Legislator Case Law & Legislation
1630/2024 AI generated

Bank annulled lower court judgment and ordered restitution of executed funds to plaintiff.

Case Number 1630/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final judgment of the Athens Single Court of Appeal and ordered the bank to restore the case to its pre-execution status. The plaintiff argued that the bank had voluntarily paid compensation totaling 9,347.47 euros, which was subsequently deducted from the judgment debt. The court found the evidence of voluntary payment conclusive and ruled that the bank must return the executed amount to the plaintiff.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579(2) and 607 of the Code of Civil Procedure; The court may order the restoration of the case to the previous state when a party has voluntarily fulfilled the judgment debt, thereby extinguishing the obligation.

Keywords

AI generated
voluntary payment restoration of case execution of judgment restitution of funds Code of Civil Procedure annulment of judgment bank liability

Cited Legislation

AI generated
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 607 of the Code of Civil Procedure
Article 307 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1630 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1630/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 9ης Φεβρουαρίου 2021 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κοντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 19-1-2021.

Της αναιρεσίβλητης: Β. Γ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις στις 4-2-2021.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2371/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 6388/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα τράπεζα με την από 11-2-2019 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 9ης Φεβρουαρίου, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 378/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο, ο οποίος παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια (...) της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η επαναλαμβανόμενη κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί (...) συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023). Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμό 378/22-11-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται νόμιμα η συζήτηση της από 11-2-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1433-111/11-2-2019 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 6388/31-12-2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Η αίτηση είχε ορισθεί αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 9-2-2021. Οι διάδικοι κατά τη δικάσιμο εκείνη είχαν εκπροσωπηθεί νόμιμα από τους πληρεξουσίους Δικηγόρους τους και είχαν καταθέσει και προτάσεις. Η έκδοση όμως απόφασης δεν κατέστη δυνατή από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, η οποία ήδη συνταξιοδοτήθηκε, με συνέπεια η υπόθεση να συζητηθεί εκ νέου κατά τη σημερινή δικάσιμο κατά την οποία η αναιρεσείουσα δεν παρέστη, μολονότι κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στη αρχή της απόφασης με επιμέλεια της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου (βλ.

το από 1-12-2023 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του παρόντος Δικαστηρίου Δ. Β. προς τον πληρεξούσιο Δικηγόρο της αναιρεσείουσας Α. Κοντόπουλο, ο οποίος την είχε εκπροσωπήσει νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχική δικάσιμο της 9-2-2021). Η αναιρεσίβλητη παρέστη με δήλωση της πληρεξουσίας της Δικηγόρου ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 242 παράγραφος 2 εδάφιο β ΚΠολΔ).

Η σημερινή δικάσιμος, εξάλλου, αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ). Για το λόγο αυτό η ερημοδικία της αναιρεσείουσας κατά τη σημερινή συζήτηση δεν ασκεί έννομη επιρροή (πρβλ. την ΑΠ 936/2018). 2. Με την από 11-2-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1433-111/11-2-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 6388/31-12-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ.

Α 87/23-7-2015), επί της από 25-1-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1513/23-5-2016 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμό 2371/6-11-2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - πριν την επίδοση στις 22-3-2019 της αναιρεσιβαλλομένης, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό ...-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Κ. - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 3. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:

Η ενάγουσα, Β. Γ. του Π., κάτοικος ..., στην από 21-12-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 209401-6340/31-12-2012 αγωγή της - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και έστρεψε κατά της εναγομένης, ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" και έδρα την Αθήνα- είχε εκθέσει τα εξής:

Ότι στις 13-3-1985 είχε καταρτίσει με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και έδρα την Αθήνα σύμβαση εξαρτημένη εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι η εναγομένη είναι οιονεί καθολική διάδοχος της αρχικής εργοδότριάς της. Ότι η σύμβασή της μετατράπηκε νόμιμα σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή της Π.Υ.Σ. 6/2012.

Ότι από τότε που προσλήφθηκε προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της τόσο στην αρχική της εργοδότρια, όσο και στη συνέχεια στην εναγομένη. Ότι η βαθμολογική της εξέλιξη διεπόταν από τον οργανισμό προσωπικού της αρχικής της εργοδότριας, ο οποίος είχε καταρτισθεί με την από 11-11-1977 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας (Φ.Ε.Κ.

Β 1315/1977) που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμό 15868/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ. 446 Β) και είχε ισχύ νόμου. Ότι ο οργανισμός αυτός διατηρήθηκε σε ισχύ με την από 4-8-1982 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας που κυρώθηκε με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του ν. 1346/1983 και έχει ισχύ νόμου. Ότι η εναγομένη είχε προβεί σε προαγωγές υπαλλήλων της στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' του προσωπικού της κατά τα έτη 2007, 2008, 2009 και 2010, αλλά δεν προήγαγε την ίδια στο συγκεκριμένο βαθμό, μολονότι συγκέντρωνε τις τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονταν από τον οργανισμό του προσωπικού της για να προαχθεί.

Ότι, αντίθετα, η εναγομένη προήγαγε στο βαθμό που προαναφέρθηκε άλλους ομοιόβαθμους με αυτή υπαλλήλους της τους οποίους ανέφερε ονομαστικά στην αγωγή. Ότι από τη σύγκριση όλων των προσόντων τους προκύπτει ότι η ίδια υπερείχε και μάλιστα καταφανώς από τους συναδέλφους της που είχαν προαχθεί στον επόμενο βαθμό.

Ότι για το λόγο αυτό η εναγομένη, η οποία δεν την είχε προαγάγει στον επόμενο βαθμό, άσκησε στην προκειμένη περίπτωση το διευθυντικό της δικαίωμα κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός της και ότι, τέλος, από τις παραλείψεις της αυτές υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της, όπως ειδικότερα ανέφερε στην αγωγή.

Με το ιστορικό αυτό ζήτησε α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να την προαγάγει στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' του προσωπικού της κυρίως από 1-1-2007, επικουρικά, από 1-1-2008, επικουρικότερα, από 1-1-2009 και πλέον επικουρικά από 1-1-2010, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτή ως αποζημίωση τις διαφορές των αποδοχών που θα λάμβανε, αν είχε προαχθεί στον επόμενο βαθμό, με αυτές που λάμβανε έως τότε νομιμότοκα από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο είχε καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτή ποσό 10.000 Ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας την οποία είχε υποστεί από τις παραλείψεις της κατά τις προαγωγές νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 663 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 2371/6-11-2015 οριστική απόφαση με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη ως προς τα κύρια αιτήματά της και ως προς το επικουρικό του παρεπομένου αιτήματός της και την απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς το κύριο αίτημα του παρεπομένου αιτήματός της για καταβολή τόκων πριν την επίδοση της αγωγής, διότι η ενάγουσα δεν είχε επικαλεσθεί στην αγωγή της ότι είχε οχλήσει την εναγομένη να της καταβάλει τις επίδικες χρηματικές οφειλές - οι οποίες συνιστούν αποζημίωση και όχι μισθό - σε χρόνο προγενέστερο από την επίδοση της αγωγής της σε αυτή (άρθρα 345 και 346 ΑΚ).

