Legislator Case Law & Legislation
1631/2010 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, overturns liability for disability damages but orders return of court costs.

Case Number 1631/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Court of Appeal's judgment ordering the plaintiff to pay disability damages to her daughter. The court found the appeal valid regarding the liability for the daughter's disability but rejected the request to return the entire debt. However, the court accepted the request to return the 3,000 euros paid for court costs because the appellate judgment was not subject to enforcement upon appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579 § 2, 176, 178, 183, 189, 579 § 1, 581 § 2 of the Code of Civil Procedure: When an appellate judgment is partially annulled, the provision regarding court costs vanishes entirely to allow the appellate court to re-determine costs based on the final outcome of the retrial.

Keywords

AI generated
partial annulment court costs restitution disability damages parental custody civil procedure code enforcement of judgment retrial procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 579 § 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 178, 183, 189, 579 § 1, 581 § 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 192/1998
AP 521/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1631 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1631/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β.Σ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Ζάχου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Β.Κ. και 2. Μ.Ο. ως ασκούντων τη γονική μέριμνα στην ανήλικη θυγατέρα τους Δ.Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Συμσιρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Αυγούστου 1998 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 692/1999, 280/2005 προδικαστικές, 26/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3/2009 του Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Απριλίου 2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 14 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον τέταρτο λόγο της, να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης και να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 3/2009 απόφαση του Εφετείου ..., κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να καταβάλλει στους αναιρεσίβλητους, εκτός των άλλων, και το ποσό των 23.477,62 ευρώ, ως αποζημίωση της ανήλικης θυγατέρας τους Δ.Κ. για την προξενηθείσα σ' αυτή από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας αναπηρία.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και υπέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της υπ' αριθμ. 3/2009 αποφάσεως του Εφετείου ..., ο δε πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 3/2009 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου ..., η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 17.3.2007 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας τους Δ.Κ. , και εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 26/2007 οριστική απόφαση του ΠολΠρ..., δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την από 31.8.1998 αγωγή τους, που είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν με την πρωτόδικη απόφαση και αναγνώρισε ότι η ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτούς, με την ιδιότητα που παρίστανται, το συνολικό ποσό των 49.602,21 ευρώ προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση της ανήλικης θυγατέρας τους για τις περιουσιακές ζημίες και την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη ή θα υποστεί εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002? ΑΠ 911/2002? 1021/2002? 864/2003? 105/2005? 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την παράλειψη αυτή (ΑΠ 1874/2008).

Ειδικότερα ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, με την έννοια ότι δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις ) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 48/1986? 1011/1994).

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρ. 335,338,339,340 και 346 ΚΠολΔ (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005? 1072-3/2005).

Εξάλλου για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1535/1995? ΑΠ 567/1996).

Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ,όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 465/1988).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την ύπαρξη υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας για την προκληθείσα στη θυγατέρα των αναιρεσιβλήτων μαιευτική πάρεση, βασιζόμενη στις ακόλουθες παραδοχές: " ... από τις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν μαρτύρων, που περιέχονται στην 24/2004 έκθεση του Εισηγητή Δικαστή και όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, καθώς και από τις εκθέσεις με αριθμούς 114/2000,11/2006 και 21/2006 των πραγματογνωμόνων...

και τις από 32.5.2003 και 5.9.1999 εκθέσεις- ιδιωτικές γνωματεύσεις ιατρών, που και αυτές, όπως και οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, εκτιμώνται ελεύθερα, αποδείχθηκαν τα εξής: Περί το μήνα Μάρτιο του 1995 η δεύτερη ενάγουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) κατέστη έγκυος και άρχισε να παρακολουθείται από την εναγομένη (αναιρεσείουσα), η οποία και διενήργησε τον τοκετό στις 29.11.1995 στο ιδιωτικό μαιευτήριο ...

της ..., όπου γεννήθηκε η κόρη αυτής και του πρώτου ενάγοντος (πρώτου αναιρεσιβλήτου), που αργότερα έλαβε το όνομα Δ. Ο τοκετός αυτός ήταν ο πρώτος για την ενάγουσα και φυσιολογικός, το δε νεογνό είχε βάρος 3,300 κιλά. Ο παιδίατρος- παιδονευρολόγος Σ.Γ. σημείωσε στο βιβλιάριο υγείας του νεογνού " μαιευτική παράλυση βραχιονίου πλέγματος αριστερά".

