Legislator Case Law & Legislation
1630/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on evidence admissibility, ruling lower court's assessment of unsubmitted documents was not a legal error.

Case Number 1630/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Dodecanese regarding a property dispute. The appellant argued the lower court improperly considered an unsubmitted collection order and failed to recognize the validity of other evidence. The court ruled that the lower court primarily relied on legally submitted evidence and the unsubmitted document was merely supplementary, meaning no legal error occurred.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 11 para. b Civil Procedure Code; Art. 495 para. 3 Civil Procedure Code: An appeal based on the admission of unsubmitted evidence is inadmissible if the decision rests primarily on other legally submitted evidence and the unsubmitted item was only supplementary.

Keywords

AI generated
appeal admissibility unsubmitted evidence supplementary evidence property dispute civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 11 para. b Civil Procedure Code
Art. 495 para. 3 Civil Procedure Code
Art. 176 Civil Procedure Code
Art. 183 Civil Procedure Code
Art. 191 para. 2 Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1630 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1630/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Σ. Σ. του Ε. και Φ., κατοίκου ..., νομίμου κληρονόμου δυνάμει του υπ' αριθμ. EL1003 67-L/U1 κληρονομητηρίου, της θανούσας Β. ή Β., χήρας Ρ.Γ., το γένος W.(Β.) S. (Σ.), υπηκόου ….. και κατοίκου εν ζωή ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Αναγνώστου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Γούμενο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-1-2007 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, Β. ή Β., χήρας Ρ. Γ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2016 μη οριστική, 250/2018 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 10-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 250/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων:

Η αρχική ενάγουσα Β. ή Β. Γ. άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου, καθώς και κατά των Χ. Φ., Μ. Τ. και Χ.-Ε. Χ., την από 29-1-2007 αγωγή, με την οποία ζήτησε, για τους λόγους που εξέθετε σ' αυτήν, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του 245/17-10-2001 πληρεξουσίου του πρώτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, τέως συμβολαιογράφου Λακκίου Λέρου, καθώς και του ...

αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη, να αναγνωρισθεί η κυριότητά της επί ενός οικοπέδου μετά της επ' αυτού διωρόφου οικίας, όπως το ακίνητο αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια και να υποχρεωθεί η τέταρτη εναγομένη να της το αποδώσει.

Επικουρικά ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν την αξία του ακινήτου και συγκεκριμένα το ποσό των 80.000 ευρώ, καθώς και το ποσό των 40.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος της αδικοπραξία των εναγομένων.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω, στο οποίο ασκήθηκε η αγωγή, με την 104/2010 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς την τέταρτη εναγομένη, καθώς και ως προς τα κύρια αιτήματά της, δέχθηκε δε την αγωγή κατά τα επικουρικά της αιτήματα και υποχρέωσε τους τρεις πρώτους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 42.000 ευρώ ως αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Μετά την έκδοση της ως άνω απόφασης, απεβίωσε η ενάγουσα και τη δίκη ενώπιον του Εφετείου συνέχισε, ως μοναδικός εκ διαθήκης κληρονόμος της, ο ήδη αναιρεσείων. Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, άσκησε έφεση μόνο ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος και το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την έφεση και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή της αρχικής ενάγουσας Β.

ή Β. Γ.. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και συνεπώς υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τα δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΑΠ 1442/2017, ΑΠ 2267/2013).

Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα δε, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021, ΑΠ 1266/2011).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Λέρου Φροσύνης Τζανουδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Λέρου (στον τόμο 93 και με αύξοντα αριθμό 10986), η Χ. - Ε.

