Instance Court's decision, which had rejected the plaintiff's inheritance claim based on the statute of limitations. The appellants argued that the First Instance Court improperly declared the defense of limitation inadmissible and that the defense was properly raised in the Second Instance Court. The court held that the Second Instance Court's decision was based on independent reasoning regarding the plaintiff's failure to accept the inheritance within the statutory period, rendering the appellants' second argument unnecessary and inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 527 of the Code of Civil Procedure; The second ground of cassation is inadmissible if it is unnecessary because the lower court's decision is based on independent reasoning that effectively resolves the dispute without relying on the contested point.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1631 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1631/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ. του Σ., χήρας Σ. Μ., 2) Α.-Σ. Μ. του Σ. και Α., 3) Σ. Μ. του Σ. και Α., κατοίκων ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Βγενόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ.-Τ. Μ.-Ψ. του Ν., κατοίκου ... Αττικής, 2) Α.-Λ. Μ.-Χ. του Ν. και Ν., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βιργινία Περάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-2014 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Σ. Μ. του Σ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4631/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 109/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-5-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-5-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 109/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αίτηση αναίρεσης άσκησαν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντος Σ. Μ., ο οποίος απεβίωσε στις 9-8-2019, ήτοι η σύζυγός του Α. Σ. και τα δύο τέκνα αυτού Α.-Σ. Μ. και Σ. Μ.. Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου απορρίφθηκε η από 13-11-2017 έφεση του αρχικού ενάγοντος Σ. Μ. κατά της 4631/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 5-11-2014 αγωγή του περί του κληρονομικού του δικαιώματος, καθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή σχετική ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του αρχικού ενάγοντος και απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1847 ΑΚ, ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία τεσσάρων μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο αυτής, ενώ στην επαγωγή από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης. Επίσης, κατά το άρθρο 1850 εδ. β' ΑΚ, αν περάσει η τετράμηνη προθεσμία αποποίησης, η κληρονομία θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό και με αυτήν του άρθρου 1846 ΑΚ, συνάγεται ότι η αποδοχή της κληρονομίας μπορεί να γίνει είτε με δήλωση του κληρονόμου, ρητή ή σιωπηρή, είτε και με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως (πλασματική αποδοχή), ανεξαρτήτως του αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει ή όχι βούληση αποδοχής.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 249, 251, 1871 και 1879 ΑΚ, προκύπτει ότι η αξίωση που ασκείται με την αγωγή περί κλήρου υπόκειται στη συνήθη εικοσαετή, κατά το άρθρο 249 ΑΚ, παραγραφή, αφετήριο χρονικό σημείο της οποίας είναι εκείνο κατά το οποίο ο εναγόμενος κατέλαβε έστω και μερικά από τα αντικείμενα της κληρονομίας (ΑΠ 1822/2014).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΑΚ η παραγραφή αξίωσης που ανήκει σε κληρονομία ή απευθύνεται κατά κληρονομίας δεν συμπληρώνεται πριν από την πάροδο εξαμήνου αφότου ο κληρονόμος απέκτησε ("εκτήσατο") την κληρονομία ή αφότου η αξίωση μπορεί να ασκηθεί από κηδεμόνα κληρονομίας ή κατά κηδεμόνα κληρονομίας.
Στη διάταξη αυτή χρησιμοποιείται ο όρος ?απέκτησε? ("εκτήσατο") αντί του ορθού "αποδέχθηκε" (?απεδέχθη?), λόγω παραδρομής, οφειλόμενης στο ότι το άρθρο έχει αντιγραφεί από αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος νόμου ΓΥΛΓ/1909, χωρίς την επιβαλλόμενη ορολογική προσαρμογή, το ότι δε, πρόκειται για παραδρομή και όχι για σκόπιμη χρήση του όρου "εκτήσατο" συνάγεται από το ότι η ως άνω διατύπωση όχι μόνο δεν συμβιβάζεται προς το δίκαιο του Αστικού Κώδικα, αλλά και οδηγεί στην παρεξήγηση ότι ως κτήση νοείται η αυτοδικαίως χωρούσα (1846 ΑΚ), οπότε θα συνέβαινε το άτοπο να συμπληρώνεται η παραγραφή πριν ακόμη γίνει οριστική αποδοχή της κληρονομίας (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1538/1995).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016).