Ο Διευθυντής της Ορθοπεδικής Κλινικής του Γ.Ν. ... Α.Π. γνωματεύει ότι η Δ.Κ. πάσχει από μαιευτική παράλυση και χρήζει φυσιοθεραπείας επί 6 μήνες (βλ. την από 27.9.1996 γνωμάτευση), ο ίδιος ιατρός στις από 16.4.1997 και 9.2.1998 βεβαιώσεις αποφαίνεται ότι λόγω της ίδιας πάθησης πρέπει να παραταθεί η φυσιοθεραπεία για άλλους 6 μήνες κάθε φορά.

Στις 25.10.2000 η πρωτοβάθμια Υπηρεσιακή Υγειονομική Επιτροπή της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ... γνωμάτευσε ότι η ως άνω ανήλικη πάσχει από " μαιευτική παράλυση αρ. άνω άκρου μέτριου βαθμού", ενώ και το ΙΚΑ ... γνωμάτευσε ότι παρουσιάζει μαιευτική παράλυση και αποφαίνεται ότι το ποσοστό αναπηρίας της ανέρχεται σε 35%.

Στις 6.12.2000 η ίδια ασθενής προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ..., όπου διαπιστώνεται " μαιευτική παράλυση αριστερά ανωτέρου τύπου". Στην από 6.6.2005 γνωμάτευσή του ο ιατρός ορθοπεδικός - χειρουργός Κ.Η. αναφέρει ότι η ίδια ασθενής πάσχει από μια υπολειμματική ελάττωση μυϊκής ισχύος ενεργητικής απαγωγής αριστερού ώμου, καθώς και εσωτερική στροφή αριστερού ώμου συνεπεία προηγηθείσης μαιευτικής κάκωσης βραχιονίου πλέγματος αριστερά.

Τη μαιευτική παράλυση βεβαιώνουν και οι ιατροί ορθοπεδικοί Α.Μ. και Ο.Μ. (βλ. τις από 4.5.1998 και 20.5.1999 αντίστοιχες βεβαιώσεις τους). Ο πραγματογνώμων Χ.Η., ορθοπεδικός-χειρουργός, που διορίσθηκε με την πρώτη από τις μη οριστικές αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού εξέτασε κλινικά την ανήλικη ασθενή Δ.Κ., αποφάνθηκε ότι αυτή πάσχει από πάρεση αριστερού βραχιονίου πλέγματος ανώτερου τύπου (Εrb), δηλαδή βλάβη της 5ης και 6ης νευρικής ρίζας με μυϊκή αδυναμία δελτοειδούς μυός και έσω στροφέων μυών αριστερά, φυσιολογική όμως μυϊκή ισχύ τρικεφάλου, δικεφάλου έξω στροφέων, εκτεινόντων και καμπτηρίων μυών, καρπού και δακτύλων.

Όσον αφορά τις παθητικές κινήσεις παρουσιάζει περιορισμένη απαγωγή έσω στροφή, πρόσθια κάμψη και έκταση αριστερού αγκώνα, περιορισμό έκτασης αριστερού αγκώνα και υπτιασμού αριστερού αντιβραχίου, κατά φύση όμως κίνηση της αριστερής πηχεοκαρπικής άρθρωσης. Όσον αφορά την ενεργητική λειτουργικότητα των αριστερών ώμου και αγκώνος αυτή είναι τρίτου βαθμού- με πρώτο βαθμό την πλήρη παράλυση και πέμπτο την πλήρη κίνηση (βλ.

