1630/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1630/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογή της νέας διάταξης, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1630 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1630/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Κ. και 2) Κ. - Σ. Π. του Α., κατοίκων ... εκ των οποίων ο 2ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη και ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Κανδαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-10-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2017 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-11-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 εδάφ. δ' του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 11 παρ. 3 εδάφ. α' του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων", προκειμένου να συντελεστεί η αναγκαστική απαλλοτρίωση, κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, η αποζημίωση που ορίστηκε καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως και η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αυτής βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη άρση που επήλθε, η οποία και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Όμως, στην παράγραφο 3 του πιο πάνω άρθρου 11 ν. 2882/2001 προστέθηκαν δύο εδάφια (το β' και το γ') με την παράγραφο 3α του άρθρου 39 ν. 4024/2011 (που αναφέρεται ότι "αντικατέστησε" την παράγραφο 3 του άρθρου 11) και ορίζεται πλέον (στο εδάφιο β') ότι η εν λόγω επερχόμενη, αυτοδικαίως, ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θεωρείται ότι δεν έγινε, όταν, μέσα σε ετήσια ανατρεπτική προθεσμία από την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες, δηλαδή οι καθ' ων η απαλλοτρίωση, επιθυμώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια, υποβάλλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση ότι επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της δικαστικά καθορισμένης, προσωρινής ή οριστικής, αποζημίωσης και το αίτημά τους γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης.
Στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται, όπως ορίζεται στο εδάφιο γ' του ίδιου άρθρου (11 παρ. 3), και σε απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού (2882/2001) και έχει επέλθει αυτοδίκαιη ανάκληση, λόγω παρέλευσης της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, οπότε, στην περίπτωση αυτή, κατά την τελευταία περίοδο του υπόψη γ' εδαφίου, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης μέχρι τις 31-12-2012 (ήδη, η τελευταία αυτή περίοδος του γ' εδαφίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 74 ν. 4530/1918 - ΦΕΚ 59/Τεύχος Α/30-3-2018).
Έτσι, με την επαναφορά σε ισχύ, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Τεύχος Α/27-10-2011), διάταξης παρεμφερούς του άρθρου 11 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 212/1975 (ΑΕΔ 26/2010, ΣτΕ Ολομ. 922/2014), η οποία δεν είχε περιληφθεί, αρχικά, στο ν. 2882/ 2001, διευκολύνεται η διάσωση της απαλλοτρίωσης και η εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας, με τη συναίνεση, όμως, των θιγόμενων ιδιοκτητών, προκειμένου να μην πλήττεται το άξιο προστασίας συμφέρον τους (βλ.
αιτιολογική έκθεση του νόμου 4024/2011, στη σελίδα 23), οι οποίοι και μόνο, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης με την παρέλευση των δεκαοκτώ μηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Πάντως, με το εδάφιο β' (που προστέθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, στο άρθρο 11 παρ. 3 ν. 2882/2001) ενεργοποιείται η επιβολή περιορισμών στην περιουσία του ενδιαφερόμενου για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης ιδιοκτήτη.
Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης επεμβαίνει, αφενός μεν στο ανώτατο ύψος της ήδη καθορισμένης αποζημίωσης, αποκλείοντας στον καθ' ου τη δυνατότητα να ζητήσει τον δικαστικό επανακαθορισμό της σε μεγαλύτερο ύψος με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου του, αφετέρου δε, στους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν σε περίπτωση έγερσης, εκ μέρους του, καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημίωσης, με δικαιολογητικό λόγο την επιδίωξη του νομοθέτη να περιοριστεί το πρόσθετο οικονομικό κόστος, εξαιτίας της επανακήρυξης της απαλλοτρίωσης και του καθορισμού αυξημένων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, τιμών μονάδας, χωρίς να παραβλέπεται και η μείωση του κύρους του Δημοσίου ή άλλων δημόσιων φορέων, υπέρ των οποίων κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και οι οποίοι κατέλαβαν τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν δίχως να πληρώσουν την αποζημίωση, όπως αυτά διατυπώνονται στην ίδια 23η σελίδα της αιτιολογικής αυτής έκθεσης (ΑΠ 275/2016).
Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ρύθμισης καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει, μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία (πράξη) και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρ. 11 παρ. 3α ν. 2882/2001), γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης (που κατά τα προεκτιθέμενα έχει αρθεί αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της δεκαοκτάμηνης αυτής προθεσμίας να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημίωσης, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον, χωρίς άλλο, δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία, σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημίωσης, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης, αποφασίζει για το ζήτημα αυτό κυριαρχικά.