Το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη με την αιτιολογία ότι η εναγομένη είχε νόμιμα παραλείψει να προαγάγει την ενάγουσα στον επόμενο βαθμό της ιεραρχίας του προσωπικού της και όχι κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος, επειδή η ενάγουσα δεν υπερείχε καταφανώς έναντι έστω και ενός από τους συναδέλφους της οι οποίοι είχαν προαχθεί στον επόμενο βαθμό.

Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την από 25-1-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1513/23-5-2016 έφεση - την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και έστρεψε κατά της εναγομένης - για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή της κατά της εφεσίβλητης-εναγομένης.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 663 αριθμός 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015) και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 6388/31-12-2018 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση με την παραδοχή ότι η εφεσίβλητη είχε παραλείψει να προαγάγει την ενάγουσα στον επόμενο υπηρεσιακό βαθμό - σύμφωνα με τον οργανισμό που διέπει την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της - κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος.

Μετά από αυτό το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την κύρια βάση της και α) αναγνώρισε ότι η εφεσίβλητη-εναγομένη έπρεπε να είχε προαγάγει την εκκαλούσα-ενάγουσα στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' του προσωπικού της από 1-1-2007, β) υποχρέωσε την εφεσίβλητη-εναγομένη να καταβάλει στην εκκαλούσα-ενάγουσα διαφορές αποδοχών συνολικού ποσού 5.480,97 Ευρώ με τους νόμιμους τόκους από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιο του ποσού αυτού γινόταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και γ) υποχρέωσε την εφεσίβλητη-εναγομένη να καταβάλει στην εκκαλούσα-ενάγουσα ποσό 1.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας την οποία είχε υποστεί από την παράνομη παράλειψη της προαγωγής της νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. 4.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος - προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται από αυτή ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν, όσα εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή, όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αναιρούνται με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν με τον τρόπο αυτό την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 844/2022).

Σε επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, περαιτέρω, όπου ισχύει κανονισμός ή οργανισμός προσωπικού με ισχύ νόμου, η παράλειψη προαγωγής εργαζομένου από τον εργοδότη ελέγχεται από τα δικαστήρια με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται, όταν κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, παραλείπεται η προαγωγή εργαζομένου, ο οποίος, ωστόσο, υπερέχει καταφανώς ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα που προβλέπονται από τον κανονισμό ή από τον οργανισμό από άλλον ομοιόβαθμο συνάδελφό του, ο οποίος προήχθη στον επόμενο βαθμό (ΑΠ 126/2022).

Περαιτέρω ο οργανισμός προσωπικού της "ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία είχε έδρα την Αθήνα - την οποία διαδέχθηκε νόμιμα ως οιονεί καθολική της διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και έδρα την Αθήνα - είχε καταρτισθεί με την από 1-12-1977 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία είχε εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, είχε δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 49468/10730/7-12-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β` 1315/29-12-1977), είχε κηρυχθεί υποχρεωτική με την 15868/10-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ. 446 Β) και είχε αποκτήσει ισχύ νόμου, διότι περιείχε κανονιστικές διατάξεις (ΑΠ 54/2017).

Ο οργανισμός αυτός διατηρήθηκε σε ισχύ με την από 4-8-1982 ε.σ.σ.ε., η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 29 παρ. 2 του ν. 1346/1983. Από τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 παρ. 1, 9, 10 παρ. 1, 2, 3, 6, 8 και 13 του οργανισμού που προαναφέρθηκε προκύπτει ότι οι προαγωγές των υπαλλήλων της "ALPHA BANK" για πλήρωση κενών οργανικών θέσεων από το βαθμό του βοηθού Τμηματάρχη και άνω ενεργούνται από το διοικητικό της συμβούλιο - μετά από εισήγηση της διεύθυνσης - μόνον κατ' εκλογή και εφόσον ο υπάλληλος που κρίνεται για προαγωγή συμπλήρωσε τριετή ευδόκιμη υπηρεσία στον προηγούμενο βαθμό.

Το αρμόδιο όργανο για τις προαγωγές αποφασίζει με ελεύθερη κρίση μετά από εκτίμηση των ουσιαστικών και τυπικών προσόντων κάθε υποψηφίου για προαγωγή υπαλλήλου. Τα προσόντα αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα που υπάρχουν στον προσωπικό υπηρεσιακό φάκελο κάθε εργαζομένου. Λαμβάνεται, ειδικότερα, υπόψη η ειδικότητα του υπαλλήλου, οι εκθέσεις ποιότητας, η επιμέλεια, η ικανότητα, η επάρκεια στην άσκηση των καθηκόντων του, οι τίτλοι σπουδών που κατέχει, το ήθος και η συμπεριφορά που επιδεικνύει τόσο έναντι των συναδέλφων του, όσο και του κοινού (ΑΠ 61/2004).

Η προαγωγή περαιτέρω του εργαζομένου σε ανώτερο βαθμό της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης θεωρείται βελτίωση των όρων παροχής εργασίας του εργαζομένου και διακρίνεται σε μισθολογική και βαθμολογική. Η μισθολογική προαγωγή συνίσταται στη χορήγηση μισθολογικών παροχών, ενώ η βαθμολογική στην προώθηση και εξέλιξη του μισθωτού σε ανώτερη ιεραρχική βαθμίδα της επιχείρησης.

Η βαθμολογική προαγωγή είναι α) είτε προαγωγή κατ' αρχαιότητα, οπότε χορηγείται κατά κανόνα με κριτήριο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρέμεινε ο εργαζόμενος στο βαθμό που κατέχει σε συνδυασμό πιθανόν και με ευδόκιμη υπηρεσία σε αυτόν, είτε β) προαγωγή κατ' εκλογή. Η προαγωγή κατ' εκλογήν γίνεται με επιλογή μεταξύ όσων εργαζομένων συγκεντρώνουν τις τυπικές προϋποθέσεις, αλλά θεωρούνται περισσότερο κατάλληλοι για να προαχθούν σε κενές οργανικές θέσεις του επόμενου βαθμού μετά από αξιολόγηση και σύγκριση των προσόντων τους.