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 4/2021, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 38/2016).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα: "Στις 3-9-1984 απεβίωσε στον Πειραιά ο Σ. Μ. του Νικολάου, πατέρας αυτού (ενάγοντος) και παππούς εκ του πατέρα τους Ν. Μ. των εναγομένων. Πλησιέστεροι συγγενείς του κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλιπε:
α) τη σύζυγο του Μ. Μ. το γένος Α., β) τα τέκνα του Νικόλαο και Σπυρίδωνα (ενάγοντα). Η Μαρία χήρα Σ. Μ. το γένος Σ. και Α. Α., αποποιήθηκε την κληρονομία που περιήλθε σε αυτήν με την υπ' αριθ. 152/20-12-1984 δήλωση αποποιήσεως κληρονομίας που συντάχθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιά και κατόπιν τούτου, λόγω μη εγκαταστάσεως κληρονόμων με διαθήκη, η κληρονομιά περιήλθε στους α) Ν.
Μ., πατέρα των εναγομένων και β) Σ. Μ. (ενάγοντα) κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί όλης της καταληφθείσας κληρονομιαίας περιουσίας. Με την υπ' αριθ. 2769/14-11-1985 δήλωση αποδοχής κληρονομίας των προαναφερομένων κληρονόμων (Νικολάου και Σπυρίδωνα) της συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Β., αποδέχθηκαν την κληρονομία του αποβιώσαντος πατέρα τους, που περιήλθε σε αυτούς εξ αδιαθέτου κληρονόμων και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στις 26-11-1985 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κρωπίας (τ. 442 αριθ. 72).
Μεταξύ των κληρονομιαίων ακινήτων που αποδέχθηκαν οι προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, Νικόλαος (πατέρας των εναγομένων) και Σπυρίδων (ενάγων), κατά το προαναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, είναι και "μία διώροφος οικοδομή αποτελούμενη εκ του ισογείου και πρώτου (Α) υπέρ το ισόγειο ορόφου, κτισμένη επί οικοπέδου κειμένου εις θέσιν "….." της περιφέρειας του Δήμου …… νυν του Δήμου Βούλας, οδός ...".
Ακολούθως, ο Ν. Μ. με το υπ' αριθ. 10543/11-11-1998 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πειραιώς Γ. Β. μεταβίβασε το ανήκον σε αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της ως άνω διώροφης οικίας και το παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στις εναγόμενες θυγατέρες, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Βούλας στις 12-11-1998 (...).
Στις 4-6-2013 απεβίωσε η Μαρία χήρα Σ. Μ., μητέρα του ενάγοντος και γιαγιά εκ πατρός (Ν. Μ.) των εναγομένων, κάτοικος εν ζωή Βούλας Αττικής επί της οδού .... Κατά τον, μη αμφισβητούμενο, ως άνω χρόνο βρέθηκε, στην κατοικία αυτής (αποβιωσάσης) κείμενης στο ισόγειο της άνω διώροφης οικίας στη Βούλα Αττικής, η από 27-2-1975 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντα την 3-9-1984 Σ.
Μ., με την οποία ο διαθέτης εγκαθιστούσε αποκλειστικό κληρονόμο της ως άνω αναφερομένης διώροφης οικίας στη Βούλα Αττικής επί της οδού ... τον ενάγοντα - υιό του. Η από 27-2-1975 ιδιόγραφη διαθήκη δημοσιεύθηκε στις 16-12-2013 με το υπ' αριθ. ... Πρακτικό Δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 99/16-12-2013 πράξη του ιδίου ως άνω δικαστηρίου.
