Legislator Case Law & Legislation
1630/2017 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal against state overpayment of interest rates on debt judgments.

Case Number 1630/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the State's appeal against a lower court judgment ordering it to pay interest on debt judgments. The State argued that the lower court incorrectly applied the general default interest rate instead of the specific legal rate applicable to each installment. The court ruled that the State had overpaid interest by using the general rate rather than the specific statutory rate of 6% from the date each sum became due.

Legislator headnote

AI generated

Articles 21 of the Code of Public Law; The State must pay interest on debt judgments at the specific legal rate applicable to each installment from the date it becomes due, not the general default interest rate.

Keywords

AI generated
State liability default interest rate public law code judgment enforcement partial annulment legal interest calculation administrative debt

Cited Legislation

AI generated
Article 21 of the Code of Public Law
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3, item a of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1630 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1630/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεώργιο Θεοδωρακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Σ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2)Σ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 3)Ε. Φ. του Κ., κατοίκου ..., 4)Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5)Γ. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., 6)Μ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 7)Κ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 8)Α. Β. του Ν., κατοίκου ..., 9)Ε. Β. του Σ., κατοίκου ..., 10)Χ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 11)Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 12)Φ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 13)Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 14)Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 15)Ε. Π. του Κ., κατοίκου ..., 16)Ζ. Γ. του Ε., κατοίκου ... και 17)Φ. Ζ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αντωνέλλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 598/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 124/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 13/6/2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάζεις του αρ. 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ αντίστοιχα.

Για να είναι ορισμένος ειδικότερα ο προβλεπόμενος από το αρ. 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης της αγωγής απαράδεκτης ως αόριστης, πρέπει σύμφωνα και με τις διατάξεις των αρ. 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής. Εξάλλου στοιχεία της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ' αρ. 216 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ, με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές ή άλλα οφειλόμενα από τον εργασιακή σύμβαση ποσά, όπως δώρα εορτών επίδομα αδείας, αμοιβή νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας κτλ, είναι η σύμβαση (ή η σχέση) εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα (Α.Π. 1413/2009).

Στη προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί των οποίων εκδόθηκε κατ' έφεση η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν τα ακόλουθα: Ότι απασχολήθηκαν στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου με τρεις διαδοχικές συμβάσεις από 6- 11-2006 έως 5-11-2006, από 24-3-2008 έως 23-3-2009 και από 4-9-2009 έως 3-9-2010 όλοι, πλην της 17ης εξ αυτών (Ζ.

Φ.) που απασχολήθηκε μόνο την πρώτη και μέρος της δεύτερης και δή από 24-3-2008 έως 31-7-2008 από τις ως άνω χρονικές περιόδους, που υπέγραψαν στην περιφέρεια Αττικής, οι οποίες κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου ορισμένης χρονικής διάρκειας, ενώ στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας και αντί του αναφερομένου για καθένα από αυτούς μηνιαίου μισθού ο οποίος τους καταβλήθηκε.

Ότι τα καθήκοντά τους κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους συνίσταντο σε παροχή διοικητικών υπηρεσιών για α) τη συγκέντρωση ταξινόμηση, έλεγχο και επεξεργασία στοιχείων των παλιννοστούντων ομογενών, οι οποίοι απέκτησαν την Ελληνική ιθαγένεια σε συνδυασμό με τα λαμβανόμενα από την Ελληνική Διοίκηση μέτρα σε σχέση με την κοινωνική τους ένταξη β) τη συγκέντρωση, ταξινόμηση, έλεγχο και επεξεργασία στοιχείων των αλλοδαπών μεταναστών, οι οποίοι είχαν αποκτήσει άδειες διαμονής εργασίας ή στους οποίους πρόκειται να χορηγηθεί τοιαύτη, γ) τη δημιουργία, ενημέρωση και παρακολούθηση βάσης δεδομένων για επεξεργασία των εκκρεμών φακέλων πολιτογράφησης της υπηρεσίας δ) Την ταξινόμηση και αξιολόγηση των αιτήσεων για χορήγηση άδειας διαμονής για τους προβλεπόμενους στις διατάξεις του ν. 3386/2005 λόγους.

Ότι παρείχαν τις υπηρεσίες του στα γραφεία της περιφέρειας Αττικής, αποκλειστικά στο εναγόμενο, όπως ορίστηκε τούτο από το τελευταίο υπό την τήρηση του τεθέντος σε αυτούς ωραρίου, το οποίο ελεγχόταν με την τήρηση παρουσιολογίου και συνέπιπτε με το ωράριο εργασίας των υπηρεσιών της περιφέρειας υπό τη εποπτεία, επίβλεψη και τις οδηγίες των προϊσταμένων τους.

Ότι ενόψει όλων των προεκτεθέντων η συμβατική σχέση που συνέδεε αυτούς με το εναγόμενο ήταν αυτή της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας και το εναγόμενο αρνούμενο να αποδεχθεί τη σχέση αυτή ουδέποτε κατέβαλε σε αυτούς τα δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) τις αποδοχές αδείας, την προσαύξηση αυτών το επίδομα αδείας καθόσον ουδέποτε το εναγόμενο τους χορήγησε άδεια αναψυχής και το αντίστοιχο επίδομα από υπαιτιότητά του μολονότι μολονότι οι ίδιοι το ζητούσαν επίμονα και αλλεπάλληλα.