Η απόφαση της διοίκησης για διατήρηση της απαλλοτρίωσης, κατ' εφαρμογή της νέας διάταξης, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου.
Συνεπώς, σε αντίθεση με το καθεστώς που ίσχυε πριν από το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από τον θιγόμενο ιδιοκτήτη δήλωσης για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που έχει αρθεί αυτοδικαίως, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση, χωρίς, πάντως, να τίθεται κάποια προθεσμία μέσα στην οποία η διοίκηση θα πρέπει να γνωστοποιήσει την απάντησή της στον αιτούντα, οπότε θα ισχύει η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ.
α' του ν. 2690/1999 (Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και ε) αν το αίτημα του καθ' ου η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη) ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημίωσης) τόκων υπερημερίας. Η υποβολή της εν λόγω δήλωσης απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξης για την άρση της απαλλοτρίωσης, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα.
Ωστόσο, η προαναφερόμενη αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι αποβλέπει αποκλειστικά στο συμφέρον του καθ' ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η απαλλοτρίωση (που κηρύχθηκε σε βάρος του) επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, εξαιτίας της δέσμευσης της ιδιοκτησίας του, μόνο απ' αυτόν μπορεί να προταθεί, όχι όμως και από εκείνον υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ Ολομ., 12/2018, 7/2007).
Κατά συνέπεια, η προθεσμία αυτή (του ενός έτους από την παρέλευση της παραπάνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας) ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρέλευσής της, επιφέρει απόσβεση της αξίωσης αποζημιώσεως από την πιο πάνω αιτία για τον δικαιούχο, που όχι μόνο δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδίκασης της εν λόγω αποζημίωσης που έχει καθοριστεί ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη αυτής (ΑΠ Ολομ. 12/2018, βλ.
και ΑΠ Ολομ. 7/2007, ΑΠ 498/2017, ΑΠ 754/2011, ΑΠ 1305/2010). Περαιτέρω, με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Τεύχος Α/10-4-2012) προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νόμιμα, κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης.
Στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012 προσδιορίζεται ποίες από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποίες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 9). Στις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιημένο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 (ΑΠ Ολομ.12/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, γι' αυτό, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Βόρειου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), με την αναιρεσιβαλλόμενη 37/2017 απόφασή του που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Με την υπ' αριθ. 1065687/5997/Δ0010/20-8-2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε νομίμως, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την επέκταση του πεδίου ελιγμών και την ανάπτυξη των εγκαταστάσεων του Κρατικού Αερολιμένα Χίου "ΟΜΗΡΟΣ".
Στην απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνεται και ένα τμήμα, επιφάνειας 2.149,10 τ.μ., του ακινήτου που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στον δεύτερο των εναγόντων και κατ' επικαρπία στον πρώτο εξ αυτών. Με την 12100/1981 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Χίου Α. Α., που νόμιμα μεταγράφηκε..., ο πρώτος των εναγόντων (Α.
Π.) απέκτησε εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος στις 6-1-1967 παππού του Α. Ι. Π., ο οποίος άφησε την 238/1961 δημόσια διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Χίου με το 55/1972 πρακτικό αυτού, την ψιλή κυριότητα, νομή και κατοχή ενός αγροκτήματος μετά της επ' αυτού διώροφης οικίας, συνολικής έκτασης 7.500 τ.μ.
περίπου, κειμένου στη θέση "..." του ..., εντός του κηρυγμένου παραδοσιακού οικισμού και ιστορικού τόπου του ..., συνορευόμενου... Με την ίδια ως άνω 12100/1981 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς η μητέρα του, Α. συζ. Κ. Π., απέκτησε το δικαίωμα επικαρπίας του εν λόγω ακινήτου. Με το 13276/1984 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Χίου, που νόμιμα μεταγράφηκε, η μητέρα του πρώτου των εναγόντων παραιτήθηκε από το δικαίωμα επικαρπίας του ως άνω ακινήτου υπέρ του πρώτου ενάγοντα, με αποτέλεσμα να καταστεί αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος του εν λόγω ακινήτου.
Στη συνέχεια ο πρώτος ενάγων, με το 14843/23-12-2009 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. συζ. Α. Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου στον δεύτερο ενάγοντα, μεταβίβαση που έγινε μετά τη συζήτηση της αίτησης αναγνώρισης δικαιούχων στις 16-9-2009, για την οποία εκδόθηκε η 9/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου.