Χ. του Γ. (4η εναγομένη), εκπροσωπούμενη λόγω της ανηλικότητάς της (γεν. 7-8-1986) από τη μητέρα της Μ. χήρα Γ. Χ., το γένος Ε. Τ. (3η εναγομένη), απέκτησε, λόγω αγοράς, την κυριότητα ενός ακινήτου στη θέση "….." της περιοχής Αγία Μαρίνα στη Λέρο Δωδεκανήσου και ειδικότερα ενός οικοπέδου έκτασης 92,50 τ.μ. με την εντός αυτού παλαιά διώροφη οικία συνολικής επιφάνειας 117,35 τετραγωνικών μέτρων, όπως αυτό περιγράφεται αναλυτικά στο ανωτέρω συμβόλαιο.

Από τη μεριά του πωλητή, εμφανίστηκε στην ως άνω συμβολαιογράφο ο Χ. Φ. του Γ. (2ος εναγόμενος), δυνάμει του υπ' αριθμ. 245/17-10-2001 πληρεξουσίου που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Λέρου Α. Κ. (1ος εναγόμενος), με το οποίο η Β.ή Β. χήρα Ρ.Γ., το γένος Β. Σ. (S.) παρείχε στον ανωτέρω την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, μεταξύ άλλων, να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιάσει και παραδώσει προς οποιονδήποτε, αντί οποιουδήποτε τιμήματος και οποιουσδήποτε όρους και συμφωνίες εγκρίνει, το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο.

Η ως άνω Β. Γ. (ενάγουσα), κατά το χρόνο σύνταξης του πληρεξουσίου ήταν σε ηλικία 85 ετών (είχε γεννηθεί το 1916), ο δε σύζυγός της είχε αποβιώσει από το έτος 1974. Η ίδια ήταν καθηγήτρια - λογοθεραπευτής, κάθε καλοκαίρι έμενε στη Λέρο για 2-3 μήνες, ενώ από το έτος 1985 περίπου, οπότε συνταξιοδοτήθκε, έμενε στη Λέρο για διάστημα περίπου 7 μηνών (από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο).

Από τις πρώτες της γνωριμίες στο νησί ήταν η οικογένεια Χ., όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι α) το έτος 1975 έκανε πληρεξούσιο στον Γεώργιο Χ. (σύζυγο, τότε, της 3ης εναγομένης και πατέρα της 4ης) να πωλήσει μία λέμβο και β) το έτος 1976, οπότε αποδέχθηκε την κληρονομία του θανόντος συζύγου της, χρησιμοποίησε ως διερμηνέα την 3η εναγομένη.

Η φιλική αυτή σχέση είχε έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης, καθώς η ενάγουσα είχε θέσει το Γεώργιο Χ. ως συνδικαιούχο στον τηρούμενο στην Ελλάδα τραπεζικό της λογαριασμό, μετά δε το θάνατό του, τον αντικατέστησε με τη σύζυγό του, Μ. Τ.. Επιπρόσθετα, στην τελευταία χορήγησε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να εισπράττει τη μηνιαία σύνταξή της από το δημόσιο ή οποιοδήποτε άλλο ασφαλιστικό οργανισμό, δυνάμει του υπ' αριθμ. 221/12-9-2001 πληρεξουσίου του εκκαλούντος, το οποίο ανακλήθηκε ένα έτος αργότερα (20-9-2002) δυνάμει του 138/2002 εγγράφου που υπογράφηκε στο επίτιμο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Ζυρίχη.

Σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, η ίδια παρασύρθηκε λόγω πλάνης στη σύνταξη του προαναφερομένου (υπ' αριθμ. 245/2001) πληρεξουσίου προς τον Χ. Φ., με το οποίο θεωρούσε ότι τον καθιστούσε πληρεξούσιο για τη λήψη της σύνταξής της, επιπροσθέτως δε η ίδια αγνοούσε την ελληνική γλώσσα. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθώς, αφενός (και κυρίως) από τη συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών μέσων δεν σχηματίστηκε πλήρης δικανική πεποίθηση περί της βασιμότητάς του στο παρόν δικαστήριο, αφετέρου σε ορισμένα σημεία τους, όπως θα εκτεθεί συγκεκριμένα παρακάτω, έρχονται σε αντίθεση με την κοινή λογική.