Ότι σε περίπτωση που κριθούν άκυρες οι συμβάσεις εργασίας τους και ότι παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας δικαιούται από το νόμο, τα επιδόματα εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας αφού με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ.2 της 19040/1981 Α.Υ.

Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ.1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν.4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ), συνάγεται ότι επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους-βάσει άκυρης συμβάσεως εργασίας- με απλή σχέση εργασίας.

Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης συμβάσεως εργασίας ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους εργαζομένους, αλλά και από το ότι -αντιθέτως- στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ.2 της Υ.Α. 19040/1981 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση, άλλως με βάση της διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού αφού αν δεν τους απασχολούσε το ως άνω χρονικό διάστημα θα αναγκαζόταν να απασχολήσει άλλους εργαζόμενους των ιδίων προσόντων και ικανοτήτων με αυτούς στους οποίους θα κατέβαλε τις ίδιες αποδοχές που κατέβαλε σε αυτούς αφού αυτές είναι οι ειθισμένες αποδοχές στη αγορά εργασίας για την προαναφερθείσα ειδικότητά τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά που αντιπροσωπεύουν τα μη καταβληθέντα σε αυτούς δώρα εορτών αποδοχές αδείας προσαύξηση αυτών λόγω μη χορήγησης αδείας και επιδόματα αδείας για τα χρονικά διαστήματα που παρείχαν τις υπηρεσίες του σε αυτό με βάση τις μεταξύ τους έγκυρες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας άλλως με βάση την απλή σχέση εργασίας και επικουρικά με βάση την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη τόσο κατά την κυρία αυτής βάση όσο και κατά τις επικουρικές καθόσον περιέχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που τη θεμελιώνουν και ορθά το Εφετείο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτής. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 14 του αρ. 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, την οποία η αναιρεσείουσα προέβαλε και ενώπιον του Εφετείου, συνισταμένης στο ότι στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφερόταν ο βασικός μισθός των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων επί τη βάσει του οποίου υπολογίζονται τα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας, ποια είναι τα προσόντα τους, σε ποια θέση προσλήφθηκαν, και σε ποια κατηγορία ανήκε η θέση αυτή με συνέπεια να μη δύναται να κρίνει το δικαστήριο τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των αξιώσεων των εναγόντων, ανεξάρτητα από την αοριστία του αφού δεν αναφέρεται το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής ως προς τις ως άνω απαιτήσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

2. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αντιστοίχως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας, όταν αυτά αφορούν ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης.

Ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων και ανεξάρτητα από το πώς χαρακτήρισαν τα συμβαλλόμενα μέρη τη συγκεκριμένη νομική σχέση που τους συνδέει (ΟλΑΠ 19/2007, 18/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Εξάλλου, από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 περ. α ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη.

Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο, διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ' ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και, έτσι, πληρούται ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και, έτσι, είναι δεδομένος κατά την εξέταση της επικουρικής βάσεως (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 981/2013, ΑΠ 1022/2015).

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, καθώς και επί των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 535/2014, ΑΠ 1022/2015). Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από τη σχέση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ εξαίρεση με το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση.

Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σ' αυτό εργασία, εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερο.

Στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, η αποζημίωση είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, την οποία αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία και η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες, για την παροχή της ίδιας εργασίας (ΑΠ 1022/2015).

Περαιτέρω από το άρθρο 1 του ν. 2639/1998 "ρύθμιση εργασιακών σχέσεων...", ορίζονται: "1. Η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας. 2.- Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης ων συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου.

Σε περίπτωση παραλείψεως υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση και το περιεχόμενο τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις του άρθρου 1 εδ.

α' ή, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στη δεύτερη περίπτωση, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης περίπτωσης τόσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση οι μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες δεν υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη δε δεύτερη περίπτωση ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταποδείξεως (άρθρο 338§2 του Κ.

Πολ. Δ.).

Με το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του "Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου" ορίζει ότι "Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου αγωγής καταψηφιστικής ή και αναγνωριστικής (Α.Ε.Δ. 7/2011).

Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλει, με την ιδιότητα του οφειλέτη, επί υπερημερίας, τον οφειλόμενο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ενώ οι ιδιώτες, ως οφειλέτες, καταβάλουν αυτόν και από τότε που έλαβε χώρα εξώδικη όχληση ή από την δήλη ημέρα καταβολής του χρέους, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένων στην περιστολή των από την αιτία αυτή δαπανών του Δημοσίου και την κάλυψη, δια των εξοικονομουμένων, ετέρων δαπανών, αναγκαίων για την παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο και δεν αντιβαίνει προς τις προαναφερθείσες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 648, 649 και 655 ΑΚ, αλλά ούτε και στις διατάξεις της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, υπηρετώντας ως κλητήρας στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδος στο Αργυρόκαστρο της Αλβανίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δικαιούται, για το χρονικό διάστημα από 9-8-2002 έως 30-6-2004, την προσαύξηση οικογενειακών βαρών (ως πατέρας ανήλικου τέκνου) επί του καταβαλλόμενου σ' αυτόν επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής και υποχρέωσε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, για την αιτία αυτή, το ισάξιο σε ευρώ ποσό των 11.592 δολαρίων Η.Π.Α., με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και όχι, κατά το αίτημα αυτής, από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο το κάθε μηνιαίο ποσό.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, εκτός άλλων, και τα εξής:

"Με την ΚΥΑ ...-10-2006 (ΦΕΚ .../2006), εγκρίθηκε η σύναψη 54 συμβάσεων μισθώσεως έργου από την Περιφέρεια Αττικής και υπεγράφησαν, βάσει αυτής, της διατάξεως του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και της διατάξεως του άρθρου 681 ΑΚ, την 6/11/06, οι 17 ένδικες συμβάσεις έργου μεταξύ των διαδίκων, που αφορούσαν την παροχή συγκεκριμένου έργου από τους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα 6-11-2006 έως 5-11-2007, αντί συνολικής αμοιβής 11.900 ευρώ, για κάθε έναν από τους 1η, 3η, 4°, 5°, 6°, 7°, 8°, 9η, 11η, 12ο, 13η, 14η, 15η, και 17η εκ των εναγόντων και αντί συνολικής αμοιβής 12.200 ευρώ για κάθε μήνα από την 2η και 10η εκ των εναγόντων και αντί συνολικής αμοιβής 12.100 ευρώ για την 16η εκ των εναγόντων, ρητώς συμφωνουμένου ότι η ως άνω αμοιβή υπόκειται σε παρακράτηση φόρου 20% επί της καθαρής αξίας και ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται μετά την έκδοση και υποβολή δελτίου παροχής υπηρεσιών από τον ανάδοχο θεωρημένο από την αρμόδια ΔΟΥ και ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται δώρα Εορτών καθώς και άδεια και επίδομα αδείας (βλ.

άρθρο 3 των συμβάσεων). Ακολούθως με την ΚΥΑ ...-3-2008 (ΦΕΚ Β ...-3-2008), εγκρίθηκε η σύναψη 54 συμβάσεων μίσθωσης έργου από την Περιφέρεια Αττικής και υπογράφησαν βάσει της άνω ΚΥΑ, της διατάξεως του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και της διατάξεως του άρθρου 681 Α.Κ., την 24-3-2008, οι 17 επίδικες συμβάσεις, έργου μεταξύ των διαδίκων, που αφορούσαν την παροχή συγκεκριμένου έργου από τους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα 24-3-2008 έως 23-3-2009, αντί συνολικής αμοιβής 13.800 ευρώ, για κάθε έναν από τους ενάγοντες, ρητώς συμφωνούμενου ότι η ως άνω αμοιβή υπόκειται σε παρακράτηση φόρου 20% επί της καθαρής αξίας και ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται μετά την έκδοση και υποβολή δελτίου παροχής υπηρεσιών από τον ανάδοχο θεωρημένο από την αρμόδια ΔΟΥ και ότι ο ανάδοχος δε δικαιούται δώρα Εορτών καθώς και άδεια και επίδομα αδείας (βλ.

άρθρο 3 των συμβάσεων). Τέλος, με την ΚΥΑ ...-9-2009 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β ...-9-2009) εγκρίθηκε η σύναψη 54 συμβάσεων μίσθωσης έργου από την Περιφέρεια Αττικής και υπογράφησαν, βάσει της άνω ΚΥΑ, της διατάξεως του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997 και της διατάξεως του άρθρου 681 Α.Κ. την 4-9- 2009, οι 16 επίδικες συμβάσεις έργου μεταξύ των 16 πρώτων εκ των εναγόντων και το εναγόμενο, που αφορούσαν την παροχή συγκεκριμένου έργου από τους ενάγοντες για το χρονικό διάστημα 4-9-2009 έως 3-9-2010 αντί συνολικής αμοιβής 12.420 ευρώ, για κάθε έναν από τους άνω ενάγοντες, ρητώς συμφωνούμενου ότι η ως άνω αμοιβή υπόκειται σε παρακράτηση φόρου 20% επί της καθαρής αξίας και ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται μετά την έκδοση και υποβολή δελτίου παροχής υπηρεσιών από τον ανάδοχο θεωρημένο από την αρμόδια ΔΟΥ και ότι ο ανάδοχος δε δικαιούται δώρα Εορτών καθώς και άδεια και επίδομα αδείας (βλ.

άρθρο 3 των συμβάσεων). Αναλυτικότερα, το έργο για το οποίο συνήφθησαν την 4-11-2006 οι επίδικες συμβάσεις συνίστατο (βλ. άρθρο 1 των συμβάσεων καθώς και τη σχετική ΚΥΑ) στη συλλογή στοιχείων για: α)Την κατηγοριοποίηση ανά χώρα προέλευσης, φύλλο και ηλιακή πυραμίδα ώστε να καταστεί δυνατή η περαιτέρω αξιοποίηση των στοιχείων αναφορικά με τις απαιτήσεις για εποχιακή εργασία υπηκόων τρίτων χωρών, καθώς και αιτημάτων χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής σε μέλη διοικητικού συμβουλίου, διαχειριστές και προσωπικό εταιρειών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του ν. 3386/2005.