την με αριθμό 114/2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Ο πραγματογνώμονας Β.Σ., Διευθυντής της Νευροχειρουργικής Κλινικής του Περιφερειακού Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου ..., που διορίστηκε με τη δεύτερη από τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου ..., αποφαίνεται ότι η Δ. εμφανίζει πάρεση του αριστερού βραχιονίου πλέγματος ανωτέρου τύπου Erb, που συνεπάγεται βλάβη της πέμπτης και έκτης αυχενικής ρίζας με αδυναμία του αριστερού δελτοειδούς μυός, φυσιολογική μυϊκή ισχύ δικέφαλου, τρικέφαλου μυών και καμπτήρων και εκτεινόντων δακτύλου και καρπού, με ικανοποιητική ισχύ των έσω στροφέων μυών, ως προς τις παθητικές κινήσεις, με διαπιστωμένη περιορισμένη απαγωγή του αριστερού ώμου στις 100ο με φυσιολογική τιμή τις 170ο, περιορισμένη έσω στροφή του αριστερού ώμου και αριστερού αγκώνα, περιορισμένη πλήρη έκταση του αριστερού αγκώνα, φυσιολογική όμως κίνηση της πηχεοκαρπικής αρθρώσεως, όπως και φυσιολογική δυνατότητα λεπτών κινήσεων των δακτύλων της αριστερής άκρας χειρός και τέλος με ενεργητική λειτουργικότητα του αριστερού ώμου και αριστερού αγκώνα τρίτου βαθμού, δηλ.

μια υπολειμματική βλάβη του αριστερού βραχιονίου πλέγματος μέτριου βαθμού. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η σωματική βλάβη της παθούσας, όπως αυτή αναλύθηκε ανωτέρω, οφείλεται σε αμέλεια της εναγομένης ιατρού γυναικολόγου-μαιευτήρος, η οποία μη καταβάλλοντας τη σύνεση και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει και την οποία στη θέση της θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός ιατρός της ίδιας ειδικότητας, προέβη σε βίαιους μαιευτικούς χειρισμούς, αντίθετους στους παραδεδεγμένους ιατρικούς κανόνες και ειδικότερα κατά την έξοδο του εμβρύου από το πυελικό κανάλι προσπάθησε να εκβάλει το έμβρυο τραβώντας αυτό με δύναμη από την αριστερή ωμοπλάτη με τα ανωτέρω αποτελέσματα, κατά παράβαση της απορρέουσας από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του Α.Ν. 1565/1939 υποχρέωσής της να ενεργήσει τον τοκετό με ήπιες, ψύχραιμες και μεθοδικές κινήσεις, όπως η αύξηση της τομής εξόδου (περινεοτομή) ή την υπερηβική πίεση δια της χειρός της, υπάρχει δε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης της εναγομένης και της σωματικής βλάβης της παθούσας, καθώς και της περαιτέρω ζημίας που αυτή υπέστη κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγόντων, Ι.Ο., γιαγιάς της Δ., η οποία λέγει " όταν την επόμενη του τοκετού μέρα έφεραν το παιδί στο δωμάτιο της κόρης μου, είδαμε ότι το αριστερό χέρι ήταν δεμένο με παραμάνες, ενώ το δεξί ελεύθερο... η εναγομένη και η παιδίατρος κ. Κ. με διαβεβαίωσαν ότι το πρόβλημα θα αποκατασταθεί σε 15 μέρες, δεν μας είπαν για μαιευτική παράλυση...

μάθαμε γι' αυτή στις 7.2.1996 από τον καθηγητή κ. Γ., ο οποίος είπε ότι αυτό είναι έγκλημα ... για κακό χειρισμό από την εναγομένη μίλησαν και οι καθηγητές ορθοπεδικοί κ. Σ. και Μ. που είπαν ότι από την αρχή το παιδί έπρεπε να κάνει φυσιοθεραπείες... Όλοι οι γιατροί, στους οποίους πήγαμε μέχρι σήμερα, μας είπαν ότι η πάρεση του βραχιονίου πλέγματος οφείλεται σε βίαιο χειρισμό του αριστερού βραχίονα από την εναγομένη, η οποία παρακολουθούσε κατά την εγκυμοσύνη την κόρη μου και ουδέποτε ανέφερε ότι υπήρχε κάποιο ενδομήτριο πρόβλημα...".

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από όσα κατέθεσε η μάρτυρας της εναγομένης Α.Κ, παιδίατρος, η οποία ήταν παρούσα στον τοκετό και λέγει "ο τοκετός ήταν ομαλός και γρήγορος, έγινε αυτόματη έξοδος του εμβρύου χωρίς κανένα βίαιο χειρισμό ούτε έλξη του εμβρύου με σικύα ή εμβρυουλκό", παραδέχεται όμως ότι η ίδια έγραψε στο βιβλιάριο του παιδιού ότι πρόκειται για μαιευτική παράλυση, ούτε από τα κατατεθέντα από τον έτερο μάρτυρα της εναγομένης Δ.Μ., αναισθησιολόγο, ο οποίος παραβρέθηκε στον τοκετό και λέγει ότι " η βλάβη του χεριού του παιδιού προϋπήρχε του τοκετού", χωρίς όμως να διευκρινίζει που στηρίζει την εν λόγω άποψή του.