Περαιτέρω, δυνάμει της 9/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και της 294/2011 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μ. Ε. Χίου) καθορίσθηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, αντίστοιχα, για το σύνολο της απαλλοτριούμενης έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγόντων.
Το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων με την με αριθμ. πρωτ. 204/α/21-2-2012 απόφασή του ενέκρινε τη διάθεση πίστωσης για τη μερική παρακατάθεση αποζημίωσης των δικαιούχων ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν με την προαναφερόμενη ΚΥΑ. Κατόπιν των ανωτέρω και επειδή η δική τους (των εναγόντων) ιδιοκτησία δεν συμπεριλήφθηκε στις προς αποζημίωση ιδιοκτησίες, αυτοί (ενάγοντες) προέβησαν, στις 15-3-2012, δηλαδή εντός προθεσμίας ενός έτους από τη λήξη του δεκαοκτάμηνου, στην υποβολή προς το φορέα της απαλλοτρίωσης αίτησης και υπεύθυνης δήλωσης περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικώς καθορισθείσας αποζημίωσης...
Ο φορέας της απαλλοτρίωσης δεν εξέδωσε βεβαίωση περί άρσης της απαλλοτρίωσης και δεν έχει μέχρι σήμερα απαντήσει στην προαναφερόμενη αίτησή τους, ενώ αρνείται να παρακαταθέσει τη δικαστικά καθορισθείσα αποζημίωση που αφορά στην απαλλοτρίωση του ακινήτου τους, ήτοι το συνολικό ποσό των 844.356,25 ευρώ, ποσό που συνομολογεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον δεν αντιλέγει σ' αυτό, στο οποίο ανέρχεται η αποζημίωση για την απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία τους (εδαφική έκταση μετά των επικειμένων της), όπως αυτή καθορίσθηκε οριστικά με τη 294/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στους ενάγοντες από κοινού το ποσό των 844.356,25 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 7-12-2015 έφεση του αναιρεσείοντος - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης 32/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χίου που είχε εκδοθεί ερήμην του, την οποία και εξαφάνισε, κρατώντας και δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε την ένδικη, από 13-10-2014, καταψηφιστική αγωγή των αναιρεσιβλήτων.
Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παρατέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ούτε εκ πλαγίου, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, αφού, κατά τις ανέλεγκτες, αναιρετικά, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητοι, ως ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες - καθ' ων η απαλλοτρίωση, υπέβαλαν στον αρμόδιο "φορέα της απαλλοτρίωσης", μέσα στη νόμιμη προθεσμία (στις 15-3-2012), αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της αποζημίωσης που είχε καθοριστεί οριστικά με τη 294/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου) και, ακολούθως, άσκησαν, ως δικαιούχοι της αποζημίωσης (άρθρ. 1171, 1180 ΑΚ), όπως ο πρώτος, άλλωστε, απ' αυτούς είχε αναγνωριστεί δικαστικά, ως κύριος του απαλλοτριωμένου ακινήτου (κατά πλήρες, τότε, δικαίωμα κυριότητας), την υπό κρίση καταψηφιστική αγωγή τους για την επιδίκαση σε αυτούς της εν λόγω αποζημίωσης (δηλαδή χωρίς να επικαλεστούν, όπως μόνο αυτοί δικαιούνται, την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης και, συνακόλουθα, το ανίσχυρο αυτής, αλλά, αντίθετα, άσκησαν την αγωγή επιδίκασης της αποζημίωσης), είναι πλέον νομικά αδιάφορο αν το σχετικό αίτημά τους για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης έγινε αποδεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση ή αν αυτή εξέδωσε ή όχι βεβαιωτική πράξη για την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης που επήλθε.
Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, από την εκ μέρους του καθ' ου η απαλλοτρίωση έγερση αγωγής για επιδίκαση της αποζημίωσης συνάγεται σαφώς η βούλησή του να μην ασκήσει το δικαίωμα που θεσπίστηκε για το συμφέρον του, να καταστήσει δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενος την αυτοδίκαιη άρση της, αλλά η βούλησή του να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ότι δεν έγινε (ΑΠ Ολομ., 12/2018, 7/2007, ΑΠ 754/ 2011), ενώ ο υπέρ ου και ο υπόχρεος για τη δαπάνη της απαλλοτρίωσης δεν μπορούν να προβάλουν την αυτοδίκαιη άρση της και ιδίως μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, όταν και είναι πλέον γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση για αποζημίωση του ιδιοκτήτη, και μάλιστα κατά την εκδίκαση της αγωγής του τελευταίου για επιδίκαση της κατά την παραπάνω αιτία αποζημίωσης (ΑΠ 498/2017).