Οι κενές αυτές θέσεις μπορεί να είναι λιγότερες από τον αριθμό των υποψηφίων για την κάλυψή τους. Το δικαίωμα προαγωγής, η διαδικασία και οι προϋποθέσεις για τη χορήγησή της προβλέπονται είτε στον κανονισμό εργασίας, είτε στον οργανισμό κατάστασης προσωπικού του εργοδότη, είτε, σπανιότερα, σε συλλογική ή σε ατομική σύμβαση εργασίας.

Ο εργοδότης, ωστόσο, κατά την άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος είναι πιθανό να προαγάγει συγκεκριμένο εργαζόμενο σε ανώτερη θέση και παραλείψει άλλον, μολονότι ο μισθωτός που παραλείφθηκε υπερείχε καταφανώς ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα από τον εργαζόμενο που κατέλαβε την ανώτερη θέση στην επιχείρηση.

Στην περίπτωση αυτή η απόφαση του εργοδότη μπορεί να ελεγχθεί ως καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, όταν στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν περιστάσεις, οι οποίες σε συνδυασμό με την πρόδηλη υπεροχή του εργαζομένου που παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, καθιστούν την επιχειρηματική αυτή επιλογή του εργοδότη προφανώς αντίθετη με τις επιταγές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του διευθυντικού του δικαιώματος (ΟλΑΠ 25/2003).

Ο υπάλληλος, όμως, ο οποίος παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές, δεν αρκεί να υπερείχε απλώς από το συνάδελφό του που προήχθη. Η υπεροχή του υπαλλήλου που παραλείφθηκε έναντι του υπαλλήλου που προήχθη πρέπει να είναι καταφανής για να καταφαθεί το δικαίωμα προαγωγής του πρώτου έναντι του δευτέρου. Η κρίση περαιτέρω του εργοδοτικού οργάνου πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής απόδοσης, της συμπεριφοράς και των λοιπών τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των προς σύγκριση υπαλλήλων, και κατά συνέπεια δεν θεμελιώνεται τέτοιο δικαίωμα, όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ' υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική (ΑΠ 126/2022, ΑΠ 803/2005, ΑΠ 421/2010, ΑΠ 1405/2004).

Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τη σύγκριση είναι, ενδεικτικά, τα εξής: α) η γενική αρχαιότητα, η οποία όμως δεν είναι αποφασιστικό κριτήριο ιδιαίτερα σε κρίσεις κατ' απόλυτη εκλογή, διότι στις περιπτώσεις αυτές έχουν μεγαλύτερη σημασία τα ουσιαστικά προσόντα (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018, ΑΠ 304/2001, ΑΠ 1742/2001), β) η ειδική αρχαιότητα, δηλαδή η αρχαιότητα στο βαθμό που κατείχε ο εργαζόμενος, πριν κριθεί για προαγωγή (ΑΠ 1371/2011, ΑΠ 1003/2001, ΑΠ 1804/2011, ΑΠ 1338/2005), γ) οι τίτλοι σπουδών, επειδή η κατοχή τους αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι ο μισθωτός που παραλείφθηκε κατά τις προαγωγές έχει ανώτερο μορφωτικό επίπεδο από εκείνον που προήχθη, μολονότι δεν κατείχε τέτοιους τίτλους, με συνέπεια ο κάτοχος τίτλων σπουδών να θεωρείται κατά τεκμήριο ότι μπορεί να αντεπεξέλθει αποτελεσματικότερα στα καθήκοντα ανώτερης θέσης, αν μάλιστα οι τίτλοι σπουδών είναι συναφείς με το αντικείμενο της ανώτερης θέσης εργασίας του (ΑΠ 1390/2019, ΑΠ 621/2008), δ) η βαθμολογία και η αξιολόγηση που είχαν λάβει ο μισθωτός που προήχθη και εκείνος που παραλείφθηκε από τα αρμόδια όργανα ελέγχου της επιχείρησης, τα οποία αξιολογούν την ποσοτική και ποιοτική απόδοση των εργαζομένων σε αυτή και συντάσσουν εκθέσεις αξιολόγησης (ΑΠ 944/2019, ΑΠ 246/2015, ΑΠ 257/2011, ΑΠ 419/2010), ε) η άσκηση από τον μισθωτό υπευθύνων καθηκόντων, διότι εκφράζει την εμπιστοσύνη του εργοδότη στις ικανότητες και στα προσόντα του υπαλλήλου, όπως και την επάρκεια και εμπειρία του να ανταποκριθεί σε υπεύθυνα καθήκοντα, ο χρόνος ανάθεσης και η ποιότητα, ποικιλία, σημασία και πολυπλοκότητα των συγκεκριμένων καθηκόντων (ΑΠ 1045/2018, ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018), στ) οι ηθικές αμοιβές (ΑΠ 1589/2010, ΑΠ 419/2010), ζ) η γενικότερη επιστημονική δραστηριότητα (ΑΠ 2/1998), η) η επιμόρφωση και η παρακολούθηση σεμιναρίων (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018) θ) η γνώση ξένων γλωσσών (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018), ι) η ύπαρξη πειθαρχικών ποινών σε κρίσιμο χρόνο για την προαγωγή λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 713/1996), πράγμα που σημαίνει ότι αναγνωρίζεται η του μισθωτού που δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά έναντι εκείνου που τιμωρήθηκε.

Η κρίση για τη νομιμότητα της προαγωγής προκύπτει από τη γενική αξιολόγηση και από τη συνολική σύγκριση των προσόντων των μισθωτών. Τα ουσιαστικά μάλιστα προσόντα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τα τυπικά (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 971/2017). Η υπεροχή ως προς τη βαθμολογία στα φύλλα ποιότητας ή ως προς το στοιχείο της υπηρεσιακής αρχαιότητας είναι δυνατό να αντισταθμίζονται από την εμπειρία και τις ιδιαίτερες ικανότητες του υπαλλήλου (ΑΠ 615/2018, ΑΠ 94/2018, ΑΠ 1742/2001).

Η υπεροχή ως προς την άσκηση καθηκόντων διευθυντή σε υποκατάστημα τράπεζας δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος του εργαζομένου, ο οποίος δεν άσκησε τέτοια καθήκοντα, όταν ο συγκεκριμένος μισθωτός υπερέχει ως προς τα άλλα στοιχεία, δηλαδή ως προς την αρχαιότητα στο βαθμό που κατέχει, ως προς τους τίτλους σπουδών, ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών και θέση ευθύνης (ΑΠ 228/1996).

