1631/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπό την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 4245δ'/19-8-2013 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών Γ. Β., προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με επίσπευση, από τον αναιρεσείοντα, της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης κατά της 178/2012 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Legislator headnote
AI generated1631/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Β., προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με επίσπευση, από τον αναιρεσείοντα, της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης κατά της 178/2012 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Full text
Απόφαση 1631 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1631/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Σ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πάπαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Αγροτικής Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" με διακριτικό τίτλο ΑΤΕ ΒANK που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2012 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-12-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 23-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 4245δ'/19-8-2013 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών Γ. Β., προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη, έχει κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με επίσπευση, από τον αναιρεσείοντα, της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης κατά της 178/2012 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Όπως προκύπτει δε περαιτέρω από τα πρακτικά της παρούσας συζήτησης, αυτή δεν παρέστη όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο. Επομένως πρέπει να δικασθεί ερήμην, θα ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα [άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔικ]. 2. Με τη κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία πιο πάνω απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 200/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας.
Στη συνέχεια, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, έγινε δεκτή μερικώς η ανακοπή του αναιρεσείοντος και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και ακυρώθηκε η 243/2007 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, κατά το μέρος που με αυτήν είχε διαταχθεί ο αναιρεσείων να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, [εις ολόκληρον με τους λοιπούς ανακόπτοντες], ποσό μεγαλύτερο των 152.034,68 ευρώ, στο οποίο και περιορίσθηκε η κατ'αυτού απαίτησή της.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553,556,558, 564,566 παρ.1ΚΠολΔικ]. Επομένως πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].
3. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε: α] ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης τράπεζας και των Σ. Α. [που απεβίωσε στις 21-7-2002], πρώτου και δεύτερης των ανακοπτόντων [ Π. Α. και Χ. Α. αντιστοίχως], ως πιστούχων, καταρτίσθηκε η 395/12-8-1983 σύμβαση παροχής πιστώσεως με ανοικτό λογαριασμό, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκαν τρία δάνεια για την ναυπήγηση και την αγορά ναυτιλιακού εξοπλισμού αλιευτικού σκάφους, β] ότι οι εν λόγω πιστούχοι, δυνάμει σχετικού όρου της σύμβασης [άρθρο 5] είχαν αναλάβει την υποχρέωση να ασφαλίσουν κατά κινδύνου πυρός και κάθε άλλου κινδύνου, με έξοδά τους και να διατηρήσουν ασφαλισμένα σε όλη την διάρκεια του δανείου τα ακίνητα, μηχανήματα, εγκαταστάσεις κλπ πράγματα που θα επιλέξει η Τράπεζα και ότι με τον ίδιο όρο η αναιρεσίβλητη είχε επιφυλάξει υπέρ αυτής το δικαίωμα να προβεί στην ασφάλιση των ως άνω πραγμάτων, χρεώνοντας εντόκως τα σχετικά έξοδα [ασφάλιστρα] στον λογαριασμό των δανειοληπτών, εφόσον αυτοί δεν θα προσκόμιζαν εντός 10 ημερών από την κατάρτιση της σύμβασης, το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο και την εξοφλητική απόδειξη του συνόλου των ασφαλίστρων ή μεταγενεστέρως 20 ημέρες προ της λήξεως της ασφαλίσεως, γ] ότι η αναιρεσίβλητη έκανε χρήση του σχετικού όρου της αρχικής σύμβασης και της εν συνεχεία το έτος 1990 υπογραφείσας πρόσθετης δανειστικής συμβάσεως, καταβάλλοντας η ίδια στην ασφαλιστική εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ το συνολικό ποσό των 63.891,87 ευρώ, δ] ότι τα συμβατικά ασφάλιστρα συνυπολογίζονται στη συνολική οφειλή, καθόσον δεν εμπίπτουν στην έννοια του τέλους, φόρου ή εξόδων που κατά το άρθρο 39 ν.3259/2004 εξαιρούνται, ε] ότι στο ποσό αυτό των συμβατικών ασφαλίστρων, πρέπει να προστεθεί το ποσό των 43.433,60 ευρώ ως συνολικώς εκταμιευθέν κεφάλαιο, στη συνέχεια να πολλαπλασιασθεί το προκύπτον άθροισμα επί 2 [107. 325,47 Χ 2= 214.650,94 ευρώ] κατ'εφαρμογή του άρθρου 39 του ν.3259/2004, αφού οι πιστούχοι ήταν κατ'επάγγελμα αγρότες και να αφαιρεθεί από το ποσό αυτό, το σύνολο των γενόμενων καταβολών, ύψους 53.920,76 ευρώ, στ] ότι το ποσό τω 160.730,18 ευρώ που απομένει, παριστά την πραγματική οφειλή του πρώτου, δεύτερης και τέταρτης των ανακοπτόντων, ενώ η οφειλή του αναιρεσείοντος, που εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης, την εξόφληση παντός χρεωστικού υπολοίπου μέχρι του ποσού των 14.000.000 δρχ μετά των αναλογούντων συμβατικών ασφαλίστρων, ήτοι σε ποσοστό 94,59% επί του συνολικώς εκταμιευθέντος ποσού των 14.800.00 δραχμών, περιορίζεται στο ποσό των 152.034,68 ευρώ.