β) την ταξινόμηση και κατηγοριοποίηση των αιτήσεων για χορήγηση και ανανέωση άδειας διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών που μετακινούνται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος- μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού χώρου με σκοπό την παροχή υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 3386/2005.

γ)Την επεξεργασία των αιτημάτων για άδεια διαμονής, για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3386/2005. δ)Την ταξινόμηση και αξιολόγηση των αιτήσεων για χορήγηση άδειας διαμονής για ανάπτυξη επενδυτικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3386/2005.

ε) Την συλλογή, επεξεργασία και ταξινόμηση των στοιχείων για την χορήγηση άδειας διαμονής για λόγους σπουδών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 3386/2005. στ)Την κατηγοριοποίηση και την επεξεργασία των αιτήσεων για την χορήγηση άδειας διαμονής σε οικονομικά ανεξάρτητα άτομα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 3386/2005.

ζ) Την ταξινόμηση και επεξεργασία των αιτήσεων για χορήγηση και ανανέωση των αδειών διαμονής σε ανταποκριτές ξένου τύπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3386/2005. η) Την αξιολόγηση και κατηγοριοποίηση των αιτήσεων για χορήγηση και ανανέωση αδειών διαμονής σε λειτουργούς των γνωστών θρησκειών, σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3386/2005.

Το έργο για τα οποίο συνήφθησαν την 24-3-2008 οι επίδικες συμβάσεις συνίστατο (βλ. άρθρο 1 των συμβάσεων καθώς και την σχετική ΚΥΑ) στην συλλογή στοιχείων για: α) Την κατηγοριοποίηση ανά χώρα προέλευσης, φύλλο και ηλιακή πυραμίδα ώστε να καταστεί δυνατή η περαιτέρω αξιοποίηση των στοιχείων αναφορικά με τις απαιτήσεις για εποχιακή εργασία υπηκόων τρίτων χωρών, καθώς και αιτημάτων χορήγησης και ανανέωσης αδειών διαμονής σε μέλη διοικητικού συμβουλίου, διαχειριστές και προσωπικό εταιρειών σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του ν. 3386/2005.

β) Την ταξινόμηση και κατηγοριοποίηση των αιτήσεων για χορήγηση και ανανέωση άδειας διαμονής σε υπηκόους τρίτων χωρών που μετακινούνται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού χώρου με σκοπό την παροχή υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 3386/2005.

γ) Την επεξεργασία των αιτημάτων για άδεια διαμονής, για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 3386/2005. δ) Την ταξινόμηση και αξιολόγηση των αιτήσεων για χορήγηση άδειας διαμονής για ανάπτυξη επενδυτικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 33 86/2005.

ε) Την συλλογή, επεξεργασία και ταξινόμηση των στοιχείων για την χορήγηση άδειας διαμονής για λόγους σπουδών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 3386/2005. στ) Την κατηγοριοποίηση και την επεξεργασία των αιτήσεων για τη χορήγηση άδειας διαμονής σε οικονομικά ανεξάρτητα άτομα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν. 3386/2005.

ζ) Την ταξινόμηση και επεξεργασία των αιτήσεων για χορήγηση και ανανέωση των αδειών διαμονής σε ανταποκριτές ξένου τύπου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 3386/2005. η) Την αξιολόγηση και κατηγοριοποίηση των αιτήσεων για χορήγηση και ανανέωση αδειών διαμονής σε λειτουργούς των γνωστών θρησκειών, σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 3386/2005.

Το έργο για τα οποίο συνήφθησαν την 4-9-2009 επίδικες συμβάσεις συνίστατο (βλ. άρθρο 1 των συμβάσεων καθώς και την σχετική ΚΥΑ) στην συλλογή στοιχείων για α) Τη συγκέντρωση και ταξινόμηση των αιτήσεων για την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας, σε όλους εκείνους οι οποίοι έχουν ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς από την Βόρειο Ήπειρο.

β) Τη συσχέτιση των αιτημάτων για την απονομή της Ελληνικής ιθαγένειας και το διαχωρισμό τους, ώστε να καταστεί δυνατή η περαιτέρω αξιοποίηση των στοιχείων. γ) Την επεξεργασία των αιτήσεων αδειών για την απονομή της Ελληνικής ιθαγένειας, σε όλους εκείνους οι οποίοι έχουν ειδικό δελτίο ταυτότητας ομογενούς, ώστε να διαπιστωθεί η πληρότητα των προσκομισθέντων στοιχείων, που απαιτούνται για την έκδοση της απόφασης πολιτογράφησης.

δ) Την επεξεργασία και ταξινόμηση των αιτήσεων για την απόκτηση της ιδιότητας του επί μακρόν διαμένοντος σε τέκνα υπηκόων τρίτων χωρών μετά τη συμπλήρωση του 18ου έτους της ηλικίας τους και εφόσον έχουν διανύσει την πρωτοβάθμια και γυμνασιακή εκπαίδευση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 40 του ν. 3731/2008.