Αντίθετα ο πραγματογνώμονας Χ.Η. αποφαίνεται στην προαναφερόμενη έκθεσή του ότι ουδόλως αποκλείεται να συνέβη η επίμαχη κάκωση κατά την έξοδο του εμβρύου από το πυελικό κανάλι, όπως δεν αποκλείεται να συνέβη αυτή κατά την είσοδο και διαδρομή του σ' αυτό. Ο τεχνικός σύμβουλος που διόρισε η εναγομένη καθηγητής ορθοπεδικής Κ.Μ.

αποφαίνεται στην από 23.5.2003 έκθεσή του ότι " ο τραυματισμός των νεύρων μπορεί να συμβεί κατά την εμπέδωση, τη δίοδο δια του κόλπου, αλλά και την εξώθηση, ανεξαρτήτως αν υπάρχει δυστοκία του ώμου", στην προκειμένη δε περίπτωση πράγματι δεν υπήρχε δυστοκία του ώμου. Ο πραγματογνώμονας ιατρός μαιευτήρας - γυναικολόγος Π.Γ.

αποφαίνεται ότι η κάκωση μπορεί να προκληθεί από ενδομήτριους παράγοντες, χωρίς να αποκλείει τους μαιευτικούς χειρισμούς (βλ. την υπ' αριθ. 11/2006 έκθεσή του)...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε αρχικά την έφεση και στη συνέχεια εν μέρει την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίζοντας την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης της αντιδίκου τους για την προκληθείσα στη θυγατέρα τους Δ.Κ.

μαιευτική πάρεση, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού λαμβάνοντας υπόψη του και αξιολογώντας όλα τα επικληθέντα και προσκομισθέντα νομίμως από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως ρητά διαβεβαιώνεται στην απόφασή του και προκύπτει και από το όλο περιεχόμενό της, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιασμούς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, στις οποίες στηρίχθηκε (άρθρ. 330, 914 ΑΚ και 24 α.ν. 1565/1939), κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, προσδιορίζοντας ειδικότερα σε αμέλεια την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας κατά την εκτέλεση του ιατρικού της καθήκοντος στην περίπτωση του τοκετού της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που διενήργησε ως μαιευτήρας-γυναικολόγος στις 29.11.1995.

Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ διότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ανεπαρκείς ή και αντιφατικές αιτιολογίες σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, αφού χωρίς πειστική εξήγηση απέρριψε τις σαφείς καταθέσεις των αυτοπτών κατά τον τοκετό μαρτύρων της αναιρεσείουσας και στήριξε αποκλειστικά το αποδεικτικό της πόρισμα στην κατάθεση της μάρτυρος των αντιδίκων της, η οποία όμως δεν παρίστατο στον τοκετό και δεν ήταν συνεπώς σε θέση να βεβαιώσει, γι' αυτό και δεν βεβαίωσε με την κατάθεσή της ότι η προκληθείσα στην εγγονή της Δ.Κ.

μαιευτική πάρεση οφείλεται σε δικό της (της αναιρεσείουσας) βίαιο μαιευτικό χειρισμό κατά τον τοκετό. Ωστόσο, αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, το Εφετείο συνεκτίμησε την κατάθεση της μάρτυρος των αντιδίκων της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και διατύπωσε σαφές ως προς την υπαιτιότητά της αποδεικτικό πόρισμα, διακρίνοντας αυτή καθαυτή τη μαιευτική πάρεση από την αιτία που την προκάλεσε, ενώ κατά τα λοιπά ανέλεγκτη είναι αναιρετικά (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ), κατά τα προεκτεθέντα, η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και η σχετική επιχειρηματολογία του, για την οποία απαράδεκτα η αναιρεσείουσα αιτιάται έμμεσα με τον αυτό λόγο της αίτησης αναίρεσης την εφετειακή απόφαση ως προς το τι αποδείχθηκε και γιατί.