Στη συνέχεια αφού απέρριψε ως αόριστο τον λόγο της ανακοπής περί κατάχρησης δικαιώματος με την επιβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, του υπέρογκου ποσού των ασφαλίστρων καθώς και τον λόγο αυτής ότι δικαιούχος είσπραξης του ποσού αυτών είναι η παραπάνω Ασφαλιστική Εταιρία και όχι η αναιρεσίβλητη, έκανε μερικώς δεκτή τη ανακοπή κατά της 243/2007 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, περιορίζοντας την απαίτηση της αναιρεσίβλητης στα παραπάνω ποσά.
4.Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,502 παρ.2,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιό λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση (Ολ.ΑΠ 32/1996).
Διαφορετικά η αναίρεση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστη, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Ειδικότερα οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔικ λόγοι αναιρέσεως, για να είναι ορισμένοι πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζεται: α)ο συγκεκριμένος κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι ευθέως ή εκ πλαγίου παραβιάσθηκε, β) τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας και υπό τα οποία φέρεται ότι συντελέσθηκε η παραβίαση, όπως και ο πραγματικός ισχυρισμός που αφορούσαν, γ) επί ευθείας παραβιάσεως, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επί εκ πλαγίου δε παραβιάσεως, εξειδίκευση του σφάλματος της έλλειψης νόμιμης βάσης, ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται δε για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού.
Τέλος αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να γίνεται μνεία των αντικρουόμενων στοιχείων (ΟλΑΠ 20/2005,32/1996).
Στη προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, αναφέρει στο αναιρετήριο: α] ότι ο επανακαθορισμός του ποσού της οφειλής των πρωτοφειλετών δυνάμει της με αριθμό 395/12-8-1983 σύμβασης παροχής πίστωσης ανοικτού λογαριασμού και δανείου, η οφειλή από τις οποίες ρυθμίσθηκε με την από 29-11-2004 πρόσθετη πράξη κατ'εφαρμογή του άρθρου 39 του ν.3259/2004, έγινε εσφαλμένα με πολλαπλασιαστή 3 και όχι 2 παρά το γεγονός ότι οι πρωτοφειλέτες εμπίπτουν στην κατηγορία των αγροτών ως ασκούντες το επάγγελμα του αλιέως, β] ότι από κανένα σημείο της ρύθμισης της οφειλής αλλά και της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος τους, δεν προκύπτει με σαφήνεια το ποσό των οφειλόμενων ασφαλίστρων, όπως ειδικότερα αναπτύσσεται στην αίτηση αναίρεσης, γ] ότι στην ανακοπείσα διαταγή δεν εξειδικεύεται το ποσό που αφορά ασφάλιστρα πυρός οικίας και στα ασφάλιστρα του αλιευτικού σκάφους, δ] ότι δικαιούχος της όποιας απαίτησης που απορρέει από την ασφαλιστική σύμβαση είναι η ασφαλιστική εταιρία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ" και όχι η αναιρεσίβλητη αφού δεν προκύπτει σύμβαση εκχώρησης της συγκεκριμένης απαίτησης, δ] ότι ο αναιρεσείων ως εγγυητής της αρχικής σύμβασης ουδέποτε έλαβε γνώση της πιο πάνω πρόσθετης πράξης οφειλών, ε] ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ερμήνευσε ορθώς τα ανωτέρω και επανακαθόρισε το συνολικό ποσό της οφειλής από τις δανειακές