Στον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ., 281 ΑΚ και του άρθρου 10 παράγραφος 2 του οργανισμού του προσωπικού της, ο οποίος έχει ισχύ νόμου και υπέπεσε συνεπώς στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός - ορθώς - 19 του ΚΠολΔ με αποτέλεσμα να πρέπει να αναιρεθεί, επειδή περιέχει ασαφείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Η αναιρεσείουσα επικαλείται ειδικότερα ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη υπερείχε και μάλιστα καταφανώς ως προς τα τυπικά και τα ουσιαστικά προσόντα συγκεκριμένου, άλλου, υπαλλήλου της, ο οποίος είχε προαχθεί στον επόμενο βαθμό, με ανεπαρκείς, ωστόσο, παραδοχές ως προς το αν η αναιρεσίβλητη - που είχε παραλειφθεί κατά τις προαγωγές - υπερείχε καταφανώς έναντι του συναδέλφου της με κριτήρια τη γενική αρχαιότητα, τις γνώσεις, την επαγγελματική εξειδίκευση, την υπηρεσιακή επάρκεια και την εμπειρία της και στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων στα καταστήματά της στα οποία προσέφερε τις υπηρεσίες της.

Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι με τις ελλιπείς αυτές παραδοχές που διέλαβε το Μονομελές Εφετείο στην αναιρεσιβαλλομένη καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα αναφέρει στο αναιρετήριο. Το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) δέχθηκε ανέλεγκτα ότι: "(...) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα (...):

Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε στις 13-3-1985 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος του Λογιστικού Κλάδου από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγόμενη Τράπεζα (ήδη αναιρεσείουσα) με συγχώνευση δια της απορροφήσεως (που εγκρίθηκε με την Κ2- 5127/25-4-2000 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 2590/26-4-2000 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), και εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Β' από 1-7-1997.

Είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) και της επαγγελματικής πιστοποίησης της Τράπεζας της Ελλάδος "Β1 ΠΑΡΟΧΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΣΕ ΚΙΝΗΤΕΣ ΑΞΙΕΣ", γνωρίζει άριστα την γαλλική γλώσσα (είναι κάτοχος πτυχίου SORΒΟΝΝΕ) και πολύ καλά την αγγλική γλώσσα. Έχει παρακολουθήσει τριάντα δύο (32) εκπαιδευτικά σεμινάρια.

Μονιμοποιήθηκε στο Λογιστικό Κλάδο και εξελίχθηκε βαθμολογικά στο βαθμό του Βοηθού Λογιστή από 1-4-1983 [ενν. 1-4-1985], του Υπολογιστή από 1-4-1987, του Λογιστή Β' από 1-4-1989, του Λογιστή Α' κατ' εκλογήν από 1-7-1991, του Βοηθού Τμηματάρχη από 1-7-1994 και του Τμηματάρχη Β' από 1-7-1997. Στην Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος και στη συνέχεια στην εναγόμενη Τράπεζα υπηρέτησε:

στο κατάστημα Ψυχικού-Κολλέγιο, ως υπάλληλος στη Τμήμα Συναλλάγματος, στο Κατάστημα Χολαργού-1 αρχικά ως απλή υπάλληλος στο Τμήμα Λογιστηρίου, Συναλλάγματος και Καταθέσεων και στη συνέχεια ως Προϊσταμένη Καταθέσεων με δικαίωμα Β' κανονικής υπογραφής (2-1-1992 - 15-9-1994), στο Κατάστημα Παλλήνης-Ι ως Προϊσταμένη Καταθέσεων με δικαίωμα Β' κανονικής υπογραφής και ως προσωρινή Διευθύντρια με δικαίωμα Α' προσωρινής υπογραφής, στο Κατάστημα Μαραθώνα, αρχικά ως Προσωρινή Διευθύντρια με δικαίωμα Α' κανονικής υπογραφής και στη συνέχεια (κατά το κρίσιμο διάστημα) ως Διευθύντρια με δικαίωμα Α' κανονικής υπογραφής, στο Κατάστημα Παλλήνης ως Υποδιευθύντρια με δικαίωμα Α' κανονικής υπογραφής.

Η αξιολόγησή της στην Ιονική Τράπεζα ήταν "ΕΞΑΙΡΕΤΗ" με πολύ καλά σχόλια των κριτών της. Μετά τη συγχώνευση των Τραπεζών αξιολογήθηκε για το έτος 2000 με μέσο όρο βαθμολογίας 7,6, το έτος 2001 με μέσο όρο 7,7, το έτος 2002 με μέσο όρο 7,2, το έτος 2003 με μέσο όρο 7,1, το 2004 με 7,6 και για το 2006 η απόδοσή της χαρακτηρίζεται ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΤΙΚΗ".

Δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά. Κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2007 για το βαθμό του Τμηματάρχη Α' η ενάγουσα δεν προήχθη στο βαθμό αυτό, ενώ το αρμόδιο προαγωγικό όργανο της εναγόμενη προήγαγε τους συναδέλφους της: (...) Μ. Γ., [την οποία] προτείνει προς σύγκριση (...). Η Μ. Γ. προσελήφθη στην εναγομένη την ....1982.

Ανήκει στο Λογιστικό Κλάδο και φέρει σήμερα το βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Ως προς τις γραμματικές της γνώσεις το επίπεδό της χαρακτηρίζεται ως "μέσο", καθώς είναι απόφοιτος Λυκείου και κάτοχος των ακόλουθων πιστοποιητικών Επαγγελματικής Επάρκειας: στον Τομέα Παροχής Επενδυτικών Συμβουλών χορηγηθέν από την Τράπεζα της Ελλάδος, στον Τομέα Παροχής Επενδυτικών Συμβουλών σε Κινητές αξίες χορηγηθέν από την Τράπεζα της Ελλάδος, στον Τομέα Λήψης και Διαβίβασης Εντολών σε παράγωγα προϊόντα χορηγηθέν από την Τράπεζα της Ελλάδος, στον Τομέα Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλιστικής Διαμεσολάβησης χορηγηθέν από το Υπουργείο Ανάπτυξης/Γενική Γραμματεία Εμπορίου και στον Τομέα Διάθεσης Μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων χορηγηθέν από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Γνωρίζει την Αγγλική Γλώσσα σε χαμηλό επίπεδο και την ελληνική δακτυλογραφία, τη χρήση τηλετύπου, τη χρήση προσωπικού υπολογιστή, την λατινική δακτυλογραφία και τη χρήση τερματικού, ενώ έχει τετράμηνη προϋπηρεσία στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Φέρει το βαθμό του Τμηματάρχη Α' από την 01.01.2007 με προαγωγή κατ' εκλογή, του Τμηματάρχη Β' από 01.01.2004 με προαγωγή κατ' εκλογή, του Υποτμηματάρχη από 01.01.2000 με προαγωγή κατ' εκλογή, του Λογιστή Α' από 01.01.1995 με προαγωγή κατ' αρχαιότητα, του Λογιστή Β' από 01.01.1991 με προαγωγή κατ' εκλογή, του Υπολογιστή από 01.01.1988 με προαγωγή κατ' εκλογή, του Βοηθού Λογιστή από 01.07.1984 με προαγωγή κατ' αρχαιότητα.