Αβάσιμος επίσης και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει και πάλι στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα ότι η διατύπωσή της είναι ενδοιαστική και συνεπώς ανεπαρκής, αφού η απόφαση υιοθετεί και παραθέτει στη 10η σελίδα της τις απόψεις των ιατρών Χ.Η.

και Κ.Μ., από τους οποίους ο πρώτος αναφέρει στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ότι " ουδόλως αποκλείεται να συνέβη η επίμαχη κάκωση κατά την έξοδο του εμβρύου από το πυελικό κανάλι...", ενώ ο δεύτερος αποφαίνεται στην από 23.5.2003 έκθεσή του ότι " ο τραυματισμός των νεύρων μπορεί να συμβεί κατά την εμπέδωση, τη δίοδο δια του κόλπου, αλλά και την εξώθηση, ανεξαρτήτως αν υπάρχει δυστοκία του ώμου".

Όμως , αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, το Εφετείο δεν υιοθέτησε και το ίδιο την ενδοιαστική εν μέρει διατύπωση των παραπάνω ιατρικών εκθέσεων, αλλά τις συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και κατέληξε, κατά τα προεκτεθέντα, σε σαφές και αναμφίβολο αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο, όπως είναι διατυπωμένο, δημιουργεί τη βεβαιότητα ότι στηρίζεται στην εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, επομένως και των εγγράφων, που θεωρεί η αναιρεσείουσα ότι δεν λήφθηκαν εν όλω ή εν μέρει υπόψη από το Εφετείο και ειδικά προσδιορίζει με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για την παράλειψη αυτή από το άρθρ. 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αν τα έγγραφα αυτά είχαν ληφθεί υπόψη, το Εφετείο θα είχε ασφαλώς οδηγηθεί σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα και θα είχε δεχθεί, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι δεν μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα της η προκληθείσα στη θυγατέρα των αναιρεσιβλήτων μαιευτική πάρεση του αριστερού βραχιονίου πλέγματός της.

Η άποψη όμως αυτή της αναιρεσείουσας είναι αυθαίρετη και συνεπώς αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, αφού τα κρίσιμα κατά την άποψή της έγγραφα, που θεωρεί ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, συνεκτιμώμενα σε κάθε περίπτωση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, δεν οδηγούν υποχρεωτικά σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, όπως εσφαλμένα αυτή υπολαμβάνει, υποστηρίζοντας ότι επειδή ακριβώς δεν υπήρξε το διαφορετικό αυτό πόρισμα, συνάγεται εξ αντιδιαστολής ότι δεν λήφθηκαν υπόψη και δεν συναξιολογήθηκαν από το Εφετείο τα παραπάνω κρίσιμα έγγραφα.

3. Από τη διάταξη του άρθρ. 931 ΑΚ, που ορίζει ότι " η αναπηρία ή παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρ. 298,299,914,929 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξαρτήτως φύλλου, εκτός από την επίδραση, την οποία μπορεί να ασκήσει τόσο στο ύψος των χρηματικών ποσών, που θα στερείται ο παθών στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του, όσο και στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που θα επιδικασθεί για την ηθική βλάβη του, μπορεί να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωσή του , αν επιδρά στο μέλλον του.

Ωστόσο κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρ. 931 ΑΚ, ως μέλλον του παθόντος νοείται το οικονομικό του μέλλον και συνεπώς η αυτοτελής για την αιτία αυτή αξίωσή του αποζημίωσης, είτε πρόκειται για αναπηρία του, δηλαδή για προκαλούμενη έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου του είτε για παραμόρφωση, δηλαδή για προκαλούμενη ουσιώδη αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου του, που καθορίζεται κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά και τις αντιλήψεις της ζωής (ΑΠ 268/2008), παρέχεται για την κάλυψη περιουσιακής και μόνον ζημίας του και μάλιστα μελλοντικής.

Δηλαδή δεν είναι αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του παθόντος κατά το μέτρο αποκατάστασης της κοινωνικής του απαξίωσης από την αναπηρία ή την παραμόρφωσή του ούτε αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της συναφούς ηθικής βλάβης του, η οποία βρίσκει έρεισμα μόνο στη διάταξη του άρθρ. 932 ΑΚ και όχι στη διάταξη του άρθρ. 931 ΑΚ, αφού στην τελευταία γίνεται λόγος για αποζημίωση και όχι για χρηματική ικανοποίηση (0λΑΠ 12/2008? ΑΠ 58/2009 και350/2009).

