1631/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1631/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 1631 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1631/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., o οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Σαπουντζάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία ΣΤΑΔΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ (Σ.Ε.Φ), που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αθηνά Δήμαινα - Μανίκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5887/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 587/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-6-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Μιχολιάς ανέγνωσε την από 12-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 82 εδ. γ Κ.Πολ.Δ. αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 εδ. α του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, πρέπει δε αυτός να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως και ν’ ασκεί τα νόμιμα δικαιώματα του, διότι και αυτός είναι διάδικος(ΑΠ. 972/2014, 910/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση της προσβαλλόμενης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι στη δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς επί της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΣΤΑΔΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ", κατά της υπ’ αριθμόν 5887/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε επί της από 19-1 -2011 αγωγής του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 587/2014 απόφαση, άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος του εναγομένου η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑΔΙΟΥ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ ", η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ" και η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ)", ζητώντας την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη της έφεσης.
Το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του συνεκδίκασε την έφεση με τις εν λόγω πρόσθετες παρεμβάσεις, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της εναγομένης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή και ως βάσιμη, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη και απέρριψε και τις πρόσθετες παρεμβάσεις.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στο ακροατήριο του παρόντος δικαστηρίου οι προσθέτως παρεμβαίνοντες, ήτοι η πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΑΔΙΟΥ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑΣ " ...", η δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΘΛΗΤΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ" και η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος (ΓΣΕΕ)" δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Οι ως άνω προσθέτως παρεμβαίνοντες όμως είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης κύριο διάδικο (αναιρεσείοντα), υπέρ του οποίου είχαν ασκήσει τις πρόσθετες παρεμβάσεις, όπως προκύπτει αντίστοιχα από τις επικαλούμενες και νομίμως προσκομιζόμενες από αυτόν υπ αριθμούς ... 30-11-2016, .../3-11-2016 και .../30-11-2016 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.
Π..
Συνεπώς οι εν λόγω προσθέτως παρεμβαίνοντες πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες.
2. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005).
3. Κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 ρυθμίζει θέματα που αφορούν: "Αποζημίωση απολυομένων δημοσίου κλπ - εφάπαξ κλπ διατάξεις", "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή ΝΠΔΔ ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρεία Υδάτων κ.λπ.) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενοι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργούμενης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".
Το ανώτατο αυτό όριο αυξήθηκε διαδοχικά μεταγενεστέρως και προσδιορίσθηκε τελικώς με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 στο ποσό των 15.000 ευρώ. Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 618/1970 "περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967 επί αποζημιώσεων κ.λπ." ορίστηκαν τα εξής: "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967 περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κ.λπ." τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημίωσης ισχύουν δια πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντας, απομακρυνομένους ή απολυόμενους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων κοινής ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ’ οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ’ αυτών συνδεόμενους, καταργούμενης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή εθίμου".
Οι ως άνω διατάξεις ως εκ του σκοπού θεσπίσεως τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των άνω μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφελείας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους και στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφελείας το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών τους (Ολ ΑΠ 10/1998, 33-34/1997), αποτελούν κατά την έννοια του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών.
Οι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων που ελέγχονται από το Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα.
Αποφασιστικό όμως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφελείας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006).
Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ.1 του Κανονισμού Οργάνωσης και Λειτουργίας του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας (Σ.Ε.Φ.)που εγκρίθηκε με την κοινή Υπουργική απόφαση με αριθμό 14487/11-5-1989 των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Πολιτισμού και δημοσιεύθηκε στη εφημερίδα της Κυβέρνησης Τεύχος 2° φύλλο ... 1-5-1989, σκοπός του Σ.Ε.Φ. είναι: α. Η ανάπτυξη του αγωνιστικού και μαζικού αθλητισμού β. Η αναβάθμιση του πολιτιστικού και αθλητικού επιπέδου του λαού και γενικά η εξυπηρέτηση του αθλητισμού.
Από το συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων, ενόψει και του σκοπού που υπαγόρευσε το νομοθετικό περιορισμό της εν λόγω αποζημιώσεως στα άνω ανώτατα όρια, συνάγεται ότι η οφειλόμενη αποζημίωση υπολογίζεται μεν σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2112/1920, πλην όμως υπόκειται ως προς το ανώτατο όριο στους περιορισμούς που τίθενται από τις προμνημονευόμενες διατάξεις του νόμου, και για τους υπαλλήλους των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή των επιχειρήσεων που επιχορηγούνται από το κράτος και δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο (Ν.Π.Ι.Δ.) Σ.Ε.Φ., κατά τις διατάξεις που διέπουν την ίδρυση, οργάνωση και λειτουργία του ήταν εξαρχής και εξακολούθησε να είναι και κατά τον κρίσιμο χρόνο επιχείρηση κοινής ωφελείας, εμπίπτει στις επιχειρήσεις που αναφέρονται στην έννοια του άρθρου άρθρου 2 παρ. 2 του αν.