συμβάσεις στο αρχικώς εκταμιευθέν κεφάλαιο, ύψους 43.433,60 ευρώ πλέον των συμβατικών ασφαλίστρων συνολικού ποσού 63.891 87 ευρώ και στη συνέχεια το άθροισμα των 107.325,47 ευρώ να πολλαπλασιασθεί Χ2, Στ] ότι το σφάλμα της πληττόμενης έγκειται στο ότι επειδή δεν προσκομίσθηκαν από τους δανειολήπτες τα αντίστοιχα ασφαλιστήρια συμβόλαια και οι εξοφλητικές αποδείξεις από το έτος 1986 και εφεξής, η πληττόμενη θεώρησε ότι με τις συνολικές καταβολές που έγιναν αναφορικά με τα ασφάλιστρα ποσού 63.891,87 ευρώ προς την Αγροτική Ασφαλιστική από την αναιρεσίβλητη και ότι περαιτέρω η πληττόμενη εσφαλμένα δέχθηκε ότι έπρεπε στην επαναπροσδιορισθείσα οφειλή να υπολογισθούν και τα έξοδα ασφαλίστρων τα οποία πρέπει να αφαιρούνται κατά τον προσδιορισμό της βάσης της οφειλής και δεν μπορούν να καταλογίζονται ως αυτοτελές κονδύλιο, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων 39 παρ.8 του ν.3459/2004 και των άρθρων 42 ν.2912/2001 και 30ν.2789/2000, από τις οποίες καθίσταται σαφές ότι στη τελική οφειλή δεν είναι δυνατόν να προστεθεί οποιαδήποτε επί πλέον επιβάρυνση και ειδικότερα από τέλος, εισφορά, φόρο ή έξοδα, όπως είναι τα ασφάλιστρα, ζ] ότι τα έξοδα αυτά ακόμη και αν πραγματοποιήθηκαν καταλογίζονται σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων, η] ότι ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι νομιμοποιείται η αντίδικος και όχι η Αγροτική Ασφαλιστική στην είσπραξη των αξιώσεων των ασφαλίστρων, τότε το ποσό αυτών [ως πρόσθετα έξοδα] θα έπρεπε να συνυπολογιστούν και να συμπεριληφθούν στο συνολικό ποσό της οφειλής του αναιρεσείοντος μόνο κατά το μέρος της που αφορούν την πρώτη δανειακή σύμβαση, αφού μόνο γι'αυτήν αυτός εγγυήθηκε, θ] ότι ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι τα ασφάλιστρα αποτελούν πρόσθετα οικονομικά στοιχεία που πρέπει να προστεθούν στο οφειλόμενο μετά των υπολογισμό κατά τον ν.3259/2004 ποσό, ο υπολογισμός τους από την αναιρεσίβλητη "τυγχάνει το λιγότερο εξωπραγματικός και περισσότερο αποδεικτικός των όσων αυτός ισχυρίσθηκε για εύσχημους τρόπους παράκαμψης του ν.3259/2004", ειδικότερα ότι έναντι του κεφαλαίου των 14.672 ευρώ στις 4-8-2004 [στο οποίο ανέρχεται η ληξιπρόθεσμη απαίτηση των ασφαλίστρων με βάση όσα αναφέρονται στη πρόσθετη πράξη ρύθμισης] η αναιρεσίβλητη το υπολογίζει σε 154.671,86 ευρώ, προβαίνουσα σε παράνομο ανατοκισμό των τόκων των ασφαλίστρων, η] ότι είναι νόμιμο και δίκαιο να εφαρμοσθεί και στις ασφαλιστικές αυτές συμβάσεις η ρύθμιση του άρθρου 39 παρ.5 του ν.3259/2004 που εφαρμόσθηκε και στις κύριες συμβάσεις και το συνολικό ύψος των οποιωνδήποτε οφειλόμενων ασφαλίστρων να ανέλθει στο ποσό των 29.344 ευρώ και όχι στο ποσό των 154.671,86 ευρώ όπως λανθασμένα υπολογίστηκε και για το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής και ι] ότι υπάρχει σαφέστατη καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης με την έννοια της υπερεξασφάλισης και εκμετάλλευσης της απειρίας, ανάγκης και κουφότητας του δικαιοπαρόχου του, αφού επιβλήθηκε και η παροχή εμπραγμάτων ασφαλειών προσημείωσης υποθήκης σε ακίνητα και ναυτικής υποθήκης στο αλιευτικό σκάφος.