Ειδικότερα η άγαμη γυναίκα που έπαθε αναπηρία ή παραμόρφωση από αδικοπραξία, ενώ πριν από το ν. 1323/1983 είχε αυτοτελή αξίωση αποζημίωσης κατά το ποσό που θα χρειαζόταν για να παντρευτεί άνδρα ανάλογης κοινωνικής θέσης με εκείνον που θα παντρευόταν, αν δεν είχε υποστεί αναπηρία ή παραμόρφωση, δεν μπορεί μετά την κατάργηση της προίκας με το άρθρ. 15 του ν. 1323/1983 να προβάλει την αξίωση αυτή, αλλά μόνο αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης της για τη μείωση της δυνατότητας αποκατάστασής της με γάμο από την αναπηρία ή την παραμόρφωσή της, γι' αυτό και με το άρθρ. 8 του ως άνω νόμου απαλείφθηκε από το άρθρ. 931 ΑΚ, ως ασυμβίβαστη μετά την κατάργηση της προίκας, η φράση " ιδία δε στην αποκατάσταση γυναικός", που υπήρχε προηγουμένως στο τέλος του κειμένου του άρθρου αυτού (ΟλΑΠ 15/1990).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη και παραδεκτά επισκοπούμενη (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) εφετειακή απόφαση δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι από την αδικοπραξία της εναγομένης η Δ. έχει καταστεί ανάπηρη (διαρκής αναπηρία) σε ποσοστό 35% με αναμενόμενη βελτίωση μέχρι την ηλικία των 18 ετών, οπότε θα έχει συντελεσθεί η πλήρης ανάπτυξή της ως προς την οστική και μυϊκή μάζα του σώματός της, το μέλλον της όμως επηρεάζεται δυσμενώς, καθόσον θα είναι δύσκολο, λόγω της κατάστασης του αριστερού χεριού της, να ασκήσει ορισμένα επαγγέλματα, που απαιτούν αρτιμέλεια και ευχέρεια κινήσεων του χεριού, καθώς και να αποκατασταθεί δια του γάμου και να βελτιώσει έτσι την οικονομική και κοινωνική της θέση.

Επομένως δικαιούται αυτή να λάβει αποζημίωση κατά το άρθρ. 931 ΑΚ, την οποία το δικαστήριο προσδιορίζει σε 8.000.000 δραχμές ή 23.477.62 ευρώ. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 931 ΑΚ, αφού για τον καθορισμό της αποζημίωσης, που αναγνώρισε ότι οφείλει να καταβάλει η αναιρεσείουσα στους αναιρεσίβλητους για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους, ώστε να μετριασθεί η δυσμενής για το μέλλον της επίδραση από την συναφή αναπηρία της, συναξιολόγησε και την ανάγκη της να αποκατασταθεί με γάμο, δηλαδή ανεπίτρεπτα, κατά τα προεκτεθέντα, της επιδίκασε και για την αιτία αυτή αποζημίωση και γενικότερα για ζημία μη περιουσιακή.

Συνεπώς είναι ουσιαστικά βάσιμος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και πρέπει κατά παραδοχή του λόγου αυτού να γίνει αντίστοιχα δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους, εκτός των άλλων, και το ποσό των 23.477,62 ευρώ, ως αποζημίωση της ανήλικης θυγατέρας τους Δ.Κ. για την προξενηθείσα σ' αυτή από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας αναπηρία. Κατά το κεφάλαιο αυτό η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ.580§3 ΚΠολΔ).Οι αναιρεσίβλητοι, ως εν μέρει ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν σε αντίστοιχο μέρος της δικαστική δαπάνης της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό αίτημά της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176,178§1,180§1,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ).

4. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση προϋποθέτει εκτέλεση της ίδιας της αναιρεθείσας απόφασης και όχι άλλου εκτελεστού τίτλου, όπως η διαταγή πληρωμής (άρθρ. 631 ΚΠολΔ), ακόμη και αν η έκδοσή της βασίσθηκε στην αναιρεθείσα απόφαση, όπως συμβαίνει όταν σε συνέχεια αναγνωριστικής απόφασης εκδίδεται διαταγή πληρωμής για το αυτό ποσό που αφορά και η αναγνωριστική απόφαση (ΑΠ 1483/1977? πρβλ.

