1630/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1630/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): II) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Full text
Απόφαση 1630 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1630/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΡΤΟΥΡΕΜ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Απόστολο Γεωργιάδη και Κυριάκο Τσέλιο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της κτηματικής Υπηρεσίας Ρόδου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1640/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 34/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-5-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 19-4-2013 έκθεσή της κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I)Με την από 22 Μαΐου 2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 34/2012 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα έφεση κατά της 1640/2002 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την πρωτόδικη απόφαση είχε απορρίφθεί η ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά του 58/2000 πρωτόκολλου καθορισμού αποζημίωσης του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου, το οποίο εκδόθηκε σε βάρος της για αυθαίρετη χρήση κοινοχρήστου χώρου (αιγιαλού και παραλίας). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
II) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές τις απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 115 του π.δ. της 11/12-1 1-1929 "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4266/ 1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/1938, 19 α.ν. 1919/ 939, 2 α.ν. 1925/1951 και 5 παρ.4 α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου (115) η αποζημίωση ορίζεται "κατά κρίσιν αγαθού ανδρός" με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο, ο οποίος δικαιούται να ασκήσει ανακοπή κατά του πρωτοκόλλου κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην παράγραφο αυτή. Η αποζημίωση που καθορίζεται με το πρωτόκολλο συνίσταται στην ωφέλεια την οποία εκείνος που καρπούται ή κάνει αυθαίρετα χρήση του δημοσίου κτήματος αδικαιολογήτως απεκόμισε, ήτοι ό,τι θα κατέβαλλε οποιοσδήποτε τρίτος στο Δημόσιο ως αντάλλαγμα, αν με έγκυρη σύμβαση χρησιμοποιούσε το αυθαιρέτως χρησιμοποιούμενο δημόσιο κτήμα.
Από τα πιο πάνω σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 23 παρ.1 ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 α.ν. 263/1968, με το οποίο ορίζεται ότι "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιουδήποτε δημοσίου κτήματος ευρισκομένου αναμφισβητήτως υπό την κατοχήν του Δημοσίου, τιμωρείται....", προκύπτει ότι η καθοριζόμενη υπέρ του Δημοσίου με το πρωτόκολλο αποζημίωση εις βάρος εκείνου που καρπούται ή αυθαιρέτως χρησιμοποιεί δημόσιο κτήμα, έχει ως γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία (υπό την έννοια των άρθρων 914 επ.
Α.Κ.), συνεπεία της οποίας καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία επί ζημία του Δημοσίου (Α.Π.2131/2007). Εξάλλου κατά το άρθρο 2 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσων (κυβερνητικού διατάγματος 132/1-9-1929), ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 2 ν. 510/1947, διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, τα δημόσια κτήματα ανήκουν στην Κυβέρνηση της Κτήσεως (Ελληνικό Δημόσιο) και υποδιαιρούνται σε κτήματα κοινής (δημόσιας) χρήσεως και σε κτήματα περιουσιακά (της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου).
Κατά δε το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού μέρος των κτημάτων κοινής χρήσεως αποτελούν: α) ο αιγιαλός, ο οποίος ορίζεται μέχρι του ορίου του μεγίστου συνήθους χειμερίου κύματος, επί πλέον δε αυτός περιλαμβάνει, έξω από τα αστικά κέντρα, μια ζώνη από 12 μέτρα από του ορίου αυτού και β) οι θαλάσσιες παραλίες, οι οποίες ορίζονται μέχρι του ορίου πάσης άλλης ιδιοκτησίας δημοσίας ή ιδιωτικής.
Οι πιο πάνω διατάξεις του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσων, καθιερούσες ειδικό τοπικό δίκαιο, κατισχύουν της γενικής διάταξης του άρθρου 1 α.ν. 2344/1940 (ο οποίος ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος). Επομένως, στη Δωδεκάνησο, και δη έξω από τα αστικά κέντρα, ο αιγιαλός περιλαμβάνει πέραν του ορίου που φθάνει το σύνηθες ανώτατο χειμέριο κύμα και μια λωρίδα πλάτους 12 μέτρων, ενώ για την ύπαρξη της παραλίας δεν είναι αναγκαία η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 6 ν. 2344/1940 αλλά αυτή εκτείνεται πέραν του αιγιαλού και μέχρι του ορίου κάθε άλλης δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας.
Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 1 ν. 2344/1940 και 2 και 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσων χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και στέρησε την απόφασή του νόμιμων αιτιολογιών, διότι δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση των 15.248 τ.μ., που βρίσκεται έξω από το ξενοδοχείο της αναιρεσείουσας, στην οποία έχουν ανεγερθεί οι επίδικες εγκαταστάσεις, εμπίπτει στη ζώνη του αιγιαλού και της παραλίας χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία αυτό να προκύπτει, ούτε προσδιορίζει τη θέση τους, μολονότι δεν υπάρχει διοικητική πράξη καθορισμού των ορίων αιγιαλού και παραλίας.
III) Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "Η ανακόπτουσα (εκκαλούσα) είναι ιδιοκτήτρια της ξενοδοχειακής μονάδας υπό το διακριτικό τίτλο "Edem Rock" που λειτουργεί πριν από το έτος 1969 από την προκάτοχο της επιχείρηση με την επωνυμία "ΤΟΥΡΕΜ-Τουριστικές Επιχειρήσεις Μεσογείου Α.Ε." και βρίσκεται επί ακινήτου της με κτηματομερίδα .., ..Α, ..
γαιών Ρόδου, στην παραλιακή περιοχή … του Δήμου Ρόδου. Με το Β.Δ. 866/12-20 Δεκ. 1968, τμήμα κοινόχρηστου χώρου αιγιαλού που βρίσκεται μπροστά από τις τουριστικές εγκαταστάσεις του άνω ξενοδοχείου εκτάσεως 8.700 τ.μ., χαρακτηρίστηκε ως τουριστικό δημόσιο κτήμα, ενώ με την υπ' αριθμ. ΑΙ707/20-2-1969 κοινή απόφαση των Υπουργών Συντονισμού και Οικονομικών ανατέθηκε η διοίκηση και η διαχείριση του ως άνω κοινοχρήστου τμήματος στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.).
Ο τελευταίος δυνάμει του από 15-4-1970 συμφωνητικού μισθώσεως εκμίσθωσε στην παραπάνω προκάτοχο της ανακόπτουσας το τμήμα αυτό του αιγιαλού που βρίσκεται μπροστά από τις εγκαταστάσεις της. Στη συνέχεια όμως με την 511787/1-4-1975 απόφασή του ο Γενικός Γραμματέας του Ε.Ο.Τ. κατήγγειλε την άνω μίσθωση, διότι δεν τηρήθηκαν βασικοί όροι της, αφού η εκμισθωθείσα έκταση μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο για την τοποθέτηση ομπρελών- καθισμάτων, προς εξυπηρέτηση των ενοίκων του ξενοδοχείου και γενικά των λουσμένων, ενώ οι ιδιοκτήτες της άνω επιχείρησης, εντελώς αυθαίρετα και παράνομα, μέχρι πιθανώς του έτους 1972, μπάζωσαν μεγάλο τμήμα της θάλασσας, επεκτείνοντας έτσι τη ζώνη του αιγιαλού και κατασκεύασαν, τόσο στη νέα πλέον ζώνη του αιγιαλού όσο και στη ζώνη της παραλίας, αξιόλογες μόνιμες εγκαταστάσεις και συγκεκριμένα τμήματα του κυρίως ξενοδοχειακού συγκροτήματος, πισίνες, κήπους, γήπεδο τένις, αίθουσα πολλαπλών χρήσεων κλπ.
Εξαιτίας της μεγάλης έκτασης των αυθαιρεσιών, τεχνικοί του Υπουργείου Οικονομικών αποτύπωσαν αυτές, εμφανιζόμενες στο από 19-9-1975... σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε από τον τοπογράφο μηχανικό Θ. Σ.. Η τότε Οικονομική Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Ρόδου εξέδωσε σε βάρος της παραπάνω προκατόχου της ανακόπτουσας τα υπ' αριθμ.
