Legislator Case Law & Legislation
1631/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal due to insufficient reasoning and failure to consider evidence regarding property ownership claims.

Case Number 1631/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision on property ownership. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning and ignored specific documentary evidence submitted by them. The Court found that the lower court's reasoning was inadequate and did not explicitly address the submitted documents, creating a valid ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal if the lower court's decision lacks sufficient reasoning or fails to consider evidence that could have influenced the outcome.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning failure to consider evidence property ownership appeal admissibility Code of Civil Procedure documentary evidence remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(g) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 24/1992
Supreme Court 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1631 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1631 /2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:…., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Βερβενιώτη.

Των αναιρεσίβλητων:….., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ορφανίδη, ο οποίος δήλωσε ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι της αρχικής αναιρεσίβλητης …. συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 387/1997 μη οριστική,182/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2004 αίτησή τους και τους από 19-11-2005 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 20-1-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23-6-2004 αιτήσεως αναιρέσεως και από 19-11-2005 προσθέτων λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- To άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση στη συγκεκριμένη περίπτωση του κανόνα δικαίου, που εφαρμόσθηκε, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσο αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 24/1992), όχι, όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπουμένου (αποδεικτικού) πορίσματος.

Η θεμελίωση δε του ανωτέρω λόγου προϋποθέτει ελλείψεις ή ασάφειες και αντιφάσεις, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της αξιολογικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.

Εξάλλου, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος, που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία), κατά δε τη διάταξη τη άρθρου 974 του ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοι κυρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την, από 1-6-1994, αγωγή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων, που βρίσκονται στην περιοχή της Κοινότητας Χερσονήσου. Ισχυρίσθηκαν δε ότι έγιναν κύριοι των επιδίκων με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένως, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 191/1981 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Τζερμιάδων Λασιθίου Μαρίας Πενταράκη, με δωρεά εν ζωή από τη μητέρα τους ....., η οποία είχε γίνει κυρία αυτών (επιδίκων) με έκτακτη χρησικτησία (μετά από άτυπη μεταβίβαση και νομή διανοία κυρίας κατά το χρονικό διάστημα 1930 1981).

Οι τότε εναγόμενοι και νυν αναιρεσείοντες προέβαλαν, μεταξύ άλλων, και την ένσταση δικής τους κυριότητας επί των επιδίκων, αποκτηθείσας με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένως με την διανοία κυρίων νομή τούτων, κατά το χρονικό διάστημα από το 1949 μέχρι την άσκηση της αγωγής, από αυτούς και τη δικαιοπάροχό τους ....., στην οποία είχαν μεταβιβασθεί, ατύπως επίσης, κατά κυριότητα, το έτος 1949, από την ....., που ήταν και δική της μητέρα.

Η ένσταση αυτή των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κρίθηκε νόμιμη και τάχθηκαν τα σχετικά θέματα αποδείξεως, στη συνέχεια δε έγινε και κατ' ουσίαν δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, για το λόγο αυτό, απέρριψε κατ΄ ουσία την ανωτέρω αγωγή. Το Εφετείο Κρήτης, που εξαφάνισε την πρωτοβάθμια οριστική απόφαση, απέρριψε κατ' ουσία την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων-αναιρεσειόντων και έκανε τελικώς δεκτή την αγωγή, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Η ....., κατά τα έτη 1949-1950, παραχώρησε τα επίδικα ακίνητα προσωρινά για χρήση και κάρπωση στην κόρη της ....., ενόψει του γάμου της με τον ......

Σε όμοια παραχώρηση προέβη και στην κόρη της ..... και στον γιό της ..... κατά την τέλεση των γάμων τους. Η ..... κατέλαβε από τότε (1949-1950) τα ακίνητα και άρχισε να τα καλλιεργεί και να τα εκμεταλλεύεται σύμφωνα με τον προορισμό της. Αυτή, όμως, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 άρχισε να αμφισβητεί την κυριότητα της μητέρας της στα ακίνητα και να αντιποιείται τη νομή της χωρίς τη θέληση εκείνης (μητέρας της).

Η τελευταία κατ' επανάληψη την προσεκάλεσε να παύσει να αμφισβητεί την κυριότητά της στα ακίνητα και να τα αποδώσει σ' αυτήν, προκειμένου να προβεί στη μεταβίβαση με διανομή όλης της περιουσίας της σ' αυτή (.....) και τα υπόλοιπα τέκνα της, πλην όμως εκείνη σε όλες τις προσκλήσεις της μητέρας της αδιαφορούσε και συνέχιζε να κατέχει τα ακίνητα με την ίδια αμφισβήτηση.

Την ίδια συμπεριφορά (εξακολούθηση της αμφισβητήσεως της κυριότητας της ..... και των διαδίχων της εναγόντων-αναιρεσιβλήτων επί των επιδίκων και άρνηση αποδόσεώς τους σ' αυτούς) συνέχισε η δικαιοπάροχος των εναγομένων-αναιρεσειόντων ....., μέχρι τον, κατά το έτος 1984, θάνατό της και μετά ταύτα οι αναιρεσείοντες μέχρι την άσκηση της αγωγής, παρά τις από 19-11-1967, 25-6-1971, 11-4-1974 και 11-10-1983 "εξώδικες προσκλήσεις" της .....