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 (οι πρώτος και δεύτερος) και 19 (ο τρίτος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των προαναφερόμενων οικείων νομικών διατάξεων, δέχθηκε ότι μόνη η εμπρόθεσμη υποβολή σχετικής δήλωσης από τους αναιρεσιβλήτους - καθ' ων η απαλλοτρίωση (δηλαδή χωρίς αυτή να έχει γίνει αποδεκτή από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση) επιφέρει το έννομο αποτέλεσμα της διατήρησής της και ότι η μη έκδοση βεβαιωτικής για την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης πράξη συνεπάγεται τη διατήρηση αυτής, με την περαιτέρω επισήμανση ότι, σε κάθε περίπτωση, στην ερευνώμενη υπόθεση, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 20 παρ. 10 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/2012, που δεν αναφέρεται στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις αλλά μόνο σε εκείνες που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του (10-4-2012) και εφεξής, όπως έχει προεκτεθεί στη μείζονα σκέψη.
Να σημειωθεί, τέλος, ότι η αρμόδια αρχή εξέδωσε βεβαιωτική πράξη για τη μερική αυτοδίκαιη άρση της επίδικης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης μετά την άσκηση της κρινόμενης, με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 19/6-11-2017, αίτησης αναιρέσεως (σχετ. η ΔΔΠ Β 0019639 ΕΞ 2017 0627Β ΕΞ2017/4-12-2017 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών και Μεταφορών που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 288/Τεύχος Α.Α.Π./19-12-2017).
Από τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 4 εδάφ. δ' του Συντάγματος και 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001 που προπαρατέθηκαν, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 346 ΑΚ (που αναφέρεται σε δικονομικούς και όχι σε τόκους υπερημερίας), με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή...
για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας)...", προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για αναγκαστική απαλλοτρίωση, από τότε που επιδίδεται στον υπόχρεο σε αποζημίωση η ασκούμενη από τον καθ' ου η αναγκαστική απαλλοτρίωση αγωγή, η οποία έχει ως αντικείμενο την επιδίκαση της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε οριστικά από το Εφετείο για την αναγκαστική απαλλοτρίωση, οφείλονται από τον εναγόμενο με την αγωγή αυτή οι προβλεπόμενοι από τις πιο πάνω διατάξεις δικονομικοί τόκοι επί του ποσού που αποτέλεσε αντικείμενο της εν λόγω αγωγής, δηλαδή της αποζημίωσης που από τον προσδιορισμό της από το Εφετείο αποτελεί, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 εδάφ.
δ' του Συντάγματος, την "πλήρη αποζημίωση" για την αναγκαστική απαλλοτρίωση και, συνακόλουθα, την από την αιτία αυτή οφειλή του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι του καθ' ου η απαλλοτρίωση, του οποίου η αξίωση είναι πλέον ληξιπρόθεσμη και απαιτητή (ΑΠ 975/2010, ΑΠ 1636/2005, ΑΠ 117/2003). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της πληττόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτή κρίθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο το παρεπόμενο αίτημα της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, με το οποίο ζητήθηκε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει νόμιμους τόκους από την επίδοση σε αυτό της αγωγής, η οποία είχε ως κύριο αίτημα την υποχρέωση του αναιρεσείοντος στην καταβολή της αποζημίωσης για το απαλλοτριωμένο αναγκαστικά ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, η οποία καθορίστηκε οριστικά με τη 294/2011 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου).
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον με την καταψηφιστική αυτή αγωγή για επιδίκαση της αποζημίωσης που καθορίστηκε οριστικά οι καθ' ων η απαλλοτρίωση - ενάγοντες δικαιούνται να ζητήσουν και νόμιμους τόκους από την επίδοσή της, αφού η αξίωσή τους προς αποζημίωση είναι, όπως έχει προεκτεθεί, ληξιπρόθεσμη και απαιτητή από τότε που δημοσιεύτηκε η δικαστική - εφετειακή απόφαση για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης (ΑΠ 1636/2005, ΑΠ 117/2003), αλλιώς, σε κάθε περίπτωση, από τότε που παρήλθε η δεκαοκτάμηνη προθεσμία (από τη δημοσίευση της πιο πάνω εφετειακής απόφασης) που τάσσεται από το Σύνταγμα στον υπόχρεο για την καταβολή της (ΑΠ 975/2010).