…/1978 και …/1979 πρωτόκολλα καθορισμού αποζημίωσης για τα έτη 1972 μέχρι και 1978 για τμήμα του αιγιαλού, εκτάσεως 2.000 τ.μ. Από το έτος 1980 η ανακόπτουσα, ως διάδοχος της άνω επιχείρησης, συνεχίζει την άνω παράνομη κατάληψη του αιγιαλού, συνολικής επιφανείας 15.248 τ.μ., αναιρώντας έτσι τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του.
Συγκεκριμένα πιθανολογήθηκε ότι η κατάληψη αυτή περιλαμβάνει τους παρακάτω χώρους και κατασκευές: 1) εξαώροφο κτίριο από μπετόν, εμβαδού 378 τ.μ., 2) τμήμα μπαλκονιού εξαώροφου κτιρίου, εμβαδού 7 τ.μ., 3) ακάλυπτο χώρο περιμανδρωμένο με τοιχία, που αποτελεί διαμορφωμένο κήπο, εμβαδού 440 τ.μ., 4) τμήμα μονώροφου κτιρίου από μπετόν, εμβαδού 26 τ.μ., 5) χώρο στεγασμένο, που χρησιμοποιείται ως διάδρομος με καλλωπιστικά φυτά, 6) χώρο ακάλυπτο επιστρωμένο με τσιμεντοχαλίκι, εμβαδού 233 τ.μ., 7) χώρο ακάλυπτο, περικλειόμενο από τοιχία, που αποτελεί διαμορφωμένο κήπο, εμβαδού 1.173,20 τ.μ., 8) χώρο ακάλυπτο, διαμορφωμένο σε υπερυψωμένη βάση από μπετόν με σκηνή και μεταλλικές σκάλες, που χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή μουσικών κυρίως εκδηλώσεων, εμβαδού 78,80 τ.μ., 9) χώρο ακάλυπτο, εν μέρει επιστρωμένο με τσιμέντινο χαλίκι και εν μέρει διαμορφωμένο σε κήπο, εμβαδού 158,70 τ.μ., 10) χώρο ακάλυπτο, υπερυψωμένο και περιμανδρωμένο με τοιχία, όπου κάτω υπάρχει δεξαμενή βιολογικού καθαρισμού από ελλενίτ, ενώ επάνω καλύπτεται με δένδρα και άγρια βλάστηση, εμβαδού 467 τ.μ., 11) χώρο ακάλυπτο, περικλειόμενο με χαμηλά τοιχία, που αποτελεί διαμορφωμένο κήπο, εμβαδού 174 τ.μ., 12) χώρο ακάλυπτο, ασφαλτοστρωμένο, που χρησιμοποιείται ως δρόμος προς την κυρία είσοδο του ξενοδοχείου και ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, εμβαδού 3.100 τ.μ., 13) χώρο ακάλυπτο, διαμορφωμένο σε κήπο σε κυκλικό σχήμα και περιφραγμένο με θάμνους, που βρίσκεται στο χώρο κυρίας εισόδου του ξενοδοχείου, εμβαδού 95 τ.μ., 14) χώρο ακάλυπτο, διαμορφωμένο σε χώρο τένις, περιφραγμένο με συρματόπλεγμα ύψους τριών περίπου μέτρων που στηρίζεται με σιδηροπασάλους και με πυκνά δένδρα, εμβαδού 684 τ.μ., 15) ακάλυπτο χώρο που προέκυψε από επιχωμάτωση θαλασσίου χώρου, επιστρωμένο εν μέρει με χώμα, όπου υπάρχουν δένδρα και θάμνοι και εν μέρει με μπετόν και μείγμα τσιμέντου και βράχων της θάλασσας, χρησιμοποιούμενο ως χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, εμβαδού 3.551 τ.μ., 16) χώρο ακάλυπτο, διαμορφωμένο σε πισίνα, εμβαδού 632 τ.μ., 17) χώρο ακάλυπτο, περιφραγμένο με τοιχία ύψους περίπου 1 μ.