Κατά τα κρίσιμα πριν την προαγωγή έτη έλαβε σημαντικές θέσεις, καθώς ήδη από 01.02.2003 έως 30.11.2010 ανέλαβε καθήκοντα Υπεύθυνου Πελατείας Ιδιωτών στο Τμήμα Καταθέσεων στο Κατάστημα Σκύδρας. Ως προς την εν λόγω υπάλληλο η ενάγουσα υπερέχει στους τίτλους σπουδών, καθόσον κατέχει πτυχίο ΑΕΙ, ενώ η συγκρινόμενη είναι απόφοιτος Λυκείου, στη γνώση ξένων γλωσσών, αφού η ενάγουσα γνωρίζει άριστα τη γαλλική γλώσσα και πολύ καλά την αγγλική, ενώ η συγκρινόμενη γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε χαμηλό επίπεδο.

Επίσης, η ενάγουσα υπερέχει στις θέσεις ευθύνης και στη χορήγηση Β' και Α' υπογραφών, αφού από το έτος 1992 άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένης Καταθέσεων με δικαίωμα Β' υπογραφής κανονικής και από το 1999 άσκησε καθήκοντα Διευθύντριας με δικαίωμα Α' κανονικής υπογραφής, συνέχισε δε έκτοτε να υπηρετεί σε ανάλογες διευθυντικές θέσεις με δικαίωμα υπογραφής Α', ενώ η συγκρινόμενη σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν ανέλαβε τέτοια καθήκοντα αλλά μόλις το έτος 2003 ανέλαβε καθήκοντα Υπευθύνου Πελατείας Ιδιωτών στο Τμήμα Καταθέσεων του Καταστήματος Σκύδρας, της έχει δε χορηγηθεί δικαίωμα υπογραφής Β' από 15-12-1997 ενώ στην ενάγουσα από το 1992.

Επίσης, η ενάγουσα υπερέχει έναντι της ανωτέρω, ως προς την ειδική αρχαιότητα, καθόσον προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1997, ενώ η συγκρινόμενη από 1-1-2004. Τέλος, η συγκρινόμενη υπερέχει ελαφρώς στα δελτία αξιολόγησης, ωστόσο η υπεροχή της αυτή αντισταθμίζεται από την υπεροχή της ενάγουσας σε όλα τα ανωτέρω κριτήρια.

Κατόπιν αυτών, η υπεροχή της ενάγουσας είναι καταφανής έναντι της εν λόγω συναδέλφου της και η προαγωγή της τελευταίας στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' κατά τις κρίσεις του έτους 2007, κατά παράλειψη της ενάγουσας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, και επομένως η παράλειψη της ενάγουσας είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, αφού αντί της εν λόγω συγκρινόμενης έπρεπε να προαχθεί η ενάγουσα (...).

Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι η ενάγουσα υστερεί έναντι της αμέσως ανωτέρω προαχθείσας συναδέλφου της και απέρριψε την αγωγή, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.

Περαιτέρω η ενάγουσα, από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης να μην την προαγάγει στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-2007, δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση τις διαφορές στις αποδοχές της μεταξύ των δύο βαθμών (Τμηματάρχη Β' και Τμηματάρχη Α'), αν είχε προαχθεί κατά τις ανωτέρω κρίσεις από 1-1-2007, αφορούν δε αυτές στο επίδομα βαθμού και τα έξοδα παράστασης.

Συγκεκριμένα: α) για το επίδομα βαθμού οι διαφορές αποδοχών μεταξύ του Τμηματάρχη Β' και του Τμηματάρχη Α' ανέρχονται για το διάστημα από 1-1-2007 έως 30-9-2010 στο ποσό των 70 ευρώ το μήνα (120 ευρώ το επίδομα Τμηματάρχη Β' - 190 ευρώ το επίδομα Τμηματάρχη Α'), β) για έξοδα παράστασης οι διαφορές μεταξύ του Τμηματάρχη Β' και του Τμηματάρχη Α' ανέρχονται για το ίδιο διάστημα σε 30 ευρώ (35 ευρώ τα έξοδα παράστασης Τμηματάρχη Β' έναντι 65 ευρώ τα έξοδα παράστασης του Τμηματάρχη Α').

Συνολικά για διαφορές αποδοχών (επίδομα + έξοδα) δικαιούται για το εν λόγω διάστημα η ενάγουσα το ποσό των 100 ευρώ (70 +30) X 33 μήνες (14,5 μισθούς το έτος και τα επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού) = 5.480,97 ευρώ. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στην ενάγουσα για μισθολογικές διαφορές, καθόσον αυτές συμψηφίζονται με τις καταβαλλόμενες στους υπαλλήλους της Τράπεζας "Συμπληρωματικές αποδοχές", που προβλέπονται στην από 18-3-2004 επιχειρησιακή ΣΣΕ, μέχρι καλύψεώς τους με οποιαδήποτε μελλοντική αύξηση, στην οποία περιλαμβάνεται και η βαθμολογική.

Ο ισχυρισμός της, όμως, αυτός είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η εναγόμενη δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα σε τι είδους και ποια ακριβώς παλαιότερα χορηγηθέντα επιδόματα αφορούν τα προτεινόμενα προς συμψηφισμό σχετικά κονδύλια, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούμενες διαφορές δεν αφορούν αύξηση από μισθολογική προώθηση χορηγούμενη από επιχειρησιακή ΣΣΕ, αλλά διαφορές λόγω προαγωγής σε ανώτερο βαθμό.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι εξαιτίας της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς του αρμοδίου οργάνου της εναγόμενης (Διοικητικού Συμβουλίου), που εκδηλώθηκε με την παράλειψή της να προαγάγει την ενάγουσα στον ως άνω βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-2007, αν και γνώριζε ότι συγκεντρώνονταν στο πρόσωπό της τα απαιτούμενα για την προαγωγή αυτή τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, η τελευταία προσβλήθηκε στην προσωπικότητά της και μειώθηκε ηθικά στο κοινωνικό και επαγγελματικό της περιβάλλον.