και ΑΠ 677/1996? ΑΠ 649/1997? ΑΠ 716/2001). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τις από 7.9.2010 έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε εμπρόθεσμα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 10.9.2010, δηλαδή μέχρι την παραμονή της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 13/2004), ότι οι αναιρεσίβλητοι, αφού πέτυχαν με βάση την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση να εκδοθεί σε βάρος της η υπ' αριθ. 583/2009 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., της επέδωσαν, στις 28.4.2009, αντίγραφο απογράφου της διαταγής αυτής πληρωμής και ότι για να αποτρέψει την επαπειλούμενη κατ' αυτής αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη της διαταγής πληρωμής αναγκάσθηκε να τους καταβάλει το ποσό των 25.000 ευρώ, όπως προκύπτει από τη σχετική από 14.7.2009 απόδειξη του πληρεξούσιου δικηγόρου τους και δεκτικού καταβολής, γι' αυτό και ζητεί να υποχρεωθούν οι αντίδικοί της να της αποδώσουν το ποσό αυτό στο πλαίσιο επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την έμμεση κατά τον ως άνω τρόπο εκτέλεση της εφετειακής απόφασης που ήδη αναιρέθηκε εν μέρει.

Όμως κατά τα προεκτεθέντα το αίτημα αυτό είναι απαράδεκτο και απορριπτέο, αφού αντίθετα με όσα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, η καταβολή του παραπάνω ποσού δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε απ' αυτή σε εκτέλεση της εφετειακής απόφασης, η οποία ως αναγνωριστική δεν είναι δεκτική εκτέλεσης αλλά πρόκειται για καταβολή σε εκούσια συμμόρφωσή της με τη διαταγή πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος της.

Με τις ίδιες έγγραφες προτάσεις της η αναιρεσείουσα ζητεί να της αποδώσουν οι αναιρεσίβλητοι και το ποσό των 3.000 ευρώ, που κατέβαλε σ' αυτούς στις 10.4.2009 μέσω του πληρεξούσιου και πάλι δικηγόρου τους προς εξόφληση της δικαστικής δαπάνης που επέβαλε σε βάρος της η εφετειακή απόφαση. Το αίτημα αυτό, με το οποίο επιδιώκεται η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκούσια ως προς το άνω ποσό εκτέλεση της εν μέρει ήδη αναιρεθείσας εφετειακής απόφασης, είναι νόμιμο κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρ. 579§2 ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 176,178,183,189,579§1,581§2 ΚΠολΔ, αν η απόφαση του Εφετείου αναιρεθεί, έστω και εν μέρει, εξαφανίζεται στο σύνολό της η διάταξη της απόφασής του για τη δικαστική δαπάνη, προκειμένου το Εφετείο, στο οποίο παραπέμπεται η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, να επαναπροσδιορίσει την καταβλητέα δικαστική δαπάνη στο πλαίσιο της συνολικής νίκης και ήττας των διαδίκων σε δεύτερο βαθμό (πρβλ.

ΑΠ 192/1998? ΑΠ 521/2002). Επομένως αφού προαποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα από 10.4.2009 απόδειξη του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Γ.Σ. η καταβολή απ' αυτή στους αντιδίκους της του ως άνω ποσού δικαστικής δαπάνης, πρέπει το σχετικό αίτημά της να γίνει δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο και να υποχρεωθούν οι αντίδικοί της να της αποδώσουν το εν λόγω ποσό των 3.000 ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3/2009 απόφαση του Εφετείου ..., κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αναγνώριση υποχρέωσης της αναιρεσείουσας να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους το ποσό των 23.477,62 ευρώ, ως αποζημίωση της ανήλικης θυγατέρας τους Δ.Κ. για την προξενηθείσα σ' αυτή από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας αναπηρία.

Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο αυτό την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο ..., που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Δέχεται εν μέρει το περιεχόμενο στις έγγραφες προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση πριν από την εκτέλεση της ως άνω εφετειακής απόφασης και υποχρεώνει τους αναιρεσιβλήτους να της αποδώσουν το ποσό της δικαστικής δαπάνης των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, που επέβαλε σε βάρος της η εφετειακή απόφαση και κατέβαλε σ' αυτούς.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