γύρω από την πισίνα, επιστρωμένο με τσιμέντινο πλακάκι, στο οποίο αναπτύσσονται καθίσματα θαλάσσης με ομπρέλες προς εξυπηρέτηση των λουσμένων πελατών του ξενοδοχείου, ενώ κατά μήκος της πισίνας υπάρχει διαμορφωμένο παρτέρι από μπετόν με λουλούδια, εμβαδού 954,30 τ.μ., 18) έντεκα κτίσματα με εμπρόσθια μπαλκόνια και μικρό διάδρομο από μπετόν μπροστά από τη θάλασσα, εμβαδού 139 τ.μ., 19) επτά κτίσματα με εμπρόσθια μπαλκόνια από μπετόν, εμβαδού 157 τ.μ., 20) χώρο ακάλυπτο, επιστρωμένο με πλακάκι, στον οποίο έχουν αναπτυχθεί 20 τραπεζοκαθίσματα των τεσσάρων θέσεων έκαστο, εμβαδού 248 τ.μ., 21) χώρο ακάλυπτο, διαμορφωμένο σε πισίνα, εμβαδού 260 τ.μ., 22) χώρο ακάλυπτο γύρω από την πισίνα, επιστρωμένο με τσιμεντοπλακάκι, στον οποίο αναπτύσσονται καθίσματα θαλάσσης με ομπρέλες, εμβαδού 1248 τ.μ., 23) τμήμα υπόγειου μονώροφου κτιρίου από μπετόν και τζαμαρίες που χρησιμοποιείται ως αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, εμβαδού 167 τ.μ., 24) χώρο ακάλυπτο, πλακοστρωμένο, τμήμα του οποίου είναι διαμορφωμένο σε παρτέρι με γκαζόν και θάμνους χαμηλής βλάστησης, εμβαδού 233 τ.μ., 25) τμήμα υπόγειου μονώροφου κτιρίου από μπετόν και τζαμαρίες, που χρησιμοποιείται ως αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, εμβαδού 69 τ.μ., 26) χώρο ακάλυπτο, διαμορφωμένο σε κήπο με γκαζόν, εμβαδού 18 τ.μ., 27) χώρο ακάλυπτο που προέκυψε από επιχωμάτωση θαλάσσιου χώρου και έχει επιστρωθεί με μπετόν, εμβαδού 107 τ.μ., 28) χώρο ακάλυπτο που προέκυψε από επιχωμάτωση θαλάσσιου χώρου και έχει επιστρωθεί με μπετόν, μπροστά από τα ανωτέρω έντεκα κτίσματα, εμβαδού 142 τ.μ.
και 29) χώρο ακάλυπτο που προέκυψε από επιχωμάτωση θαλάσσιου χώρου και έχει επιστρωθεί με μπετόν, εμβαδού 60 τ.μ. Η εκκαλούσα δεν αμφισβήτησε και δεν αμφισβητεί την εκ μέρους της κατοχή της άνω εδαφικής έκτασης, την επ' αυτής ανέγερση των προαναφερθέντων κτισμάτων, καθώς και τη χρήση τους από την ίδια αλλά ισχυρίστηκε...
ότι είναι άκυρο το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο διότι εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί η απαιτούμενη από τα άρθρα 5 και 6 του α.ν. 2344/1940 διαδικασία για τον καθορισμό του επιδίκου ακινήτου ως αιγιαλού και παραλίας. Επί του ως άνω λόγου ανακοπής πρέπει να σημειωθούν τα εξής:
Στην προκειμένη περίπτωση και κατ' ακολουθία των ανωτέρω ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί το γεγονός ότι δεν είχε προηγηθεί της εκδόσεως του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου η διοικητική χάραξη του αιγιαλού και της παραλίας, όπως εσφαλμένως διατείνεται η εκκαλούσα, αφού η έννοιά της προσδιορίζεται με σαφή και αδιαμφισβήτητο τρόπο από τον ίδιο τον Κτηματολογικό Κανονισμό.
Περαιτέρω, η εκκαλούσα εκθέτει ότι δεν είναι αυθαίρετη κάτοχος της μνημονευόμενης στο πρωτόκολλο έκτασης, καθόσον αρχικώς με το από 15-4-1970 συμφωνητικό μισθώσεως και στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. Δ.Κ. 2410/23-2-1979 απόφαση του Νομάρχη Δωδεκανήσου και τις υπ' αριθμ.532847/15-10-1993 και 523478/26-8-1996 αποφάσεις της Γ' Γενικής Διεύθυνσης του Ε.Ο.Τ παραχωρήθηκε σ' αυτήν από το Ελληνικό Δημόσιο χρήση εκτάσεως 2.000 τ.μ.