Συνεπώς, πρέπει να της επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, η οποία κατά την κρίση του Δικαστήριο τούτου, ενόψει του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, των συνθηκών κάτω από τις οποίες αυτή τελέστηκε, του βαθμό του πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης, της κοινωνικής θέσης της ενάγουσας και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, το ποσό που πρέπει να προσδιοριστεί σ' αυτή ανέρχεται σε 1.000 ευρώ, το οποίο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο (...).

Κατ' ακολουθίαν (...) πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικασθεί η ένδικη αγωγή, να γίνει δε αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς την κύρια βάση της, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη έπρεπε να προαγάγει την ενάγουσα στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 1-1-2007 και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 5.480,97 ευρώ για διαφορές αποδοχών, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που κάθε επί μέρους ποσό έγινε απαιτητό και το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ένδικης αγωγής (...)".

Οι ουσιαστικές, όμως, αυτές παραδοχές, τις οποίες διέλαβε το Μονομελές Εφετείο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι ανεπαρκείς ως προς το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα αν η αναιρεσίβλητη υπερείχε καταφανώς έναντι της συγκρινομένης υπαλλήλου ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά της προσόντα και, συνεπώς, αν η αναιρεσείουσα κατά τις προαγωγές υπαλλήλων της στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' του προσωπικού της - στις οποίες είχε προβεί την 1-1-2007 - άσκησε ή όχι καταχρηστικά το διευθυντικό της δικαίωμα.

Οι ελλιπείς αυτές αιτιολογίες της απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 648 επ., 281 ΑΚ και 10 παράγραφοι 1, 2, 3, 6 και 13 του ως άνω οργανισμού προσωπικού της αναιρεσείουσας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου. Η αναιρεσιβαλλομένη, ειδικότερα, απόφαση διαλαμβάνει ότι η αναιρεσίβλητη ήταν πτυχιούχος Α.Ε.Ι και γνώριζε πολύ καλά δύο (2) ξένες γλώσσες, ενώ η συγκρινομένη υπάλληλος κατείχε απολυτήριο Λυκείου και γνώριζε μέτρια μία (1) ξένη γλώσσα.

Η αναιρεσιβαλλομένη όμως απόφαση διαλαμβάνει επιπλέον ότι η συγκρινομένη υπάλληλος κατείχε πέντε (5) συνολικά πιστοποιητικά επαγγελματικής επάρκειας και, συγκεκριμένα, ένα στον τομέα παροχής επενδυτικών συμβουλών, το οποίο είχε χορηγήσει σε αυτή η Τράπεζα της Ελλάδος, δεύτερο στον τομέα παροχής επενδυτικών συμβουλών ειδικότερα σε κινητές αξίες, το οποίο είχε λάβει από την ίδια Τράπεζα, τρίτο πιστοποιητικό στον τομέα λήψης και διαβίβασης εντολών σε παράγωγα προϊόντα που είχε λάβει επίσης από την Τράπεζα της Ελλάδος, τέταρτο στον τομέα παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης που είχε λάβει από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης και πέμπτο στον τομέα διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων που είχε λάβει από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε επιπλέον ότι η αναιρεσίβλητη είχε λάβει μόνον ένα πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας στον τομέα παροχής επενδυτικών συμβουλών σε κινητές αξίες, το οποίο είχε λάβει από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι παραδοχές αυτές καταδεικνύουν ότι η συγκρινομένη υπάλληλος υπερείχε έναντι της αναιρεσίβλητης ως προς την επιστημονική της επάρκεια και εξειδίκευση στις συγκεκριμένες τραπεζικές εργασίες.

Η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει επιπλέον ότι η αναιρεσίβλητη είχε παρακολουθήσει τριάντα δύο (32) εκπαιδευτικά σεμινάρια, αλλά δεν αναφέρει αν και πόσα τέτοια σεμινάρια είχε παρακολουθήσει η συγκρινομένη υπάλληλος, η οποία είχε προαχθεί στον επόμενο βαθμό. Η ίδια απόφαση δέχεται επιπλέον ότι η αναιρεσίβλητη αξιολογήθηκε ως προς τα υπηρεσιακά της προσόντα από τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας κατά τα κρίσιμα πριν την προαγωγή της έτη, δηλαδή από το έτος 2003 έως και το έτος 2006 με μέσο όρο βαθμολογίας 7,1/10 για το έτος 2003 και 7,6/10 για το έτος 2004 και ότι για το έτος 2006 χαρακτηρίσθηκε ως υπάλληλος με "ικανοποιητική" υπηρεσιακή απόδοση.

Η αναιρεσιβαλλομένη, ωστόσο, δεν αναφέρει τις βαθμολογίες και το χαρακτηρισμό που είχε λάβει και η συγκρινόμενη υπάλληλος - η οποία έλαβε προαγωγή στις 1-1-2007 - κατά τα έτη που προαναφέρθηκαν, δεν διευκρινίζει περαιτέρω αν η αναιρεσίβλητη αξιολογήθηκε ή όχι για το έτος 2005 και δεν αναφέρει πως αξιολογήθηκε η συγκρινομένη κατά το ίδιος έτος.

Το Μονομελές Εφετείο, περαιτέρω, θα έπρεπε να αναφέρει στην αναιρεσιβαλλομένη αν οι αξιολογητές της τράπεζας μετά την επιθεώρηση της αναιρεσίβλητης, όσο και της συγκρινομένης ομοιόβαθμης συναδέλφου της κατά τα κρίσιμα πριν την προαγωγή έτη είχαν εκτιμήσει στα σχόλιά τους ότι μπορούν να προαχθούν ή όχι στον επόμενο βαθμό της ιεραρχίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας.

Η αναιρεσιβαλλομένη, επίσης, έπρεπε να διαλάβει παραδοχή αν η αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει στην αναιρεσίβλητη δικαίωμα υπογραφής σε προγενέστερο χρόνο από τη συγκρινομένη υπάλληλο, διότι είχε εκτιμήσει ότι η αναιρεσίβλητη ήταν επαρκέστερη και ικανότερη υπάλληλος από τη συγκρινομένη συνάδελφό της ή, αντίθετα, αν η χορήγηση του δικαιώματος αυτού στην αναιρεσίβλητη αποσκοπούσε αποκλειστικά στην κάλυψη των αναγκών του καταστήματος στο οποίο υπηρετούσε.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο θα έπρεπε επιπλέον αναφέρει αν η αναιρεσίβλητη έλαβε νωρίτερα από τη συγκρινομένη δικαίωμα υπογραφής, επειδή ασκούσε συγκεκριμένα υπεύθυνα καθήκοντα ή όχι. Το Μονομελές Εφετείο έπρεπε επίσης να διευκρινίσει με ποιο τρόπο το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη υπερείχε στην ειδική αρχαιότητα κατά έξι (6) και πλέον έτη από τη συγκρινομένη υπάλληλο, μολονότι ταυτόχρονα υπολειπόταν από αυτή στη γενική αρχαιότητα κατά τρία (3) έτη, μπορούσε να εκτιμηθεί ως ουσιώδες υπηρεσιακό προσόν για να προαχθεί η ίδια στον επόμενο βαθμό και όχι η συγκρινομένη συνάδελφός της.