Όμως, στις 26-11-1985, χρόνος μεταγραφής της ως άνω αναφερόμενης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, ο Ν. Μ. κατέλαβε, περιστατικό μη αμφισβητούμενο από τον ενάγοντα, κατά το ανήκον σε αυτόν ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου την επαχθείσα σε αυτόν ως άνω διώροφη κληρονομιαία οικία. Από το μη αμφισβητούμενο τούτο χρονικό σημείο αρχίζει η έναρξη της εικοσαετούς παραγραφής (ΑΚ 249, 251, ΚΠολΔ 144) της περί κλήρου αγωγής (27-11-1985).
Η δημοσίευση της από 27-2-1975 ιδιόγραφης διαθήκης έλαβε χώρα, όπως προαναφέρθηκε, στις 16-12-2013 και από το χρόνο αυτό ο ενάγων όφειλε να προβεί είτε σε ρητή αποδοχή του κληρονομιαίου περιουσιακού στοιχείου είτε να προβεί σε σιωπηρή αποποίηση με την πάροδο της προθεσμίας αποποιήσεως κατ' άρθρο 1850 ΑΚ, χωρίς να είναι αναγκαία αποδοχή κληρονομιάς με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτής, δεδομένου ότι η κτήση της κληρονομίας επέρχεται αυτοδικαίως (ΑΚ 1846)...
Από τη δημοσίευση της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης (16-12-2013), ο ενάγων δεν προέβη σε ρητή αποδοχή εντός της νόμιμης προθεσμίας και έτσι επήλθε την 18-4-2014 με την πάροδο της προθεσμίας, σιωπηρή αποποίηση (ΑΚ 1850) και ακολούθως μετά εξάμηνο από της προς αποποίηση τετραμήνου προθεσμίας, δηλαδή μετά 10 μήνες από της επαγωγής, ήτοι την 18-10-2014 συμπληρώθηκε ο εικοσαετής χρόνος παραγραφής της περί κλήρου αγωγής, η οποία (παραγραφή), όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, άρχισε την 27-11-1985 με την κατάληψη του επιδίκου από τον συγκληρονόμο του ενάγοντος και δικαιοπάροχο (από χαριστική αιτία) των εναγομένων, ήτοι πριν την επαγωγή με τη διαθήκη του ως άνω περιουσιακού κληρονομιαίου στοιχείου και συμπληρώθηκε με την πάροδο δεκαμήνου από την ως άνω επαγωγή, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη.
Η υπό κρίση περί κλήρου αγωγή κοινοποιήθηκε στις εναγόμενες στις 8-12-2014, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. 3405 και 3407/8-12-2014 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Θεόδωρου Αν. Παπαγεωργίου, ήτοι μετά την συμπλήρωση της περί κλήρου αξίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 249, 251, 1710, 1846, 1847, 1850, 1871, 1879 ΑΚ.
Δεν ασκεί δε έννομη επιρροή, ως μη επιστηριζόμενη σε διάταξη νόμου, στην έναρξη του χρόνου αναστολής της παραγραφής στην προκειμένη περίπτωση, η μετά την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας σύνταξη της υπ' αρ. ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Ασήμως Τσιλβίγκου, ενισχυομένου τούτου και από το ότι : "Εσφαλμένως ομιλεί το άρθρο περί "κτήσεως" της κληρονομίας αντί του ορθού "αποδοχή" της κληρονομίας, δεδομένου ότι η κτήσις επέρχεται αυτοδικαίως (ΑΚ 1846), ενώ ενταύθα νοείται είτε ρητή αποδοχή της κληρονομίας είτε πάροδος της προθεσμίας αποποιήσεως κατ' άρθρο 1850 ΑΚ"...
και η οποία (συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της επαχθείσας εκ της διαθήκης κληρονομίας και ο χρόνος συντάξεως αυτής) δεν ασκεί έννομη επιρροή τόσο στην έναρξη, ως προαναφέρθηκε, όσο και στη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής με την πάροδο δεκαμήνου από την επαγωγή, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΑΚ". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένσταση παραγραφής, που είχαν προτείνει οι εναγόμενες-αναιρεσίβλητες κατά της αγωγής περί κλήρου του ενάγοντος Σ.