Καταλήγει δε ως εξής: "Εσφαλμένα ως εκ τούτου και κατά παράβαση του νόμου η πληττόμενη απόφαση δέχθηκε ότι για τον επανακαθορισμό του συνολικού ποσού της οφειλής θα έπρεπε στο συνολικώς εκταμιευθέν κεφάλαιο ύψους 43.433,60 ευρώ να προστεθούν και τα συμβατικά ασφάλιστρα συνολικού ποσού 63.891,87 ευρώ και στη συνέχεια το άθροισμα των 107.325,47 ευρώ να πολλαπλασιασθεί Χ 2, αφαιρουμένων στην συνέχεια των γενομένων καταβολών και να περιορίσει την δική μου οφειλή ως εγγυητού σε ποσοστό 94,59% επί του ποσού των 160.730,18 ευρώ καθόσον εγώ εγγυήθηκα μόνο την εξόφληση ποσού 14.000.000 δρχ μετά των αναλογούντων συμβατικών ασφαλίστρων" και "Επειδή κατόπιν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 επ.ΚΠολΔικ".
Ενόψει του παραπάνω περιεχομένου της, όπως αυτό έχει εκτεθεί κατά τα ουσιώδη μέρη του, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν είναι σαφές ποιές νομικές πλημμέλειες αποδίδονται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιούς λόγους αναιρέσεως, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ, θεμελιώνει η εκάστη προβαλλόμενη αιτίαση.
Υπό την εκτίμηση δε, ότι αναφέρονται επαρκώς τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για να είναι ορισμένη η εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι ότι το Εφετείο δεν προέβη σε σωστή ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 42 ν. 2912/2001 και την αντίστοιχη του άρθρου 39 ν.3259 /2004, με το να δεχθεί ότι το ποσό των συμβατικών ασφαλίστρων δεν εμπίπτει στην έννοια του τέλους, φόρου ή εξόδων, ώστε να μην υπολογισθεί στην κύρια οφειλή, καταλήγοντας στη συνέχεια στο ύψος της τελικής οφειλής που βαρύνει τον αναιρεσείοντα ως εγγυητή, υπολογίζοντας στη ρύθμιση και το ποσό των συμβατικών ασφαλίστρων, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Τούτο δε, καθόσον το Εφετείο δεν προέβη σε ψευδή ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων ούτε σε κακή εφαρμογή τους, αφού ακόμη και αν ήθελε γίνει ερμηνευτικά δεκτό ότι στη διαμορφούμενη τελική οφειλή δεν περιλαμβάνονται επιβαρύνσεις από φόρους, τέλη, εισφορές, έξοδα κλπ., τα καταβληθέντα από την αναιρεσίβλητη [κατά την ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης] συμβατικά ασφάλιστρα, ασφαλώς και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στις παραπάνω έννοιες, ώστε να μην υπολογισθούν στο ύψος της τελικής οφειλής.
Τέλος κατά το μέρος που πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η αίτηση είναι απαράδεκτη.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 494 παρ.4 ΚΠολΔικ]. Δικαστική δαπάνη δεν πρέπει να επιδικασθεί λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση του Α. Σ. για αναίρεση της 178/2012 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