και των εναγόντων και της από 1-8-1974 αγωγής των εναγόντων κατά της ....., για την οποία εκδόθηκε μόνο προδικαστική απόφαση, χωρίς να υπάρξει συνέχεια μέχρι την άσκηση της κρινομένης νυν αγωγής...Με βάση όλα αυτά ουδέποτε η ..... άσκησε νομή στα ακίνητα (φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου), αφού όλο αυτό το πολυχρόνιο διάστημα ήταν απλή κάτοχος των ακινήτων.

Ακολούθως, ούτε και οι εναγόμενοι, ως κληρονόμοι της, άσκησαν δική τους νομή σ' αυτά. Σε κάθε περίπτωση από το 1981 μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής δεν έχει συμπληρωθεί εικοσαετία, προκειμένου οι εναγομένοι, μετά από προσμέτρηση και του χρόνου της τυχόν νομής της .......... στη δική τους νομή, να καταστούν κύριοι των ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία".

Με τις εκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών στο ουσιώδες ζήτημα της αποκτήσεως κυριότητας στα επίδικα από τους εναγομένους- αναιρεσείοντες και τη δικαιοπάροχό τους ..... με έκτακτη χρησικτησία, σε σχέση, ιδίως, με την άσκηση πράξεων νομής στα επίδικα κατά το χρονικό διάστημα από το 1951 μέχρι το 1984 (από τη δικαιοπάροχο των εναγομένων) και στη συνέχεια μέχρι την άσκηση της αγωγής (από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες).

Ειδικότερα, Η αναιρεσιβαλλομένη, ενώ δέχεται ότι από το 1951 και μέχρι την άσκηση της αγωγής την φυσική εξουσία πάνω στα επίδικα την είχαν μόνο η ..... και οι κληρονόμοι της εναγόμενοι, οι οποίοι συνεχώς, καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αμφισβητούσαν την επ' αυτών κυριότητα των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων διατεινόμενοι προφανώς ότι κύριοι των επιδίκων ήταν αυτοί (εναγόμενοι και δικαιοπάροχός τους), στη συνέχεια αποφαίνεται, χωρίς σαφή και επαρκή αιτιολογία, ότι "ουδέποτε η .....

άσκησε νομή στα ακίνητα (φυσικά εξουσία με διάνοι κυρίου), αφού όλο αυτό το πολυχρόνιο διάστημα ήταν απλή κάτοχος των ακινήτων και ακολούθως ούτε και οι εναγόμενοι ως κληρονόμοι της άσκησαν δική τους νομή σ' αυτά". ΙΙ.- Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων, ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Για την ουσιαστική βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων.

Εν προκειμένω, το Εφετείο βεβαιώνει, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι ην αποδεικτική του κρίση σχημάτισε, εκτός άλλων, και "από όλα τα έγγραφα, τα οποία με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι", μνημονεύει δε ειδικώς ορισμένα μόνο από αυτά. Παρά τη βεβαίωση, όμως, αυτή, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν και τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και τους προσθέτους λόγους αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία οι αναιρεσείοντες παραδεκτώς προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν προς απόδειξη της ενστάσεώς τους αποκτήσεως ιδίας κυριότητας στα επίδικα με έκτακτη χρησικτησία και στην έκκλητη δίκη και συγκεκριμένως:

α) Την 1848/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με τα αντίστοιχα πρακτικά, β) τη με αριθ. καταθ. 38/2-12-1983 διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, γ) τη με αριθ.καταθ. 4291/15-12-1988 διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου και δ) το 262/ 21-3-1979 έγγραφο του Αγρονομείου Χερσονήσου προς τον ......

Οι αμφιβολίες δε, για την συνεκτίμηση των ανωτέρω αποδεικτικών εγγράφων, δημιουργούνται όχι μόνο από την παράλειψη χωριστής μνείας και ειδικότερης αξιολογήσεώς τους από το Εφετείο, παρότι από τα έγγραφα μπορούσαν να αντληθούν στοιχεία για το ποιοι από τους διαδίκους νέμονταν τα επίδικα (όλα ή ορισμένα τουλάχιστον από αυτά), αλλά και από το υπόλοιπο περιεχόμενο και τις αντίστοιχες παραδοχές του Εφετείου, σχετικώς με το πιο πάνω κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της νομής των διαδίκων στα επίδικα ακίνητα.

Συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως παραδεκτοί και βάσιμοι, οι, από τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρ.559 αριθ.19 και 11γ' ΚΠολΔ, αντιστοίχως), όγδοος κύριος και πρώτος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 254/2004 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείται από άλλους δικαστές από αυτούς, που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500)

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006.

O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