Ειδικότερα: Το μόνο αποδεικτικό μέσο το οποίο στηρίζει τον ισχυρισμό περί μη επαρκούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας από την ενάγουσα (γεγονός που, εάν ίσχυε, θα σηματοδοτούσε την υποχρέωση του εκκαλούντος, επί ποινή ακυρότητας αυτού σε περίπτωση παραβίασης της παραπάνω υποχρέωσης), είναι η κατάθεση του μάρτυρα Ι.

Σ., ο οποίος όμως εξαρτά άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, είναι καθολικός διάδοχος (εκ διαθήκης κληρονόμος) της ενάγουσας, συνεπώς η περί του γεγονότος αυτού κατάθεσή του σταθμίζεται ανάλογα. Το γεγονός δε αυτό, ότι δηλαδή κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό ήταν κληρονόμος της ενάγουσας, ήταν γνωστό και στον ίδιο, όπως προκύπτει από τη σχετική περικοπή της κατάθεσής του (σελ. 22 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης), όπου αρχικά στην ερώτηση που δέχθηκε εάν είναι κληρονόμος της ενάγουσας απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ενώ στη συνέχεια, όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων απευθύνοντάς του το λόγο, ανέφερε ότι ο μάρτυρας είχε δηλώσει πως είναι κληρονόμος της ενάγουσας, εκείνος δεν το αρνήθηκε.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα μιλούσε και κατανοούσε την ελληνική επαρκώς, ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει επακριβώς το περιεχόμενο του πληρεξουσίου που έκανε προς τον Χ. Φ.. Ειδικότερα, η ενάγουσα τα τελευταία τουλάχιστον 15 έτη πριν από τη σύνταξη του πληρεξουσίου ζούσε στη Λέρο για διάστημα οκτώ (8) μηνών, όπου υποχρεωτικά χρησιμοποιούσε την ελληνική για την εξυπηρέτηση των καθημερινών της αναγκών.

Η σχέση της άλλωστε με την Ελλάδα χρονολογείται πριν ακόμη το γάμο της με το Ρ. Γ., τον οποίο γνώρισε στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των διακοπών της, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης. Η μάρτυρας δε των εναγομένων, τραπεζική υπάλληλος, κατέθεσε εξ ιδίας αντιλήψεως ότι η ενάγουσα μιλούσε την ελληνική, αφού μετέβαινε στην τράπεζα για συναλλαγές, ενώ γνωρίζονταν και οικογενειακώς με την ενάγουσα, καθώς ο πατέρας της μάρτυρος ήταν φίλος με το Ρ.

Γ., σύζυγο της ενάγουσας. Επίσης, κατέθεσε ότι η ενάγουσα ήταν γραμμένη στους εκλογικούς καταλόγους του Δήμου Λέρου, όπου ασκούσε το εκλογικό της δικαίωμα, γεγονός το οποίο συζητούσαν και με τρίτους στη γειτονιά. Το γεγονός αυτό, μαζί με όσα θα αναφερθούν παρακάτω, είναι καταλυτικό ως προς τον συγκεκριμένο προαναφερόμενο αγωγικό ισχυρισμό, διότι είναι λογικώς αδύνατο κάποιος που δεν γνωρίζει την ελληνική γλώσσα να μπορεί να ψηφίζει, άρα να διαβάζει και τα ψηφοδέλτια, πέραν αυτού δε, να έχει το ενδιαφέρον να κινήσει τις σχετικές διαδικασίες.

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί και το γεγονός ότι δέκα (10) μόλις ημέρες πριν τη σύνταξη του προσβαλλόμενου με την κρινόμενη αγωγή πληρεξουσίου, η ενάγουσα είχε χορηγήσει, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, πληρεξουσιότητα στην 3η εναγομένη να εισπράττει για λογαριασμό της τη μηνιαία σύνταξη, στο εν λόγω δε πληρεξούσιο δεν χρησιμοποιήθηκε διερμηνέας.