του αιγιαλού που βρίσκεται μπροστά από τις εγκαταστάσεις της αντί σχετικού μισθώματος και επομένως δεν νομιμοποιείται η Κτηματική Υπηρεσία στην έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, με την παραπάνω σύμβαση μισθώσεως - η οποία σημειωτέον καταγγέλθηκε με την 511787/1-4-1975 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ.
λόγω μη τηρήσεως των βασικών όρων της, όπως προεκτέθηκε - αλλά και με τις προαναφερθείσες αποφάσεις της Γ' Γενικής Διεύθυνσης του Ε.Ο.Τ. παραχωρήθηκε στην ανακόπτουσα το δικαίωμα απλής χρήσης τμήματος του αιγιαλού και δη για την τοποθέτηση ομπρελών, ξαπλωστρών, τροχήλατων καντινών, θαλασσίων μέσων αναψυχής, κανό κ.λ.π., που δεν αναιρούν την κοινή χρήση, ενώ η ανακόπτουσα προέβη στην κατασκευή των προαναφερομένων μονίμων εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση των πελατών του ξενοδοχείου της, με τις οποίες παραβιάζεται ο προορισμός του αιγιαλού και της παραλίας ως κοινοχρήστων".
IV) Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 α.ν. 2344/1940, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω, ούτε εκείνες των άρθρων 2 και 3 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσων, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες κατά τα προεκτεθέντα. Διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ιδιότητας της καταληφθείσης υπο της δικαιοπαρόχου της αναιρεσειούσης και υπο της τελευταίας αυθαιρέτως χρησιμοποιουμένης εδαφικής έκτασης ως δημοσίου κτήματος και της συνεπεία αυτής υποχρέωσής της για αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου ανεξάρτητα εάν ένα μέρος της όλης εκτάσεως (και ποιο) αποτελεί τμήμα (πρώην) παραλίας ή (πρώην) αιγιαλού ή (πρώην) θαλάσσης ή δεν έχει καμιά από τις ιδιότητες αυτές και απλώς ανήκει στην δημόσια ή στην κρατική περιουσία.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
V) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι άφησε αδίκαστο το αίτημα της ανακοπής της περί μεταρρύθμισης του ανακοπτομένου πρωτόκολλου και καθορισμού μικρότερης αποζημίωσης.
Από την επισκόπηση της από 9-2-2001 ανακοπής της αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι αυτή, παρά τη γενική και αόριστη επίκληση ότι η καθορισθείσα με το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο αποζημίωση ήταν υπερβολική, δεν υπέβαλε ρητό και σαφές αίτημα περιορισμού της ούτε προσδιόρισε το ποσό, στο οποίο θα έπρεπε αυτή να καθοριστεί. Ειδικότερα το αίτημα της ανακοπής ήταν "να ακυρωθεί στο σύνολο του το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο" και όχι να μεταρρυθμιστεί αυτό με περιορισμό της καθορισθείσης αποζημίωσης. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι στο αίτημα ακύρωσης του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου ως μείζον περιλαμβάνεται και το αίτημα μεταρρύθμισής του ως έλασσον.
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
VI) Κατά το άρθρο 688 τταρ.1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. στην αίτηση με την οποία ζητείται να διαταχθούν ασφαλιστικά μέτρα πρέπει να ορίζεται το μέτρο το οποίο ζητείται και να αναφέρονται συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογούν το δικαίωμα για την εξασφάλιση ή διατήρηση του οποίου ζητείται η λήψη του μέτρου ή για την κατάσταση της οποίας ζητείται η ρύθμιση με το μέτρο αυτό, καθώς και τον επικείμενο κίνδυνο ή την επείγουσα περίπτωση.
Εξάλλου κατά το άρθρο 692 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο διατάζει τα ασφαλιστικά μέτρα που κατά την κρίση του αρμόζουν σε κάθε περίπτωση και δεν έχει υποχρέωση να διατάξει το μέτρο που ζητείται. Οι διατάξεις αυτές (με την πρώτη από τις οποίες περιορίζεται η καθιερούμενη με τα άρθρα 216 παρ. 1 και 262 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
υποχρέωση του διαδίκου για σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αίτησή του σύμφωνα με το νόμο και για υποβολή ορισμένου αιτήματος και με τη δεύτερη περιορίζεται η καθιερούμενη με το άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ. αρχή της διάθεσης του αντικειμένου της δίκης) δεν έχουν εφαρμογή όταν στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων αλλά για αποφάσεις που λύνουν οριστικά τη διαφορά σε υποθέσεις οι οποίες για λόγους ταχύτητας και μόνο παραπέμφθηκαν στη διαδικασία των άρθρων 686 επ.