ν. 173/1967 στο οποίο αναφέρονται ρητά και ενδεικτικά (η ΔΕΗ ο ΟΤΕ η εταιρεία υδάτων κ.λ.π.) και άλλες, που δεν κατονομάζονται, στις οποίες περιλαμβάνεται, καθόσον η φύση των υπηρεσιών του, όπως προκύπτει εκ του, κατά τα προεκτεθέντα, σκοπού του είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου.
Το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από το γεγονός ότι το αναιρεσίβλητο εμπίπτει στις επιχειρήσεις που επιχορηγούνται από το κράτος αφού κατά το άρθρο 80 του κανονισμού λειτουργίας του οι πόροι του προέρχονται, μεταξύ άλλων, από ετήσια τακτική επιχορήγηση από το Κράτος αλλά και από έκτακτες επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό των δημοσίων επενδύσεων.
Επομένως, το αναιρεσίβλητο υπόκειται, ως προς την αποζημίωση των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδοτήσεως υπαλλήλων της, στο όριο των ανωτέρω νόμων (173/1967 και 618/1970), όπως το όριο αυτό αναπροσαρμόσθηκε σε 15.000 ευρώ με το άρθρο 21 παρ. 13 του Ν. 3144/2003 (βλ. ΑΠ 1121/2013, ΑΠ 1122/2013 ΤΝΠ Νόμος).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, επικαλούμενος λύση της σύμβασης εργασίας του αορίστου χρόνου, που τον συνέδεε από το 1984 με το εναγόμενο, λόγω συνταξιοδοτήσεως του την 30-7-2010, και ισχυριζόμενος ότι το ύψος της δικαιούμενης αποζημίωσης του λόγω συνταξιοδότησης ανερχόταν στο ποσό των 66.535,25 ευρώ ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο στην καταβολή σε αυτόν για την ως άνω αιτία του ποσού των 44.802,25 ευρώ για οφειλόμενο υπόλοιπο της αποζημίωσης του με το νόμιμο τόκο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή του, το οποίο ποσό το εναγόμενο αρνείται να του καταβάλει επικαλούμενο οικονομική δυσχέρεια, ιστορώντας περαιτέρω ότι το εναγόμενο αναγνώρισε την ως άνω οφειλή του δια της νομίμου εκπροσώπου του και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει την ως άνω αποζημίωση σε τρείς μερικότερες δόσεις των 22.549, 14 ευρώ, των 11.229,57ευρώ και 32.846,54 ευρώ αντίστοιχα τις συμφωνηθείσες ημερομηνίες της 30-7-2010 την πρώτη, την 30-10-2010 τη δεύτερη και την 30-1-2011 την τρίτη και ότι του κατέβαλε μόνον την πρώτη από αυτές.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 5887/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή και ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η αγωγή για το ποσό των 38.461,32 ευρώ.
Κατά της αποφάσεως αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο άσκησε έφεση, επί της οποίας το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού παρέθεσε όλες τις σχετικές νομικές διατάξεις, δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη, αναφορικά με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ:
"Ωσαύτως υπάγεται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 η οφειλόμενη αποζημίωση προς τους αποχωρούντας εργαζόμενους του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου υπό την επωνυμίαν " Στάδιον Ειρήνης και Φιλίας", του οποίου ο δια της .../ 11-5-1989 των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Πολιτισμού εγκριθείς Κανονισμός Λειτουργίας προβλέπει δια μεν του άρθρου 1 ότι ο σκοπός του είναι η ανάπτυξη του αγωνιστικού και μαζικού αθλητισμού και η αναβάθμιση του πολιτιστικού και αθλητικού επιπέδου του λαού και εν γένει η εξυπηρέτηση του αθλητισμού, δια δε του άρθρου 80 ότι οι πόροι του είναι η ετήσια τακτική επιχορήγηση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, τα έσοδα από την εκμετάλλευση των εγκαταστάσεων του δια τη διοργάνωση αθλητικών πολιτιστικών και άλλων εκδηλώσεων, οι ειδικές επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό των δημοσίων επενδύσεων και τα έσοδα από δωρεές, κληρονομιές ή εισφορές τρίτων και δια του άρθρου 82 ότι ο έλεγχος της διαχειρίσεως των οικονομικών του εγκρίνεται από τριμελή ελεγκτική επιτροπή αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Οικονομικών και δύο εκπροσώπους των οικονομικών υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και βάσει του οποίου, ως εκ τούτου, Κανονισμού Λειτουργίας το συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο συνιστά επιχείρηση κοινής ωφελείας, εν όψει του ότι η φύση των υπ’ αυτού παρεχόμενων υπηρεσιών είναι ζωτικής σημασίας δια την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου εις το κοινωνικό αγαθό της αθλήσεως και την αναβάθμιση εν γένει του πολιτιστικού επιπέδου των πολιτών, ανεξαρτήτως εάν οι πόροι του δύνανται να προέρχονται και από άλλες πηγές πέραν της κρατικής επιχορηγήσεως (βλ.