Στην ανάκληση δε του πληρεξουσίου αυτού, που όπως προαναφέρθηκε, έγινε ένα έτος αργότερα, δεν αναφέρεται τίποτε περί άγνοιας της ελληνικής γλώσσας. Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα παραπείστηκε από τους 1ο και 2ο των εναγομένων ως προς το περιεχόμενο του πληρεξουσίου.

Αναφέρεται ειδικότερα στην αγωγή, ότι το περιεχόμενο του πληρεξουσίου αναπτύχθηκε προς την ενάγουσα αναληθώς από τους δύο πρώτους των εναγομένων προς της υπογραφής του από μέρους της, οι οποίοι ανέφεραν ότι αφορούσε στην ειδική εντολή προς το δεύτερο εναγόμενο να εισπράττει για λογαριασμό της, τη μηναία σύνταξη χηρείας.

Ο παραπάνω ισχυρισμός, αφενός ισχυροποιεί την αμέσως παραπάνω παραδοχή, ότι δηλαδή ή ενάγουσα γνώριζε την ελληνική γλώσσα (άλλως, δεν εξηγείται σε ποια γλώσσα έλαβε χώρα αυτή η "αναληθής ανάπτυξη"), αφετέρου, έρχεται σε ευθεία λογική αντίθεση με την ενέργεια της ενάγουσας που είχε λάβει χώρα μόλις δέκα (10) ημέρες πριν, ήτοι τον εφοδιασμό της Μ.

Τ. με πληρεξούσιο του ιδίου περιεχομένου. Επομένως, εάν ήθελε υποτεθεί αληθής ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός, η ενάγουσα δεν επρόκειτο να προχωρήσει στην υπογραφή του πληρεξουσίου, αφού γνώριζε ότι για την είσπραξη της σύνταξής της είχε καταστήσει ήδη, εντελώς πρόσφατα, άλλον πληρεξούσιο. Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω ερώτημα τέθηκε ευθέως προς τον μάρτυρα απόδειξης (σελ. 8 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης), ο οποίος δεν έδωσε καμία λογική εξήγηση, δηλώνοντας απλώς ότι δεν γνωρίζει.

Μάλιστα, στην αγωγή αναφέρεται στη συνέχεια ότι ο δεύτερος εναγόμενος, δεν έκανε καμία ενέργεια ως προς την είσπραξη και απόδοση στην ενάγουσα της σύνταξής της, καθώς και ότι η ίδια αδυνατούσε να τον εντοπίσει και επιφυλάχθηκε να στραφεί εναντίον του δικαστικώς (εννοώντας προφανώς, ως μόνη λογική εξήγηση που να δικαιολογεί το να στραφεί δικαστικώς εναντίον του, ότι τα συγκεκριμένα ποσά υπεξαιρέθηκαν).

Τα όσα όμως ακολούθησαν, καταδεικνύουν τη λογική ασυνέπεια του παραπάνω ισχυρισμού, δεδομένου ότι, εάν αυτός ήθελε υποτεθεί αληθής, η ενάγουσα θα έπρεπε με την παρούσα αγωγή (ή και με προγενέστερη αγωγή, κάτι που δεν επικαλείται καν) να διεκδικήσει συντάξεις πέντε (5) μηνών και πλέον, τις οποίες κατά το συγκεκριμένο αγωγικό ισχυρισμό εισέπραξε και ενσωμάτωσε παράνομα στην περιουσία του ο δεύτερος εναγόμενος.

