Supreme Court dismisses appeal on custody visitation grounds, ruling substantive law violations and procedural defects are unfounded.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding child visitation rights. The court found the appellant's arguments regarding substantive law violations and procedural improprieties to be baseless and unsupported by evidence. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellees.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 947(1) of the Code of Civil Procedure; Article 69(1)(st) of the Code of Civil Procedure: Appeals against judgments imposing obligations and penalties are subject to review for substantive law violations, but arguments based on procedural defects or lack of causation must be substantiated to succeed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1631 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1631/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ε.ς Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η κλήση: Π. Π. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κυριακής Ιωαννίδου - Κουδρόγλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1) ... και 2) ..., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Κυριακής Πακιρτζίδου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 15634/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2059/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-1-2016 αίτησή της και τους από 2-1-2017 πρόσθετους λόγους επ' αυτής.
Εκδόθηκε η 1034/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που διέταξε την επανάληψη της συζητήσεως. Την υπόθεση επανέφεραν εκ νέου για συζήτηση οι αναιρεσίβλητοι με την από 12-7-2017 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Μαρία Νικολακέα.
Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με το άρθρο 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ, όταν από το δικαστήριο της ουσίας επιβάλλεται στον οφειλέτη η υποχρέωση να παραλείψει ή να ανεχθεί κάποια πράξη, απειλείται παράλληλα, ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την περίπτωση της μη εκούσιας συμμόρφωσής του, χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση σε βάρος του υπόχρεου. Οι διατάξεις αυτές, που εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις του άρθρου 950 ΚΠολΔ και προβλέπουν την επιβολή υποχρέωσης και την επέλευση συνεπειών, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, η παραβίασή τους είτε από το δικαστήριο που επιβάλλει την υποχρέωση και απειλεί τις συνέπειες είτε από εκείνο που καλείται να διαγνώσει τη μη εκπλήρωση της υποχρέωσης και την επέλευση των συνεπειών, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρθηκαν, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
2. Περαιτέρω, κατ' εφαρμογή του γενικού κανόνος "ουδείς υποχρεούται εις τα αδύνατα", η σε βάρος τού κατά το άρθρο 947 παρ.1 ΚΠολΔ οφειλέτη επέλευση των συνεπειών που έχουν απειληθεί από το δικαστήριο της ουσίας προϋποθέτει γνώση, δυνατότητα συμμόρφωσης και πρόθεση μη συμμόρφωσης. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν αναγκαίο περιεχόμενο της αγωγής του δανειστή, με την οποία επιδιώκεται ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου η βεβαίωση της παράβασης και η καταδίκη του οφειλέτη στη χρηματική ποινή και στην προσωπική κράτηση. Οι επί μέρους περιστάσεις, όμως, από τις οποίες επιβεβαιώνεται ή αποκλείεται η βασιμότητα της συνδρομής των στοιχείων αυτών, είναι επιτρεπτό να συμπληρωθούν κατά την αποδεικτική διαδικασία. Το δικαστήριο της ουσίας, πάντως, για να εκπληρώσει την υποχρέωση εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης της απόφασής του, οφείλει να διαλάβει σ' αυτήν, έστω και με γενικό, αλλά σαφή τρόπο, περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ή να μην προκύπτει η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων (ΑΠ 54/2012).
3. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 18-12-2007 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, επέτυχαν την έκδοση της 8952/2008 απόφασης, με την οποία επιτράπηκε και ρυθμίσθηκε προσωρινώς η επικοινωνία αυτών (ως απώτερων ανιόντων, ΑΚ 1520 παρ.2) με το ανήλικο τέκνο του υιού τους, την Ε., τότε ηλικίας περίπου 7 ετών, διότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, μητέρα του τέκνου και σύζυγος του υιού τους (νύφη τους) δεν την ανεχόταν.
Ότι, ειδικότερα, αν και η εναγομένη επικαλούταν σεξουαλική κακοποίηση της Ε. από τον πρώτο από τους ενάγοντες, ο δικαστής, που είχε συγκροτήσει τότε το ως άνω δικαστήριο και είχε συνομιλήσει με αυτήν πριν εκδώσει την απόφασή του χωρίς η τελευταία να εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο σε βάρος του παππού ή της γιαγιάς της, έκρινε ότι η κακοποίηση δεν πιθανολογήθηκε και ότι, αντιθέτως, η επικοινωνία θα ήταν επωφελής για την ανήλικη.