Μον Εφ Πειρ 336/2013, 335/2013,και 295/2013,αδ.). Η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 τυγχάνει, κατ’ άρθρο 7 παρ. 3 Ν. 1876/1990, αναγκαστικού δικαίου μετ’ αμφιμερούς ενεργείας και συνεπώς δεν δύναται δια συλλογικών συμβάσεων ή δια συμβάσεως αναγνωρίσεως χρέους να συνομολογηθεί η υποχρέωση του υπαγομένου στη ρύθμιση της εργοδότου προς καταβολήν μείζονος του ως άνω χρηματικού ορίου αποζημιώσεως (βλ.
Α.Π. 323/2010 και Α.Π. 194/2010 ΒΝΔΝΟΜΟΣ). Εν τέλει, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, υφίσταται δικονομική δυνατότης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου- εν περιπτώσει ασκήσεως εφέσεως υπό του ενάγοντος ή του εναγομένου παραπονουμένων του πρώτου δια την πρωτοβάθμιον δικαστικήν απόρριψιν της αγωγής ή του δευτέρου δια την ουσιαστικήν παραδοχήν της αγωγής - να προβεί σε αυτεπάγγελτον έρευναν του νόμω βάσιμου αυτής και να την απορρίψει ως μη νόμιμον άνευ χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος - ενάγοντος ή εναγομένου (βλ.
Α.Π. 356/2013, ΤΝΠΝΟΜΟΣ:607249, Εφ.Θεσ 440/1999,ΤΝΠΔΣΑ και Σαμουήλ Σαμουήλ, "Η Έφεση", έκδοση 1993, σελ. 265, 269-270 και 342-343, αριθ. 854,878 και 1137). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή τυγχάνει μη νόμιμη, διότι κατά το προεκτιθέμενον περιεχόμενόν της, ο ενάγων έχει ήδη λάβει δια την αποχώρηση του ένεκα συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος από το εναγόμενον, ως πρώτην δόσιν αποζημιώσεως, χρηματικόν ποσόν 22.459,14 ευρώ, το οποίον, όμως, υπερβαίνει το εκ του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967 καθοριζόμενον ανώτατον όριον των 15.000 ευρώ.
Η δε εξιστορούμενη σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους εν σχέσει προς το ως άνω επιδιωκόμενο χρηματικό ποσό δεν κατισχύει της αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου ρυθμίσεως του άρθρου 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967. Έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη, κρίνασα την ως άνω αγωγή ως νόμιμη και πρέπει να εξαφανισθεί, να κρατηθεί δε και να δικασθεί κατ’ ουσίαν η κρινόμενη διαφορά(άρθρον 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας λόγω της δυσχέρειας του επιλυθέντος νομικού ζητήματος".
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 ΑΝ 173/1967 οι οποίες ήταν εφαρμοστέες καθόσον το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας και ο χαρακτήρας του αυτός δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στο αναιρεσίβλητο διεξάγονται πέραν των αθλητικών εκδηλώσεων και άλλες δραστηριότητες, όπως εμπορικές εκθέσεις καταναλωτικών αγαθών, συνέδρια ιδιωτικών φορέων, κομμάτων κ.α. συναυλίες, μουσικές εκδηλώσεις κλπ, ούτε και το ότι σημαντικό μέρος των πόρων του προέρχονται από άλλες πηγές πέραν της κρατικής επιχορήγησης αυτού αναιρούν τον χαρακτήρα του ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας καθόσον η φύση των υπ’ αυτού παρεχόμενων υπηρεσιών είναι ζωτικής σημασίας δια την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου εις το κοινωνικό αγαθό της αθλήσεως και την αναβάθμιση εν γένει του πολιτιστικού επιπέδου των πολιτών.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 2 ΑΝ 173/1967 είναι αβάσιμος.
Τέλος εφόσον η ένδικη αξίωση είναι μη νόμιμη, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. για το λόγο ότι στερείται αιτιολογίας, άλλως ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτήρα του αναιρεσιβλήτου ως επιχείρηση κοινής ωφέλειας ως εκ του ότι δέχεται ότι το αναιρεσίβλητο δύναται να έχει πόρους και πέραν της κρατικής επιχορήγησης χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει το ύψος τους ή το ποσοστό τους στα συνολικά του έσοδα δεν ιδρύεται.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε, προτάσεις κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθμόν 587/2014 απόφασης του (Μονομελούς) Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