Τέτοια καταγγελία δε, δεν περιλαμβάνεται ούτε στην από 24-5-2004 μήνυση που υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Κω σε βάρος των νυν εναγομένων. Περαιτέρω, υπάρχουν και έτερα στοιχεία, από τα οποία αποδεικνύεται ότι η αληθής βούληση της ενάγουσας ήταν η μεταβίβαση της κυριότητας της οικίας της προς την τέταρτη εναγομένη (λόγος άλλωστε για τον οποίο και μετέβη με τη δική της βούληση στο γραφείο του εκκαλούντος, αφού δεν επικαλείται ότι η μετάβασή της υπήρξε προϊόν εξαπάτησης) και ότι ουδεμία εξαπάτηση της ενάγουσας υπήρξε εκ μέρους των εναγομένων.

Συγκεκριμένα, η μάρτυρας των εναγομένων κατέθεσε ότι λόγω της μακρόχρονης σχέσης φιλίας και εμπιστοσύνης που είχε αναπτυχθεί μεταξύ της ενάγουσας και της οικογένειας Χ., η ενάγουσα ήθελε να δωρίσει το συγκεκριμένο ακίνητο στη θυγατέρα των Γ. Χ. - Μ. Τ., Χ., στην οποία είχε αδυναμία, καθώς η τελευταία είχε γεννηθεί πρόωρα.

Κατόπιν δε συμβουλής του δικηγόρου της, προκρίθηκε ως πιο συμφέρουσα η λύση της πώλησης έναντι μικρού τιμήματος αντί δωρεάς, μάλιστα δε η ενάγουσα κατέβαλε και τα συμβολαιογραφικά έξοδα, αποστέλλοντας σχετικό έμβασμα ύψους περίπου 1.700 ευρώ, όπως κατέθεσε η μάρτυρας των εναγομένων, όσος ήταν ο αναλογών φόρος μεταβίβασης (σχετ.

η αναφορά στη σελ. 11 του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου, όπου αναφέρεται το ποσό των 1.173 ευρώ). Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι η σχετική περικοπή της κατάθεσης της μάρτυρος των εναγομένων ούτε αναιρέθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο, ούτε αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα στην αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων που προσέθεσε στο δικόγραφο των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Επιπρόσθετα, οι 2ος, 3η και 4η των εναγομένων, στις κοινές προτάσεις που κατέθεσαν, επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την με ημερομηνία 1-8-2002 εντολή είσπραξης 1.173 ευρώ (το έγγραφο αυτό δεν προσκομίστηκε στο παρόν δικαστήριο, δεδομένου ότι οι ανωτέρω δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), η οποία ταυτίζεται τόσο χρονικά (το επίμαχο συμβόλαιο συνήφθη στις 3-8-2002), όσο και ποσοτικά με τον αναλογούντα φόρο μεταβίβασης χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από την ενάγουσα.

Επομένως, η καταβολή του ποσού αυτού, την οποία επιβεβαίωσε με την κατάθεσή της στο ακροατήριο η μάρτυρας των εναγομένων, αποκλείει το ενδεχόμενο η ενάγουσα να έπεσε θύμα εξαπάτησης από τους εναγομένους ή κάποιους εξ αυτών, αναφορικά με το περιεχόμενο του πληρεξουσίου με το οποίο εφοδίασε το δεύτερο εναγόμενο, αφού, εάν πράγματι τελούσε υπό την πλανημένη αντίληψη ότι το πληρεξούσιο αφορούσε στη λήψη της σύνταξής της, δεν είχε κανένα λόγο να αποστείλει η ίδια χρήματα, ούτε άλλωστε επικαλείται κάποιο λόγο στην αγωγή που να δικαιολογεί αυτήν την ενέργεια.

Εξάλλου, η παραπάνω παραδοχή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι στο προσβαλλόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, παρέστη και ο τότε δικηγόρος του Δ.Σ. Κω και κάτοικος Λέρου Ν. Ρ., ο οποίος, όπως αποδείχθηκε, ήταν ο δικηγόρος της ενάγουσας (σελ. 26 των πρακτικών) και ο οποίος δεν θα συνέπραττε σε ένα συμβόλαιο όπου εμφανιζόταν κάποιος τρίτος ως πληρεξούσιος της εντολίδος του, εάν το πληρεξούσιο που προσκόμιζε είχε τα ελαττώματα που αναφέρονται στην αγωγή, ήτοι εάν είχε συνταχθεί χωρίς την παρουσία διερμηνέως, εάν τούτο ήταν αναγκαίο.