Η αναιρεσιβαλλομένη περαιτέρω θα έπρεπε να διαλάβει παραδοχή για τις συγκεκριμένες θέσεις στις οποίες είχαν υπηρετήσει οι δύο αυτές υπάλληλοί της κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2003 έως και το έτος 2006, να διευκρινίσει το αντικείμενο των εργασιών τους και, επιπρόσθετα, αν επρόκειτο για θέσεις ευθύνης ή όχι.

Το Μονομελές Εφετείο θα έπρεπε να διαλάβει παραδοχές και για όλα όσα προαναφέρθηκαν για να είναι δυνατόν να θεμελιωθεί πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα ότι στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη υπερείχε καταφανώς ως προς τα ουσιαστικά προσόντα από τη συγκρινομένη υπάλληλό της, η οποία προήχθη στον επόμενο βαθμό της ιεραρχίας του προσωπικού της αναιρεσείουσας κατά τις προαγωγές του έτους 2007, με συνέπεια να μην μπορεί να κριθεί περαιτέρω αν η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει στην προκειμένη περίπτωση το διευθυντικό της δικαίωμα κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματός της (άρθρα 281 και 288 ΑΚ).

Το Μονομελές Εφετείο, επομένως, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648 επ., 281 ΑΚ, 3, 4 παρ. 1, 9 και 10 παράγραφος 2, 3, 6, 8 και 13 του οργανισμού προσωπικού της τέως "Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας της Ελλάδος" (ήδη άρθρο 10 παρ. 2 του οργανισμού προσωπικού της αναιρεσίβλητης), που έχει ισχύ νόμου, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, όπως βάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσής της, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001). Περαιτέρω κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 123/2020). Επιχειρησιακή συνήθεια περαιτέρω ή πρακτική της εκμετάλλευσης είναι η πρακτική που διαμορφώνεται από μακροχρόνιο και ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων, τα οποία ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένων μέσα στο χώρο μιας επιχείρησης (ΑΠ1238/2023).

Η επιχειρησιακή συνήθεια αφορά σε οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλαδή σε παροχές που χορηγούνται στους εργαζομένους, χωρίς να υπάρχει νομική υποχρέωση του εργοδότη. Τέτοια παροχή είναι και τα μη προβλεπόμενα από το νόμο ή από συλλογική ή ατομική ρύθμιση επιδόματα που χορηγεί ο εργοδότης στους εργαζομένους (ΑΠ 869/2018).

Ο εργοδότης όμως στα πλαίσια της ίδιας επιχειρησιακής συνήθειας μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να αφαιρεί (καταλογίζει) το ποσόν των επιδομάτων που καταβάλλει στους εργαζομένους πλέον των νομίμων αποδοχών τους σε περίπτωση που οι αποδοχές τους αυτές αυξηθούν στο μέλλον για κάποιο νόμιμο λόγο (άρθρο 361 ΑΚ, πρβλ.

ΑΠ 176/2023, ΑΠ 1117/2017, ΑΠ 529/2016). Η συναφής ένσταση του εργοδότη (άρθρα 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 361 ΑΚ), όταν ενάγεται προς καταβολή αποδοχών από σύμβαση εργασίας, είναι ορισμένη, όταν αναφέρονται σε αυτή αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που σχηματίζουν το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε ως επίδομα πλέον των νομίμων αποδοχών τις οποίες έλαβε ο εργαζόμενος.

Η αναφορά του συνολικού μόνον ποσού δεν είναι αρκετή (ΑΠ 1413/2009). Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1, 106, 262 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ και υπέπεσε για το λόγο αυτό στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 - αληθώς - 14 και πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί, επειδή παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο.

Η αναιρεσείουσα εκθέτει, ειδικότερα, ότι είχε προβάλει νομότυπα και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως εφεσίβλητη τον ισχυρισμό ότι κατέβαλλε οικειοθελώς - σε εκτέλεση επιχειρησιακής συνήθειας που είχε διαμορφωθεί στην επιχείρησή της - σε όλο το προσωπικό της και, συνεπώς, και στην αναιρεσίβλητη-υπάλληλό της ποσά που υπερέβαιναν τις συμβατικές της αποδοχές ως "συμπλήρωμα αποδοχών θέσεως", στα οποία όμως μπορούσε να καταλογίσει κάθε μελλοντική αύξηση των αποδοχών που θα λάμβανε ο υπάλληλός της και, επομένως, και η αναιρεσίβλητη.

Η αναιρεσείουσα προσθέτει ότι στην προκειμένη περίπτωση είχε καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ως "συμπλήρωμα αποδοχών θέσεως" επίδομα βαθμού και παραστάσεως βαθμού, τα οποία για το πρώτο εξάμηνο του έτους 2007 ανέρχονταν συνολικά σε ποσό 745,05 Ευρώ, για το δεύτερο εξάμηνο του ίδιου έτους σε ποσό 700 Ευρώ, για τα έτη 2008 και 2009 σε συνολικό ποσό 1.450 Ευρώ ανά έτος και για το έτος 2010 και, συγκεκριμένα, έως και 30-9-2010 σε ποσό 1.112,50 Ευρώ και ότι συνεπώς - σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - τα ποσά αυτά έπρεπε να αφαιρεθούν από τις υπέρτερες αποδοχές που θα δικαιούται να λάβει η αναιρεσίβλητη, Τμηματάρχης Β', με την προαγωγή της στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.

Η αναιρεσείουσα, τέλος, εκθέτει ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ένστασή της αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (άρθρα 591 παρ. 1, 111 παρ. 2, 262 παρ. 1 και 361 ΑΚ), μολονότι επρόκειτο για παραδεκτή ένσταση, η οποία έπρεπε να γίνει δεκτή ως νόμιμη και βάσιμη στην ουσία της. Από την επισκόπηση όμως των από 15-1-2018 προτάσεων που κατέθεσε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και, συγκεκριμένα, των σελίδων 4 επ.