Τα προαναφερόμενα έργα σύμφωνα με τις επίδικες συμβάσεις θα εκτελούντο εφάπαξ (βλ. άρθρο 2 και 1 των συμβάσεων, καθώς και την προαναφερόμενη ΚΥΑ) υπό την έννοια ότι απέβλεπαν στην ηλεκτρονική και φυσική ταξινόμηση των ανωτέρω στοιχείων προκειμένου να καταστεί δυνατή η περαιτέρω αξιοποίησή τους και η διασφάλιση της λειτουργικότητας τους.

Τα έργα δε αυτά λάμβαναν χώρα στα πλαίσια του ν. 3386/2005, του Ν. 3536/2007 και του Ν. 3731/2008, ειδικότερα στις ανάγκες που προέκυψαν με τις ρυθμίσεις που εισάγουν οι διατάξεις αυτές.

Οι ανάγκες αυτές δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστούν από το προσωπικό που υπηρετούσε στην Περιφέρεια, δεδομένου ότι οι νέες ρυθμίσεις προϋπόθεταν για την ολοκλήρωση της εφαρμογής τους, την εντός τακτού χρόνου συλλογή και επεξεργασία των στοιχείων που αναφέρονται ανωτέρω. Οι ενάγοντες δεν έφεραν οι ίδιοι τον κίνδυνο παροχής της εργασίας τους, ούτε διέθεταν εξουσία συμμετοχής σε επιχειρηματικές ευκαιρίες, η δε δραστηριότητα τους δεν απέβλεπε στην επιχειρηματική αξιοποίηση της εργασίας τους από τους ίδιους αλλά είχε τεθεί στη διάθεση του εναγομένου, είχαν δηλαδή απαλλοτριώσει την επιχειρηματική αξιοποίηση της εργασίας τους, στο εναγόμενο, το οποίο τους είχε ορίσει να εργάζονται στις παραπάνω θέσεις (Περιφέρεια Αττικής), καλύπτοντας ουσιαστικά τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες της.

Το αντικείμενο της εργασίας τους ήταν παρόμοιο με αυτά των μονίμων τακτικών δημοσίων υπαλλήλων της. Δεν περιοριζόταν στην καταχώριση στοιχείων, αλλά καθημερινά οι ενάγοντες εργάζονταν υπό τις οδηγίες και τις κατευθύνσεις των Προϊσταμένων τους και κάλυπταν τις ανάγκες της παραπάνω υπηρεσίας για την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας διεκπεραίωσης των αιτημάτων για την χορήγηση ή μη αδειών στους αλλοδαπούς μετανάστες και την εύρυθμη λειτουργία της.

Ειδικότερα, απασχολούνταν με τη συγκέντρωση, την ταξινόμηση, τον έλεγχο και την επεξεργασία των στοιχείων των αλλοδαπών μεταναστών και με τη δημιουργία, ενημέρωση και παρακολούθηση βάσης δεδομένων για την επεξεργασία των εκκρεμών φακέλων της Υπηρεσίας στην οποία τους είχε ορίσει το εναγόμενο να παρέχουν την εργασία τους, το οποίο αξιοποιώντας την εργασία τους και αναλαμβάνοντας το σχετικό κίνδυνο, είχε, κατ' επέκταση, το δικαίωμα για παροχή οδηγιών σχετικά με τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και άσκηση εποπτείας και ελέγχου.

Η εργασία τους παρεχόταν επομένως υπό συνθήκες εξαρτημένης εργασίας. Επιπλέον, στην πραγματικότητα οι ανάγκες που κάλυπταν οι ενάγοντες ήταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, το οποίο στερείται του αναγκαίου τακτικού προσωπικού για την κάλυψη των σταθερών - τακτικών αναγκών του. Όπως δε προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με αριθμούς …, … και …/18-11-2001 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον τις συμβολαιογράφου Αθηνών Φ., που νομίμως λαμβάνονται υπ' όψιν ως δικαστικά τεκμήρια αν και η απασχόληση των εναγόντων αναφέρονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου παρείχετο σε οκτάωρη βάρδια και κατά τα Σάββατα και κατά τις Κυριακές και ήταν καλυμμένες άκυρες συμβάσεις εργασίας, αφού οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις (μίσθωσης έργου) καταρτίσθηκαν κατά παράβαση των διατάξεων που προαναφέρθηκαν.

Όλοι οι ενάγοντες υπέγραφαν ημερήσιο δελτίο παρουσίας, το οποίο επέστρεφαν σε διοικητικό υπάλληλο του εναγομένου, τον έλεγχο παροχής της εργασίας τους τον έκανε ανά βάρδια υπάλληλος που ήταν σαν προϊστάμενος, για οτιδήποτε χρειάζονταν απευθύνονταν στον υπάλληλο του εναγομένου, ο οποίος και τους πλήρωνε στο τέλος κάθε μηνός, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, τις οποίες αυτοί χορηγούσαν στο εναγόμενο (βλ.