Ότι, σύμφωνα με την απόφαση, η επικοινωνία έπρεπε να γίνεται κάθε δεύτερο και τέταρτο Σάββατο εκάστου μηνός, από ώρα 17:30 μέχρι 21:00 και κάθε τρίτη Κυριακή εκάστου μηνός, από ώρα 11:30 μέχρι 15:00. Ότι η ανήλικη έπρεπε να παραλαμβάνεται από τους ενάγοντες ή τον ένα από αυτούς ή τον πατέρα της κατά τα ως άνω εναρκτήρια χρονικά σημεία, από την κατοικία της εναγομένης που ασκούσε την επιμέλεια και να επαναφέρεται εκεί με τον ίδιο τρόπο κατά τη λήξη της επικοινωνίας.
Ότι η επικοινωνία έπρεπε να γίνεται πάντοτε με την παρουσία του πατέρα της Ε.ς. Ότι στην εναγομένη επιβλήθηκε η υποχρέωση να ανέχεται την επικοινωνία με την απειλή χρηματικής ποινής τετρακοσίων (400) ευρώ υπέρ των δικαιούχων και προσωπικής κράτησης με διάρκεια είκοσι (20) ημέρες σε βάρος αυτής, για κάθε περίπτωση που θα την παρεμπόδιζε.
Ότι η παραπάνω απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη με επιταγή προς εκτέλεση την 27-3-2008 και κατέστη εκτελεστή μετά παρέλευση 24 ωρών. Ότι οι ενάγοντες, εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης, άσκησαν την από 20-3-2008 κύρια αγωγή για οριστική ρύθμιση της επικοινωνίας με την ανήλικη εγγονή τους, που κατατέθηκε στη γραμματεία του αρμοδίου δικαστηρίου την 27-3-2008 και επιδόθηκε στην εναγομένη την 28-3-2008.
Ότι η εναγομένη, παρά την επίδοση της 8952/2008 απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου με επιταγή προς εκτέλεση, δεν συμμορφώθηκε προς το διατακτικό της, αλλά με πρόθεση την παραβίασε συστηματικά, αφού δεν ανέχθηκε την επικοινωνία της Ε.ς της με τους ενάγοντες, κατά τις αναλυτικά αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση 64 ημερομηνίες, που αφορούν στα Σάββατα και τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος από 2-4-2008 έως 28-1-2010.
Ότι καθ' όλες τις επισημαινόμενες ημερομηνίες του εν λόγω χρονικού διαστήματος (εκ των οποίων, όπως δέχθηκε το εφετείο, η πρώτη ήταν διορθωτέα σε 5-4-2008), όσες φορές είτε οι ενάγοντες είτε ο υιός τους μετέβησαν στο σπίτι της εναγομένης για να παραλάβουν την Ε., προκειμένου να διεξαχθεί η επικοινωνία, η υπόχρεη ποτέ δεν είχε έτοιμη την ανήλικη θυγατέρα της, έβριζε τους ενάγοντες παρουσία αυτής, την παροτρύνε αρνητικά με τη φράση "δεν θα πας πουθενά" και με τον τρόπο αυτό την απέτρεπε από το να επικοινωνήσει με τους ενάγοντες.
Ότι αποτέλεσμα αυτής της υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης ήταν να μην έχει πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε επικοινωνία των εναγόντων με την ανήλικη εγγονή τους, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 5-4-2008 έως 28-1-2010. Ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης, σύμφωνα με τον οποίο η μη επικοινωνία των εναγόντων με την ανήλικη θυγατέρα της οφείλεται στην άρνηση της τελευταίας, είναι αβάσιμος, διότι η άρνηση αυτή, ακόμη και αν εκδηλωνόταν, δεν οφειλόταν "αποκλειστικά στο τέκνο", αλλά "προκαλούταν με παρότρυνση" της εναγομένης, η οποία με τις ενέργειές της και με τη δημιουργία επεισοδίων εξωθούσε, άμεσα ή έμμεσα, την ανήλικη στο να αποφεύγει την επικοινωνία με τους ενάγοντες, παρά το γεγονός ότι της είχε επιβληθεί δικαστικώς η υποχρέωση να την ανέχεται και να τη διευκολύνει.