Μ., απορρίπτοντας το σχετικό λόγο έφεσης του τελευταίου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν και τις οποίες ορθά εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, δεχόμενο ότι, α) με τη δημοσίευση της διαθήκης του Σ.
Μ. στις 16-12-2013 άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 1847 εδ. β' ΑΚ, η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την αποποίηση της κληρονομίας από τον κληρονόμο με βάση τη διαθήκη και αρχικό ενάγοντα Σ. Μ., β) στις 18-4-2014 είχε παρέλθει πλέον η προθεσμία της αποποίησης, χωρίς ο εν λόγω κληρονόμος να αποποιηθεί την κληρονομία και επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 1850 εδ.
β' ΑΚ, η κληρονομία θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή από αυτόν (σημειωτέον ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η φράση ?σιωπηρή αποποίηση? είναι προφανές ότι οφείλεται σε παραδρομή και τέθηκε αντί του ορθού ?πλασματική αποδοχή?), γ) στις 18-10-2014 είχε συμπληρωθεί πλέον η εξάμηνη προθεσμία του άρθρου 259 ΑΚ από την πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, που προβλέπει λόγο αναστολής συμπλήρωσης της παραγραφής, αφετηρία για την έναρξη του εξαμήνου της αναστολής, παρά τη γραμματική διατύπωση, είναι η αποδοχή της κληρονομίας και όχι η κτήση αυτής, χωρίς να ασκεί καμία έννομη επιρροή και να αναιρεί τα ανωτέρω για την έναρξη του χρόνου της εξάμηνης αναστολής η αποδοχή της κληρονομίας από τον αρχικό ενάγοντα Σ.
Μ. στις 12-6-2014, με τη σύνταξη της ... συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομίας και δ) στις 8-12-2014, οπότε κοινοποιήθηκε στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες η αγωγή του Σ. Μ., η αξίωση του τελευταίου από την κληρονομία με βάση την ανωτέρω διαθήκη και με δεδομένο ότι η κατάληψη του κληρονομιαίου ακινήτου έγινε στις 26-11-1985, είχε υποκύψει στην εικοσαετή παραγραφή.
Επομένως, όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με την επίκληση της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 259 ΑΚ, δεδομένου ότι, όπως διατείνονται, με τη φράση "αφότου ο κληρονόμος απέκτησε την κληρονομία" του άρθρου αυτού, νοείται για την έναρξη του εξαμήνου της αναστολής, όχι η πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, αλλά η συμβολαιογραφική αποδοχή αυτής, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1114/2019, ΑΠ 1190/2017), το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 12/2021, ΑΠ 1052/2017) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 420/2017, ΑΠ 21/2017).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 13-11-2017 έφεσης του αρχικού ενάγοντος και δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Σ. Μ., ο τελευταίος, επικαλούμενος λόγους ανωτέρας βίας, πρότεινε με λόγο της έφεσής του την αντένσταση αναστολής της παραγραφής, κατ' άρθρο 255 ΑΚ, της αξίωσής του από την κληρονομία του πατέρα του με βάση τη διαθήκη, την οποία παραγραφή, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Την αντένσταση αυτή το Εφετείο απέρριψε με τις ακόλουθες αιτιολογίες: ?Ο ισχυρισμός δε του ενάγοντος με τον λόγο της εφέσεώς του ότι εμποδίστηκε κατά 70 ημέρες στην ρητή αποδοχή της επαχθείσας σε αυτόν κληρονομίας που συντάχθηκε στις 12-6-2014 ενώπιον της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Τ.-Θ., λόγω μη έγκαιρης χορήγησης του πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, συνεπεία δυσλειτουργίας κατά τον πρώτο χρόνο εφαρμογής του, και συνεπεία του ως άνω γεγονότος ανωτέρας βίας παρατείνεται η δεκάμηνη προθεσμία άσκησης της περί κλήρου αγωγής μέχρι 27-12-2014, συνιστά αντένσταση διακοπής της παραγραφής.