Ως εκ τούτου, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια που συνίσταται στο ότι εσφαλμένα επιδίκασε, κατ' άρθρ. 346 ΑΚ, τόκους (δικονομικούς), μολονότι δεν επιτρέπεται, κατά το άρθρο 11 παρ. 3β ν. 2882/2001, όπως "αντικαταστάθηκε" με το άρθρο 39 παρ. 3α ν. 4024/2011, η αναζήτηση, από τον δικαιούχο της αποζημίωσης, τόκων υπερημερίας.
Η διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στη δικαστική δαπάνη, είναι και διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται αναιρετικά από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 366/ 2017, ΑΠ 358/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/ 1987, "1.
Επί δικών μετά του Δημοσίου η περιλαμβανομένη εις τας αποδοτέας προς τον νικώντα διάδικον δαπάνας αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του μειούται μέχρι του ημίσεος του ελαχίστου ορίου της διατιμήσεως εκάστης ενεργείας, μη δυναμένη πάντως να υπερβή δι' όλας τας καθ' έκαστον βαθμόν δικαιοδοσίας πράξεις τας δώδεκα χιλιάδας χαρτίνας δραχμάς (ήτοι 100.000 δραχμές και ήδη, με μικρή στρογγυλοποίηση, 300 ευρώ). 2.
Εις τας δίκας μετά του Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα συμψηφίζονται όλα: α) όταν αμφότεροι οι διάδικοι είναι υπαίτιοι και β) όταν έκαστος διάδικος εν μέρει νικήση και εν μέρει ηττηθή. 3. Αι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και εις δίκας εν αις διάδικος είναι Υπουργός ή Νομάρχης ή πρόσωπον του οποίου η νομική υπηρεσία διεξάγεται διά του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α' του ν. 3086/2002 (Οργανισμού Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Κατάστασης των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του), "1. Στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΝΣΚ) ανήκει η νομική υποστήριξη του Κράτους. Στην υποστήριξη αυτή περιλαμβάνονται, ιδίως:
α) η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του Δημοσίου...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου ν. 3086/2002, "Οι εργασίες του ΝΣΚ διεξάγονται από: α) την Κεντρική Υπηρεσία, β) τα Γραφεία Νομικών Συμβούλων, γ) τα Ειδικά Γραφεία Νομικών Συμβούλων, δ) τα Δικαστικά Γραφεία, ε) τους δικηγόρους του Δημοσίου, όπου δεν λειτουργούν Γραφεία Νομικών Συμβούλων ή Δικαστικά Γραφεία και στ) τους δικηγόρους αλλοδαπής".
Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ίδιου πιο πάνω ν. 3086/2002, "Στην έδρα κάθε Περιφέρειας, εκτός της Περιφέρειας Αττικής (Αθήνα, Πειραιά), Κεντρικής Μακεδονίας (Θεσσαλονίκη) και Βορείου Αιγαίου (Μυτιλήνη), καθώς και στις πόλεις Αγρίνιο, Αλεξανδρούπολη, Βέροια, Βόλο, Έδεσσα, Ηράκλειο, Ιωάννινα, Καβάλα, Καλαμάτα, Κατερίνη, Κοζάνη, Κομοτηνή, Κόρινθο, Λαμία, Λάρισα, Λειβαδιά, Μεσολόγγι, Ναύπλιο, Πάτρα, Πολύγυρο, Πύργο, Ρέθυμνο, Ρόδο, Σέρρες, Σπάρτη, Σύρο, Τρίκαλα, Χαλκίδα και Χανιά, λειτουργούν Δικαστικά Γραφεία του ΝΣΚ.
Δικαστικά Γραφεία λειτουργούν επίσης σε Ν.Π.Δ.Δ. ή Ανεξάρτητες Διοικητικές Αρχές σύμφωνα με ειδικές για αυτά διατάξεις...". Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, η ένδικη, από 13/10/2014, καταψηφιστική αγωγή των δικαιούχων της αποζημίωσης αναιρεσιβλήτων, η οποία δεν τους είχε καταβληθεί, κρίνοντας και επί σχετικού λόγου έφεσης (κατ' ακρίβεια ισχυρισμού, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης κατ' άρθρ. 528 ΚΠολΔ) του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δέχθηκε, σχετικά με το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και το ύψος της, τα ακόλουθα: [...Τα δικαστικά έξοδα των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους, να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου, που ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 176, 183, 189, 190, 191 ΚΠολΔ και 63, 68, 69 του Ν. 4194/27-9-2013 "Κώδικας Δικηγόρων" και 17 του Συντάγματος και 1 και 6 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), μη εφαρμοζόμενου εν προκειμένω του άρθρου 22 Ν. 3693/1957 περί μειωμένων δικαστικών εξόδων προκειμένου για το Δημόσιο (άρθρο 18 παρ. 4 Ν. 2882/2001...) και αποκλειομένου του ολικού ή μερικού συμψηφισμού και κατανομής του οικείου ποσού ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας καθενός από τους διαδίκους...