Τέλος, πρέπει να αναφερθεί και το εξής γεγονός, το οποίο εμμέσως πλην σαφώς οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα με τα παραπάνω: Σύμφωνα με τις καταθέσεις αμφοτέρων των μαρτύρων, η ενάγουσα είχε καταστήσει το μήνα Μάιο του 2002 πληρεξούσιο και διαχειριστή της περιουσίας της τον Ι. Σ., μετέπειτα κληρονόμο της, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Το πληρεξούσιο αυτό δεν προσκομίστηκε στον πρώτο βαθμό, καθώς δεν γίνεται επίκλησή του στις προτάσεις της ενάγουσας, ενώ τα ίδια ισχύουν και για το παρόν δικαστήριο, το οποίο κατ' αυτό τον τρόπο δεν μπορεί να διαγνώσει τις ειδικότερες εντολές και όρους που έχουν τεθεί στο πληρεξούσιο. Αναφέρθηκε, όμως σε σχετική ερώτηση (σελ. 28 των πρακτικών), χωρίς να αντικρουστεί ούτε από την ενάγουσα στον πρώτο βαθμό, ούτε από τον νυν εφεσίβλητο, ότι στο πληρεξούσιο αυτό υπήρχε ρητή απαγόρευση να προβεί στην εκποίηση της περιουσίας της.

Δεδομένου δε ότι στη Λέρο η ενάγουσα δεν διέθετε κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο πλην του συγκεκριμένου ακινήτου, η απαγόρευση αυτή επιβεβαιώνει τη θέλησή της ώστε το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο να μην περιλαμβάνεται στην "περιουσία" που επρόκειτο να διαχειρίζεται ο ως άνω πληρεξούσιός της, καθώς είχε ήδη κάνει τις απαραίτητες ενέργειες ώστε αυτό να μεταβιβαστεί στη Χ.Χ.

σύμφωνα με την επιθυμία της, όπως κατέθεσε κατηγορηματικά η μάρτυρας των εναγομένων. Κατ' ακολουθία των προαναφερομένων, η κρινόμενη αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις αυτής, καθώς σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, α) δεν υπήρχε πλάνη της ενάγουσας ως προς το περιεχόμενο του επίμαχου πληρεξουσίου προς τον δεύτερο εναγόμενο, β) το εν λόγω πληρεξούσιο ήταν έγκυρο, διότι η γνώση της ελληνικής γλώσσας από την ενάγουσα ήταν επαρκής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη είναι απαραίτητη για τη σύνταξή του η παρουσία διερμηνέα και γ) κατά συνέπεια δεν υπήρξε αδικοπρακτική συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων, ώστε να στοιχειοθετείται υποχρέωσή τους προς ανόρθωση της περιουσιακής ζημίας και της ηθικής βλάβης που επικαλέστηκε η ενάγουσα στο δικόγραφο της αγωγής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή κατά το επικουρικό της αίτημα, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή της αρχικής ενάγουσας ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα για την έκβαση της δίκης, ότι δεν υπήρχε πλάνη της ενάγουσας, ούτε εξαπάτηση αυτής κατά την κατάρτιση του επίδικου πληρεξουσίου ως προς το περιεχόμενό του και ότι το πληρεξούσιο αυτό ήταν έγκυρο, καθώς η ενάγουσα γνώριζε σε επαρκή βαθμό την ελληνική γλώσσα, ώστε δεν ήταν απαραίτητη κατά τη σύνταξή του η παρουσία διερμηνέα.