Ότι η εναγομένη επέδειξε ανάλογη συμπεριφορά και στο ζήτημα της ανοχής της επικοινωνίας της θυγατέρας με τον εν διαστάσει σύζυγό της και πατέρα αυτής, παρότι είχε υποχρεωθεί προς τούτο με την 41260/2008 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
4. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το εφετείο έκρινε ότι η εναγομένη παραβίασε με πρόθεση την ως άνω απόφαση 64 αυτοτελείς φορές μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και ότι γι' αυτό συντρέχει περίπτωση να της επιβληθεί χρηματική ποινή ύψους (400 ευρώ επί 64 παραβάσεις =) 25.600 ευρώ, δηλαδή 12.800 ευρώ υπέρ ενός εκάστου των εναγόντων, καθώς και προσωπική κράτηση (20 ημέρες επί 64 παραβάσεις =) 1.280 ημερών.
Κατόπιν αυτού, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της εναγομένης κατά της τότε εκκαλουμένης 15634/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε αποφανθεί ομοίως. Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι με πληρότητα δέχθηκε και παρέθεσε στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η εναγομένη γνώριζε την υποχρέωση που της είχε επιβληθεί από το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων, ότι είχε τη δυνατότητα, εάν το ήθελε, να ανεχθεί την επικοινωνία της θυγατέρας της με τους ενάγοντες ανιόντες και ότι με πρόθεση τη ματαίωνε κάθε φορά που οι τελευταίοι επιδίωκαν, είτε αυτοπροσώπως είτε με τη μεσολάβηση του υιού τους και πατέρα της ανήλικης, να την παραλάβουν από το σπίτι της εναγομένης, δημιουργώντας επεισόδιο σε βάρος τους και απαγορεύοντας ρητά στο παιδί να πάει μαζί τους.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους του κυρίως δικογράφου και ο πρώτος από αυτούς του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 α.1 ή αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
5. Από τη διάταξη του άρθρου 947 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται, ακόμη, ότι η απειλή της προσωπικής κράτησης και της χρηματικής ποινής γίνεται "για κάθε παράβαση" και όχι συλλήβδην "για την παράβαση". Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που διαπιστώνονται δικαστικώς περισσότερες παραβάσεις, καταπίπτουν ισάριθμες φορές οι συνέπειες που έχουν απειληθεί και χωρεί καταδίκη για κάθε παράβαση.
Και μόνο σε περίπτωση κατά την οποία είναι δυνατό να εκτιμηθεί, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι περισσότερες παραβάσεις συνιστούν μία ενιαία και διαρκή ενέργεια, επιτρέπεται να επιβληθεί μόνον άπαξ η κατάπτωση των συνεπειών και να μην επέλθει καταδίκη σε τόσες ποινές όσες και οι μερικότερες παραβάσεις (ΑΠ 1664/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις παραδοχές που έχουν προεκτεθεί, καθίσταται σαφές αφ' ενός ότι η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης είχε γίνει για "κάθε παράβαση" και αφ' ετέρου ότι η εναγομένη εκδήλωνε αυτοτελώς την πρόθεσή της για ματαίωση της επικοινωνίας κάθε φορά που οι ενάγοντες επιχειρούσαν να την πραγματοποιήσουν, εντός του ενδίκου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο εξακολουθούσε να ισχύει η δικαστική απόφαση που την είχε καθορίσει.
Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, ως προς το πρώτο μέρος αυτού, με το οποίο υποστηρίζεται ότι υπό τις παραδοχές του εφετείου θα έπρεπε να έχει γίνει δεκτό ότι η εναγομένη είχε ενιαίο δόλο να μην ανέχεται την επικοινωνία των εναγόντων και, κατόπιν αυτού, θα έπρεπε να έχει διαγνωσθεί μόνο μία παράβαση της αποφάσεως, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο δεύτερος από τους λόγους του κυρίως δικογράφου, με το οποίο επισημαίνεται η παραδοχή ότι η υπό εκτέλεση απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων απέβαλε την ισχύ της την 1-4-2010, όταν εκδόθηκε η 11363/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία απορρίφθηκε η τακτική αγωγή για επικοινωνία των εναγόντων με την εγγονή τους, είναι αλυσιτελής και γι' αυτό αβάσιμος, διότι η αποβολή της ισχύος του εκτελεστικού τίτλου επήλθε μετά την πάροδο του ενδίκου χρονικού διαστήματος (από 5-4-2008 έως 28-1-2010), κατά το οποίο, όπως δέχθηκε το εφετείο, αν και η απόφαση εξακολουθούσε να είναι σε ισχύ, η εναγομένη την παραβίασε εκ προθέσεως.