σχετ. 19-35) προς απόδειξη καταβολής της αμοιβής τους και γενικά οι οδηγίες του εναγομένου ήταν γι' αυτούς δεσμευτικές. Από όλα τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι το εναγόμενο ήταν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ο εργοδότης των εναγόντων. Το ακριβές αντικείμενο της εργασίας των εναγόντων, τις αρμοδιότητες και υποχρεώσεις τους, δε τις καθόριζαν οι υπάλληλοι του εναγομένου αλλά οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Περιφέρειας, οι οποίοι ενέταξαν τις υπηρεσίες των εναγόντων στα πλαίσια της διοικητικής τους λειτουργίας, προκειμένου να ανταποκριθούν στον αυξημένο όγκο της εργασίας του, μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 2910/2001, χρονικού διαστήματος, λόγος για τον οποίο άλλωστε και προσλήφθηκαν οι ενάγοντες από το εναγόμενο.

Οι υπάλληλοι της Περιφέρειας αυτοί, προΐστανται των εναγόντων, τους ανέθεταν εργασίες, τους επόπτευαν και τους καθοδηγούσαν. Για τις υπηρεσίες τους αυτές, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε συνολική αμοιβή που αντιστοιχούσε στη διάρκεια ισχύος κάθε σύμβασης και παράτασης/ανανέωσης αυτής, η οποία όμως συμφωνήθηκε να καταβάλλεται τμηματικά μετά από την έκδοση από τους ενάγοντες δελτίου παροχής υπηρεσιών, και μετά από συμπλήρωση σχετικού δελτίου προόδου του έργου από τον επιβλέποντα το έργο.

Τα συμφωνηθέντα ποσά αυτά καταβλήθηκαν στους ενάγοντες από έκδοση ισόποσου δελτίου παροχής υπηρεσιών από τον καθένα τους. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι ενάγοντες προσελήφθηκαν από την εναγομένη για να εκτελέσουν συγκεκριμένο και καθορισμένο ή έστω καθορίσιμο εκ των προτέρων έργο, πολύ δε περισσότερο ότι συσχετίστηκε η αμοιβή τους με την πρόοδο του έργου ή/και την ποιότητα - ποσότητα της εκτελούμενης από τον καθέναν τους εργασίας, απορριπτομένων ως αβάσιμων των ισχυρισμών του εναγομένου περί συμφωνίας πληρωμής τους ανάλογα με την πρόοδο του έργου.

Αυτό με δεδομένο ότι οι ενάγοντες ελέγχονταν συστηματικά από τους υπαλλήλους της Περιφέρειας μόνον για την τήρηση του τεθέντος ωραρίου, λόγος για το οποίο και τηρούταν ημερήσιο παρουσιολόγιο των εναγόντων με επιμέλεια των υπαλλήλων αυτών, που διαβιβαζόταν στο εναγόμενο, ενώ αντιθέτως κανένα σύστημα ελέγχου δεν αναπτύχθηκε από πλευράς του εναγομένου προς διακρίβωση της εκτέλεσης από κάθε ενάγοντα συγκεκριμένου τμήματος του επικαλούμενου ανατεθέντος έργου.

Από τα αυτά παρουσιολόγια συνάγεται και η υποχρέωση των εναγόντων να παρέχουν τις υπηρεσίες τους εντός καθορισμένου ωραρίου και σε συγκεκριμένο τόπο, μη ασκούντος ουδεμία επιρροή εν προκειμένω, παρά τους αβάσιμους σχετικούς ισχυρισμούς του εναγομένου του γεγονότος ότι δεν διαλαμβάνεται στα ιδιωτικά συμφωνητικά των επίδικων συμβάσεων μνεία υποχρέωσης τήρησης ωραρίου, το οποίο οι ενάγοντες ούτως ή άλλως ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν.

Εξάλλου η επίκληση από το εναγόμενο, ότι η Περιφέρεια Αττικής ήταν εκείνη η οποία κατ' ουσίαν απασχόλησε τους εναγομένους και ότι οι υπάλληλοι της τους καθοδηγούσαν και τους επόπτευαν, δεν συνεπάγεται ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι της μορφής μίσθωσης έργου, κατά τα αβασίμως από αυτό υποστηριζόμενα, για τον λόγο ότι δεν τους επόπτευε το ίδιο, αφού τον ρόλο αυτό είχε αναλάβει η Περιφέρεια, οι υπάλληλοι της οποίας και τον ασκούσαν για λογαριασμό της (εναγομένης).