Επομένως, όσα αντίθετα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Οι δε περαιτέρω πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και που αναφέρονται στη γνώση της ελληνικής γλώσσας από την ενάγουσα, καθώς και στην στάθμιση από το Δικαστήριο της κατάθεσης του μάρτυρά της, είναι σαφές ότι συνιστούν αποδεικτικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, τα οποία σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογίες που μπορούν να ελεγχθούν αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα.

Επομένως, ο τρίτος λόγος κατά το μέρος του αυτό είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαία, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1520/2021, ΑΠ 410/2021, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά έγγραφα τα οποία ο αναιρεσείων νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του.

Συγκεκριμένα, διατείνεται ο αναιρεσείων ότι από την παραδοχή του Εφετείου ότι "Το μόνο αποδεικτικό μέσο το οποίο στηρίζει τον ισχυρισμό περί μη επαρκούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας από την ενάγουσα... είναι η κατάθεση του μάρτυρα Ι. Σ....", προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί μη γνώσης της ελληνικής γλώσσας από την ενάγουσα και ειδικότερα:

α) την ... πράξη αποδοχής κληρονομίας του θανόντος συζύγου της, το οποίο συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Λέρου Βασιλείου Κωνσταντίνου Τσαρνά, β) την 301/2006 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου, που συντάχθηκε ενώπιον του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στη Ζυρίχη, γ) την 138/2002 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου, που συντάχθηκε ενώπιον του ίδιου Προξένου και δ) το 734/2008 ειδικό πληρεξούσιο για την εκδίκαση της αγωγής της, ενώπιον του ίδιου επίσης Προξένου στη Ζ., στα οποία έγγραφα γίνεται ειδική μνεία ότι η ενάγουσα δεν κατανοεί την ελληνική γλώσσα.

Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ενάγουσα Β. ή Β. Γ. γνώριζε επαρκώς την ελληνική γλώσσα, ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων..., μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικά παρακάτω, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης".

Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν ανωτέρω κατά την έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, πλην το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ελεύθερη κρίση του, εκτίμησε διαφορετικά και όχι σύμφωνα με τις απόψεις του αναιρεσείοντος την αποδεικτική τους δύναμη και δεν δέχθηκε τη βασιμότητα των ισχυρισμών του.

Ενόψει αυτών, η ανωτέρω παραδοχή του Εφετείου, που επικαλείται ο αναιρεσείων, δεν έχει την έννοια του αποκλεισμού των πιο πάνω αναφερομένων εγγράφων ως αποδεικτικών στοιχείων, αλλά αποδίδει την κρίση του Δικαστηρίου ότι, ενόψει του συνόλου των σαφών και με πλήρη ανάλυση αιτιολογιών του για την επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας από την ενάγουσα, τα έγγραφα αυτά δεν είναι άξια ειδικότερου σχολιασμού.

Επομένως, ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί, καθόσον στην περίπτωση αυτή το αποδεικτικό πόρισμα θα ήταν όμοιο και χωρίς το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη μολονότι δεν είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει τούτο οι διάδικοι (ΑΠ 1977/2017, ΑΠ 257/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη έγγραφο χωρίς αυτό να προσκομισθεί από τους διαδίκους και συγκεκριμένα τη με ημερομηνία 1-8-2002 εντολή είσπραξης 1.173 ευρώ, η οποία, όπως δέχεται και το ίδιο το Δικαστήριο, δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο, καθώς δέχθηκε ειδικότερα ότι το έγγραφο αυτό το επικαλέστηκαν και το προσκόμισαν οι 2ος, 3η και 4η των εναγομένων με τις κοινές προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου για να αποδείξουν την καταβολή του φόρου μεταβίβασης του ακινήτου από την ίδια την ενάγουσα.

Ωστόσο, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα κυρίως από τα άλλα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και από την κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων και όχι αποκλειστικά από το ανωτέρω έγγραφο.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατόπιν σχετικού αιτήματος του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-2-2020 αίτηση του Ι. Σ. για αναίρεση της 250/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