6. Με τον τρίτο από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτο τον ισχυρισμό της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας, περί του ότι κατά τις αναφερόμενες στις προτάσεις της ημερομηνίες δεν μπορούσε να εκτελεστεί το διατακτικό της απόφασης, γιατί άλλοτε απουσίαζε ο σύζυγός της με τη φυσική παρουσία του οποίου έπρεπε να γίνεται η επικοινωνία της ανήλικης θυγατέρας της με τους ενάγοντες κι άλλοτε οι τελευταίοι παραθέριζαν στη ..., με συνέπεια να μην έχουν τη δυνατότητα επικοινωνίας.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, πράγματι, ότι το εφετείο χαρακτήρισε τον εν λόγω ισχυρισμό ως απαραδέκτως προβαλλόμενο με τις προτάσεις και όχι με λόγο έφεσης, παρά το γεγονός ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 674 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της ενώπιον εκείνου συζητήσεως, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται και με τις προτάσεις, ο δε ισχυρισμός της εναγομένης θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί τέτοιος.
Παρατηρείται, όμως, ότι το εφετείο, συνεχίζοντας την απορριπτική αιτιολογία του, δέχθηκε ότι ο ως άνω ισχυρισμός της εναγομένης, ακόμη και αν ήθελε κριθεί παραδεκτός και ερευνηθεί στην ουσία του, δεν αναιρούσε την προηγηθείσα παραδοχή σύμφωνα με την οποία κατά τις 64 ημέρες, για τις οποίες είχε γίνει δεκτό ότι παρεμποδίσθηκε η επικοινωνία, είτε οι ενάγοντες είτε ο υιός τους και πατέρας της ανήλικης επιδίωξαν να παραλάβουν το παιδί, ήτοι ήσαν σε θέση να το κάνουν, αλλά δεν το κατόρθωσαν, επειδή η εναγομένη δημιούργησε επεισόδιο σε βάρος τους και στο τέλος είπε στο παιδί "δεν θα πας πουθενά".
Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ως προς την τώρα προβαλλόμενη αδυναμία του πατέρα να παρευρίσκεται στην επικοινωνία, ως έλλειψη βασικής προϋπόθεσης για την ικανοποίηση του σχετικού δικαιώματος των εναγόντων, ουδόλως διατυπώνεται επίκληση της εναγομένης περί του ότι προβλήθηκε παραδεκτώς ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΚΠολΔ 562 παρ.2).
Επομένως, ο σχετικός προς αυτό δεύτερος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, ως προς το δεύτερο μέρος αυτού, είναι απαράδεκτος.
7. Σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ.1 περ. στ' ΚΠολΔ, δικαστική προστασία επιτρέπεται να ζητηθεί πρόωρα και στην περίπτωση που υπάρχει βάσιμος φόβος ότι ο οφειλέτης θα αποφύγει την έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής. Στην προκείμενη περίπτωση, παραδεκτώς συμπεριλήφθηκε στην ένδικη αγωγή, που κατατέθηκε την 26-1-2010 και η ημερομηνία 28-1-2010, ως χρόνος κατά τον οποίο η εναγομένη παραβίασε (για τελευταία φορά στην ένδικη υπόθεση) την επιβληθείσα υποχρέωση για ανοχή της επικοινωνίας, παρά το γεγονός ότι η παραβίαση αυτή δεν είχε συντελεσθεί ακόμη κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής. Διότι, από το όλο περιεχόμενο της αγωγής προέκυπτε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι είχαν βάσιμο φόβο ως προς το ότι η αντίδικός τους δεν θα αλλάξει στάση κατά τις επόμενες δύο ημέρες. Επομένως, ο τέταρτος από τους λόγους του δικογράφου των προσθέτων, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι παρά το νόμο το εφετείο δεν απάγγειλε το απαράδεκτο της αγωγής ως προς το μέρος αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-1-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 2059/ 2006 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουνίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 6η Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