του δικογράφου τους προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεσθεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου α) σε ποιο ποσόν ανέρχονταν μηνιαίως οι συμβατικές αποδοχές της αναιρεσίβλητης ως Τμηματάρχη Β' και σε ποιο ποσόν θα ανέρχονταν κάθε μήνα μετά την προαγωγή της στον αμέσως ανώτερο βαθμό της Τμηματάρχη Α' και β) σε ποια ποσά ανέρχονταν μηνιαίως το καθένα από τα επιδόματα "βαθμού" και "παραστάσεως βαθμού" που λάμβανε η αναιρεσίβλητη πλέον των συμβατικών αποδοχών της ως Τμηματάρχη Β' του προσωπικού της αναιρεσείουσας και σε ποια ποσά θα ανέρχονταν κάθε μήνα το καθένα από τα δύο αυτά επιδόματα μετά την προαγωγή της στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.

Η αναιρεσείουσα έπρεπε να είχε επικαλεσθεί τα στοιχεία αυτά για να είναι ορισμένη και συνεπώς παραδεκτή η ένσταση που είχε προβάλει επικουρικά για να απαντήσει στην αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον της και για να καταστεί στη συνέχεια δυνατό να αποδειχθεί αν και κατά πόσον η αναιρεσείουσα όφειλε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τα επίδικα ποσά λόγω προαγωγής της στον επόμενο βαθμό.

Το Μονομελές Εφετείο, συνεπώς, το οποίο απέρριψε την ένσταση που προαναφέρθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και, επομένως, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1, 106, 262 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ - σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ - με συνέπεια να μην υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής της, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης στο μέτρο που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η αναιρεσιβαλλομένη επομένως δεν περιέχει στην προκειμένη περίπτωση ελάσσονα πρόταση στο δικανικό της συλλογισμό με συνέπεια να μην μπορεί να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 99/2020).

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου - με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα είχε παραλείψει να την προαγάγει στον επόμενο βαθμό της ιεραρχίας του προσωπικού της κατά κατάχρηση του διευθυντικού της δικαιώματος - και μετά από αυτό εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την αγωγή στην ουσία της και, τέλος, τη δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη.

Η υπόθεση, τέλος, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει συνεπώς να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παρ. 1, 106, 176 παρ. 1, 180 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό. 5.

Από τη διάταξη του άρθρου 579 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και σε περίπτωση που αποδεικνύεται προαποδεικτικά, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία, εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Αντικείμενο της αίτησης επαναφοράς είναι η απόδοση του κεφαλαίου, των τόκων που αναλογούν σε αυτό και των δικαστικών εξόδων τα οποία καταβλήθηκαν στον αναιρεσίβλητο σε εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, όχι όμως και των ποσών των φόρων που αναλογούν στα ποσά του κεφαλαίου και των τόκων, όπως και των λοιπών κρατήσεων, τα οποία παρακράτησε ο αναιρεσείων για να τα αποδώσει σε τρίτους, επειδή ο αναιρεσίβλητος δεν εισέπραξε τα ποσά αυτά (ΟλΑΠ 11/2007).

Τόκοι, τέλος, επί του ποσού αυτού μπορεί να ζητηθούν από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διέταξε την επαναφορά, διότι έκτοτε ο αναιρεσίβλητος λαμβάνει γνώση ότι ανατράπηκε η απόφαση σε - εκούσια ή αναγκαστική - εκτέλεση της οποίας κατείχε νόμιμα το ποσόν που προαναφέρθηκε και επομένως σε περίπτωση που δεν το αποδώσει στον αναιρεσείοντα καθίσταται υπερήμερος οφειλέτης του (άρθρο 340 ΑΚ, ΟλΑΠ 37/2005, ΟλΑΠ 5/2001).

Η αναιρεσείουσα στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου στις 19-1-2021 εκθέτει - εκτός άλλων - α) ότι η υπ' αριθμό 6388/31-12-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δέχθηκε την από 25-1-2016 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1513/23-5-2016 έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αριθμό 2371/6-11-2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την απόφαση που είχε εκκληθεί, δέχθηκε την από 21-12-2012 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 209401-6340/31-12-2012 αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη εναντίον της και την υποχρέωσε να καταβάλει σε αυτή ως αποζημίωση συνολικό ποσό 5.480,97 Ευρώ νομιμότοκα από τότε που το κάθε επιμέρους κονδύλιό της γινόταν ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ποσό 1.000 Ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και ποσό 750 Ευρώ για δικαστικά έξοδα και των δύο βαθών δικαιοδοσίας στα οποία είχε υποβληθεί η αναιρεσίβλητη, β) ότι κατέβαλε εκουσίως σε αυτή για αποζημίωση ποσό 3.685,40 Ευρώ κατά κεφάλαιο, διότι παρακράτησε από το ποσό που είχε επιδικασθεί με την απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου τις ασφαλιστικές εισφορές και τον φόρο που αναλογούσε συνολικού ποσού (874,22 Ευρώ + 921,35 Ευρώ=) 1.795,57 Ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση ποσό 1.000 Ευρώ, για τόκους ποσό 3.912,07 Ευρώ, διότι παρακράτησε από τους τόκους ποσού 4.602,43 Ευρώ - οι οποίοι αναλογούσαν στο καθαρό κεφάλαιο της αποζημίωσης και της χρηματικής ικανοποίησης που είχαν επιδικασθεί στην αναιρεσίβλητη - ποσό 690,36 Ευρώ που αντιστοιχούσε σε παρακράτηση φόρου 15% και ποσό 750 Ευρώ για τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας τα οποία επίσης είχαν επιδικασθεί σε αυτή με την ίδια απόφαση.

Η αναιρεσείουσα μετά από αυτά αιτείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και είναι νόμιμη, επειδή στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 579 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ.

Πρέπει επομένως να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα και, συγκεκριμένα, από τη από 18-11-2019 επιστολή που απέστειλε στην αναιρεσίβλητη, από το εκκαθαριστικό μισθοδοσίας της αναιρεσίβλητης του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2009 και από το από 15-11-2019 αποδεικτικό κατάθεσης ποσού 5.662,07 Ευρώ στον υπ' αριθμό ...

λογαριασμό που τηρούσε η αναιρεσίβλητη σε κατάστημα της αναιρεσείουσας αποδεικνύεται ότι έλαβε συνολικό ποσόν για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν 9.347,47 Ευρώ. Η υπό κρίση επομένως αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσό 9.347,47 Ευρώ, όπως ειδικότερα αναφέρεται και στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 6388/31-12-2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε.

Δέχεται την αίτηση για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ποσόν εννέα χιλιάδων τριακοσίων σαράντα επτά Ευρώ και σαράντα επτά (9.347,47) Ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