Αυτή όμως (αντένσταση διακοπής της παραγραφής), πέραν ότι προσβάλλεται απαραδέκτως το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, εφόσον δεν πρόκειται περί δικονομικά προνομιακού ισχυρισμού κατά τη διάταξη του άρθρου 527 αρ. 3 ΚΠολΔ και πέραν της αοριστίας επίκλησης περιστατικών ανωτέρας βίας, όπως προσδιορίζεται στην ανωτέρω νομική σκέψη, στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης, κατά τα προεκτιθέμενα, ότι για την κατ' άρθρο 259 ΑΚ αναστολή της παραγραφής της αξίωσης που ανήκει στην κληρονομία και την μη συμπλήρωσή της πριν την πάροδο δεκαμήνου από την επαγωγή, είναι αναγκαία η συμβολαιογραφική αποδοχή και μεταγραφή αυτής (κληρονομιαίου) γεγονός αβάσιμο ως μη νόμιμο?.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν κατ' αρχήν τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί απόρριψης της αντένστασης ως στηριζόμενης σε εσφαλμένη προϋπόθεση, με αναφορά στα όσα εξέθεσαν στον πρώτο λόγο αναίρεσης. Με την επίκληση δε στη συνέχεια της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, διατείνονται ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής λόγω αοριστίας και επειδή προβλήθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 αρ. 3 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι η αντένσταση ήταν πλήρως ορισμένη, περιέχουσα αναλυτική αναφορά των περιστατικών, στα οποία αυτή στηριζόταν και με απόλυτο χρονικό προσδιορισμό των περιστατικών και ότι, όσον αφορά την προβολή της αντένστασης το πρώτον στο Εφετείο, η αντένσταση ήταν παραδεκτή κατά το άρθρο 527 αρ. 6 ΚΠολΔ, καθώς αυτή αποδεικνυόταν εγγράφως και συγκεκριμένα από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της κληρονομίας από το δικαιοπάροχό τους Σ.
Μ. καθυστέρησε επί 70 ημέρες λόγω μη έγκαιρης χορήγησης από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. του πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ. Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναίρεσης προβάλλεται αλυσιτελώς. Και τούτο διότι η αντένσταση διακοπής της παραγραφής που πρότεινε ο τότε εκκαλών Σ. Μ. απορρίφθηκε από το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες παραδοχές του, όχι μόνο επειδή ήταν αόριστη και επειδή προβλήθηκε απαραδέκτως το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αλλά και με την επάλληλη αιτιολογία ότι η στηριζόταν στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι για την κατά το άρθρο 259 ΑΚ αναστολή της παραγραφής της αξίωσης που ανήκει στην κληρονομία επί εξάμηνο, είναι αναγκαία η με συμβολαιογραφική πράξη αποδοχή της κληρονομίας.
Όπως, όμως, έγινε δεκτό από το Εφετείο προηγουμένως, αρκούσε για την έναρξη της αναστολής της παραγραφής του άρθρου 259 ΑΚ και η πλασματική αποδοχή της κληρονομίας, με την πάροδο δηλαδή του τετραμήνου της αποποίησης αυτής και η παραδοχή αυτή δεν προσβλήθηκε επιτυχώς με τον πρώτο λόγο αναίρεσης. Επομένως, η ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν πλήττεται αποτελεσματικά με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, στηρίζει δε η αιτιολογία αυτή αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης περί παραγραφής της αξίωσης του αρχικού ενάγοντος Σ.
Μ.. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατόπιν σχετικού αιτήματος των τελευταίων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-5-2020 αίτηση των Α. Σ., Α.-Σ. Μ. και Σ. Μ. για αναίρεση της 109/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