Ενόψει του συνόλου των ανωτέρω περιστάσεων, οι οποίες αποδείχθηκαν, και πέραν του ισχύοντος τεκμηρίου υπέρ του χαρακτηρισμού των επίδικων συμβάσεων ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, λόγω της συνομολογούμενης από το εναγόμενο μη τήρησης από πλευράς του της, τιθέμενης από τα άρθρ. 1 και 2 του Ν.2639/1998, υποχρέωσης να υποβάλει προς θεώρηση τις επίδικες συμβάσεις στην οικεία επιθεώρηση εργασίας, αποδεικνύεται ότι η παραπάνω εργασία την οποία παρείχαν οι ενάγοντες, είχε όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ειδικότερα δε το εκκαλούν απέβλεψε στην υπό των εφεσιβλήτων παρεχόμενη εργασία, καθεαυτή και όχι σε συγκεκριμένο έργο, οι δε ενάγοντες τελούσαν υπό τον ιεραρχικό έλεγχο και εποπτεία των προϊσταμένων τους λαμβάνοντας εντολές και οδηγίες δεσμευτικές για την εκτέλεση της εργασίας που τους είχε ανατεθεί, τηρούσαν καθημερινά σταθερό ωράριο εργασίας και παρείχαν την εργασία τους στον ορισθέντα από το εναγόμενο τόπο, ελέγχονταν δε ως προς την εκτέλεση της εργασίας τους από πρόσωπα της επιλογής του τελευταίου και συγκεκριμένα τους επιβλέποντες υπαλλήλους της και, προεχόντως, τους Προϊσταμένους υπαλλήλους της υπηρεσίας αλλοδαπών της Περιφέρειας Αττικής, σε κάθε δε περίπτωση, η παροχή της εργασίας τους αποσκοπούσε μεν σε ορισμένο αποτέλεσμα, το οποίο όμως βρισκόταν έξω από την εξουσία των εναγόντων εργαζομένων, οι οποίοι δεν ανέλαβαν να παράγουν τούτο, αλλ' απλώς να κάνουν ό,τι τους ήταν δυνατό για να παραχθεί.

Επομένως, οι ως άνω συμβάσεις, κατ' επίφαση χαρακτηρίστηκαν κατά τη σύναψή τους ως συμβάσεις έργου, ενώ επρόκειτο για συμβάσεις μίσθωσης εξαρτημένης εργασίας, επί των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του εργατικού δικαίου και ειδικότερα των ν. 1082/1982 και 539/1945, σύμφωνα με τις οποίες οι εφεσίβλητοι εδικαιούντο των επιδομάτων εορτών, Χριστουγέννων και Πάσχα 2008, 2009, 2010 και αδειών και επιδομάτων αδειών των ιδίων ετών, γενομένου εν μέρει δεκτού, ως και κατ' ουσίαν βασίμου και του σχετικού λόγου εφέσεως των εναγόντων.

Α. Συγκεκριμένα: Για δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθένας από τους 16 πρώτους ενάγοντες δικαιούται τα κάτωθι: Αναλογία Δώρου Πάσχα 2008 (38 ημέρες εργασίας=4,75/15 μισού μηνιαίου μισθού),ήτοι 182,00 ευρώ (=(1.150,00/2)χ4,75/15). ήτοι 182,006 (=(1-150,006 / 2) Χ 4,75/15).

Δώρο Χριστουγέννων 2008 (ένας μηνιαίος μισθός), ήτοι 1.150,00 €.

Αναλογία Δώρου Πάσχα 2009 (82 ημέρες εργασίας= 10,250/15 μισού μηνιαίου μισθού), ήτοι 392,90€ (=(1-150,006 / 2) Χ 10,250/15).

Αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2009 (119 ημέρες εργασίας= 12,52/25 μηνιαίου μισθού), ήτοι 518,3€ (=(1.035,006 Χ12,52/25).

Δώρο Πάσχα 2010 (1/2 μηνιαίου μισθού),ήτοι 517,5 ευρώ (=(1.035,00/2). Αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2010 (126 ημέρες εργασίας= 13,24/25 μηνιαίου μισθού), ήτοι 548,136 (=(1.035,006 Χ13,24/25).

Συνολικά το ποσό των 3.308,83 ευρώ καθένας τους.

Και η 17η των εναγόντων δικαιούται: Αναλογία Δώρου Πάσχα 2008 (38 ημέρες εργασίας=4,75/15 μισού μηνιαίου μισθού),ήτοι 182,00 ευρώ (=( 1.150,00/2)χ4,75/15). ήτοι 182,00€ (=(1.150,006/2) Χ 4,75/15). Αναλογία Δώρου Χριστουγέννων 2008 (92 ημέρες εργασίας=9,68/25 μηνιαίου μισθού), ήτοι 425,28€ (=(1.150,006 Χ9,68/25). Συνολικά το ποσό των 627,28 ευρώ.

Β. περαιτέρω καθένας από τους 16 πρώτου; Ενάγοντες δικαιούται τα κάτωθι: Αναλογία Αποδοχών Αδείας 2008 (18/25 μηνιαίου μισθού για 9 μήνες), ήτοι 828,00€ (=(1-150,00 €χ 18/25).

Προσαύξηση 25% Αποδοχών Αδείας 2008, ήτοι 207.00 €. Επίδομα Κανονικής Αδείας 2008 (9 μήνες=πλήρες=1/2 μηνιαίου μισθού), 575.00€. Αναλογία Αποδοχών Αδείας 2009 (14/25 μηνιαίου μισθού για 7 μήνες), ήτοι 644.00 € (=(1.150,00 €χ 14/25). Προσαύξηση 25% Αποδοχών Αδείας 2009, ήτοι 161.00 €. Επίδομα Κανονικής Αδείας 2009 (7μήνες=πλήρες=1/2 μηνιαίου μισθού), 575.006. Αναλογία Αποδοχών Αδείας 2010 (20/25 μηνιαίου μισθού για 10 μήνες), ήτοι 828 € (=(1.035,00 €χ 120/25). Προσαύξηση 25% Αποδοχών Αδείας 2010, ήτοι 207.00 €. Επίδομα Κανονικής Αδείας 2010 (10 μήνες=πλήρες=1/2 μηνιαίου μισθού), 575.506. Συνολικά το ποσό των 4.542,50 ευρώ.