απορριπτομένου και του σχετικού λόγου εφέσεως του Δημοσίου κατά της διάταξης της εκκαλουμένης περί επιβολής σε βάρος του μειωμένων δικαστικών εξόδων ύψους 6.500 ευρώ για τον πρώτο βαθμό ως αλυσιτελώς προβαλλομένου στο στάδιο αυτό μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και της αναδίκασης της υπόθεσης από το παρόν δικαστήριο...].
Στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τις αναγραφόμενες στην απόφασή του διατάξεις, επέβαλε σε βάρος του εναγομένου - αναιρεσείοντος την πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων καθόρισε σε 20.262,32 ευρώ και 7.002,77 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή συνολικά σε 27.265,09 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957, καθόσον οι διατάξεις που εφάρμοσε και ιδίως του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 αναφέρονται μόνο στις δίκες για τον προσωρινό και οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης και όχι στις δίκες καταβολής της αποζημίωσης από απαλλοτρίωση που καθορίστηκε δικαστικά, οι οποίες διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία του ΚΠολΔ (και όχι την ειδική των απαλλοτριώσεων, στην οποία και μόνο αφορά η παραπάνω διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 ν. 2882/2001), έστω και αν αυτές έχουν ως αντικείμενο την αποζημίωση με αιτία την απαλλοτρίωση, όπως στην παρούσα περίπτωση (ΑΠ 239/2016, ΑΠ 1917/2005).
Συνεπώς, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη δίκη διεξήχθη με το Δημόσιο, το οποίο και νικήθηκε, έπρεπε να εφαρμοστεί από το δικαστήριο της ουσίας η ειδική διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957. Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ναι μεν μόνο στα πρόσωπα, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις για τη μείωση της αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου και τέτοιο είναι και το Ελληνικό Δημόσιο, η δικαστική υποστήριξη και εκπροσώπηση του οποίου ανήκει στην αρμοδιότητα του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, πλην όμως το τελευταίο (ΝΣΚ) δεν διατηρεί Δικαστικό Γραφείο στην πόλη της Χίου και, άρα, οι σχετικές εργασίες διεξάγονται από δικηγόρους του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, όπως συνέβη στην ερευνώμενη περίπτωση, όπου η νομική υπηρεσία του Ελληνικού Δημοσίου δεν διεξήχθη από το ΝΣΚ, αλλά τούτο (Ελλ.
Δημόσιο) εκπροσωπήθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη (στην πρωτοβάθμια ήταν απόν) από τη δικηγόρο Χίου Μ. Α.. Κατά συνέπεια, αφού η προπαρατιθέμενη διάταξη για τα μειωμένα έξοδα ισχύει και για τις δίκες που διεξάγονται με τον τρόπο αυτόν (ΑΠ 366/2017), είναι βάσιμος ο πέμπτος (και τελευταίος), κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, καταδικάστηκε στην πληρωμή όλων των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων - εναγόντων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το συνολικό ύψος των οποίων ορίστηκε στο προαναφερόμενο ποσό των 27.265,09 ευρώ, αντί αυτά να του επιβληθούν μειωμένα.
Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του (ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του αναιρετικού λόγου -που έγινε δεκτός- στο σύνολο του κεφαλαίου τούτου της πληττόμενης απόφασης, που καθιστά πλέον αλυσιτελή την εξέτασή του), να γίνει, κατά ένα μέρος, δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα μόνο κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων και να αναιρεθεί, κατά τούτο, η προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη συνέχεια, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να εκδικαστεί, κατά το μέρος της αυτό, από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 358/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013) και, τελικά, να καταδικαστεί το εναγόμενο - εκκαλούν που νικήθηκε στη δίκη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων - εφεσιβλήτων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρ. 22 παρ. 2 εδάφ. β' ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 37/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βόρειου Αιγαίου (Μεταβατική Έδρα Χίου), κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, ήτοι κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, ως προς το κεφάλαιο αυτό.
Καταδικάζει το εναγόμενο - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων - εφεσιβλήτων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για καθέναν από τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