Και η 17η των εναγόντων δικαιούται: Αναλογία αποδοχών αδείας 2008 (8/25 μηνιαίου μισθού για 9 μήνες), ήτοι 368.00 ευρώ (=(1.150,00χ8,25). Προσαύξηση 25 0/0 Αποδοχών αδείας 2008, ήτοι 92 ευρώ. Επίδομα κανονικής αδείας 2008 (4 μήνες=8/25 μηνιαίου μισθού), ήτοι 368.00 ευρώ. Συνολικά το ποσό των 828.00 ευρώ.

Και άπαντα τα ανωτέρω ποσά, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ήτοι, από τις 16 Δεκεμβρίου κάθε έτους για το επίδομα Χριστουγέννων, 10 ημέρες πριν το Πάσχα, εκάστου έτους, για το επίδομα Πάσχα και από την 1η Ιουλίου εκάστου έτους για τις αποδοχές, επιδόματα και προσαυξήσεις αποδοχών αδείας (άρθρο 9 του Ν. 3205/2003). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, η έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη να διακρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί η από 28/12/2009 αγωγή, η οποία πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, νομιμοτόκως, κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις".

Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με τη βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσίβλητων ως εκ της απλής σχέσης εργασίας που ορθά έκρινε ότι συνέδεε τους διαδίκους με τις αναφερόμενες στην αγωγή συμβάσεις. Κατά συνέπεια ο δεύτερος αναιρετικός λόγος καθώς και τρίτος (κατά το δεύτερο σκέλος του) με τους οποίους αντίστοιχα υποστηρίζονται τα αντίθετα και δη με το δεύτερο ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει αιτιολογίες, άλλως ότι έχει ελλιπείς αιτιολογίες άλλως ότι έχει αντιφατικές αιτιολογίες και με τον τρίτο (δεύτερο σκέλος του) ότι στερείται παντελούς αιτιολογίας είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το σκέλος με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθόσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή των άρθρων που αναφέρονται στην υπό στοιχείο 2 της παρούσης μείζονα πρόταση και αφορούν τις αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για καταβολή δώρων εορτών, αποδοχών αδείας, επιδόματος αδείας και προσαύξηση λόγω μη λήψης αδείας από τους αναιρεσιβλήτους κατά τα χρονικά διαστήματα που απασχολήθηκαν στο εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας είναι αβάσιμος, καθόσον όμως αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή του άρθρου 21 του "Κώδικος Νόμων περί Δικών του Δημοσίου" είναι παραδεκτός καθόσον τα σχετικό σφάλμα προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη κατά το άρθρο 562 αρ. 2 ΚΠολΔ, ανεξάρτητα του αν προτάθηκε ή όχι στο δικαστήριο της ουσίας, και βάσιμος αφού με την προσβαλλόμενη κατά παράβαση των επιταγών της ως άνω διάταξης επιδικάστηκαν τα στο διατακτικό της αναφερόμενα ποσά σε καθέναν από τους αναιρεσίβλητους, νομιμοτόκως από τότε που καθένα επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό και όχι με ποσοστό τόκου 6 ο/ο από της επιδόσεως της αγωγής σύμφωνα με την παγία επί του θέματος αυτού νομολογία (ΑΕΔ 25/2012, Ολομ.

ΑΠ 3/2006, ΑΠ910/2013). Πρέπει κατόπιν τούτου να γίνει δεκτός και ως βάσιμος και κατ' ουσίαν ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 σχετικός λόγος της αναίρεσης, να αναιρεθεί για το λόγο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση εν μέρει, ήτοι κατά το κεφάλαιο της που αφορά το ποσοστό του επιτοκίου των επιδικασθέντων σε κάθε ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο από το Εφετείο ποσών και την αφετηρία του χρόνου υπολογισμού του ως άνω ποσοστού τόκων για τα επιδικασθέντα ποσά σε κάθε ενάγοντα αναιρεσίβλητο.

Κατ' ακολουθία, η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο που αναιρείται η προσβαλλόμενη. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο κατά το κεφάλαιο αυτό (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ), να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη κατά τη σχετική της διάταξη που αναφέρεται στην υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στα επιδικασθέντα πρωτοδίκως σε κάθε ενάγοντα ποσά νομιμοτόκως (με το νόμιμο τόκο υπερημερίας) από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της διακρίσεις και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση σε καθένα ποσά με το νόμιμο εκ ποσοστού 6 ο/ο τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας δίκης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), που όμως θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 124/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δη κατά το μέρος που κατά παράβαση του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου επιδίκασε στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά με βάση το ισχύον γενικώς επιτόκιο υπερημερίας από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο έγινε απαιτητό, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν εν μέρει την έφεση. Εξαφανίζει εν μέρει την 124/2016 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και δη κατά το μέρος που κατά την ως άνω διάταξη αναιρείται.

Δικάζει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Υποχρεώνει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα τα επιδικασθέντα με την υπ' αριθ. 124/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με το νόμιμο εκ ποσοστού 6% τόκο υπερημερίας από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσης δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