Κ.Πολ.Δ. προς οριστική επίλυση, όπως είναι οι υποθέσεις ανακοπών κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημοσίου κτήματος, στις οποίες τέμνεται οριστικά κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης (Α.Π. 374/ 2012). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος του η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 688 παρ.1 και 692 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
απέρριψε ως απαράδεκτο το αίτημά της περί μεταρρύθμισης του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου ως προς το ύψος της καθορισθείσης αποζημίωσης, το οποίο (αίτημα), κατά τους ισχυρισμούς της, υπέβαλε προφορικά κατά τη συζήτηση της ανακοπής άλλως δια του σημειώματος των προτάσεών της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, συμπληρωθείσης έτσι παραδεκτώς της ανακοπής της, δεδομένου ότι αυτή (ανακοπή) δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και το δικαστήριο μπορεί να επιδικάζει πλέον των αιτηθέντων κατ' άρθρο 692 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι μη νόμιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε, οι διατάξεις των άρθρων 688 παρ.1 και 692 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. δεν έχουν εφαρμογή επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημοσίου κτήματος, όπως η προκειμένη.
VII) Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλος του η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού της αποζημίωσης και ιδίως όσον αφορά το ύψος αυτής και τον τρόπο προσδιορισμού της. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι διότι ερείδονται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι με την ανακοπή είχε υποβληθεί αίτημα περιορισμού της καθορισθείσης αποζημίωσης.
VIII) Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (Ολ.
Α.Π. 7/2002). Εξάλλου η επίκληση ανυπαρξίας του δικαιώματος του δικαιούχου δεν μπορεί να θεμελιώσει νόμιμα ισχυρισμό για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού" Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., παραπονείται για την απόρριψη με την προσβαλλόμενη απόφαση ως μη νομίμου του προβληθέντος με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής της ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσιβλήτου για την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου.
Για τη θεμελίωση δε του σχετικού ισχυρισμού ανέφερε κατά λέξη τα εξής: "Στην περίπτωση που εδώ κρίνεται το ξενοδοχείο "EDEN ROCK", έμπροσθεν του οποίου φέρεται να έχουν ανεγερθεί τα δήθεν αυθαίρετα κτίσματα είναι το πρώτο ξενοδοχείο που κτίστηκε στην περιοχή αυτή με το οποίο αξιοποιήθηκε η περιοχή. Η ανέγερση των κτισμάτων και των λοιπών κατασκευών που αναφέρονται στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, έχει ολοκληρωθεί κατά το έτος 1968.
Από το έτος 1968 μέχρι την έκδοση του πρωτοκόλλου, μεσολάβησαν 32 ολόκληρα χρόνια. Κατά το διάστημα αυτό ούτε η Εφορία Δημοσίων Κτημάτων Ρόδου, ούτε η Κτηματική Υπηρεσία Δωδεκανήσου, όπως μετονομάστηκε, αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλη αρχή προέβη σε κάποια ενέργεια, ούτε και κατ' άλλον τρόπο διαμαρτυρήθηκε ή όχλησε την εταιρία μας για δήθεν ανέγερση αυθαιρέτων κτισμάτων επί του αιγιαλού και της παραλίας, δημιουργώντας έτσι σ' εμάς την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν επρόκειτο ποτέ να ασκήσει τέτοιο δικαίωμα, δηλαδή της εκδόσεως πρωτοκόλλου κατεδαφίσεως.
Τοσούτο δε μάλλον καθόσον, ενώ εκδόθηκαν τα προσκομισθέντα πρωτόκολλα με αριθμούς …/1978 και …/1979 καθορισμού αποζημίωσης για τα έτη 1972 έως και 1978, έκτοτε δεν εκδόθηκε παρόμοιο πρωτόκολλο, δηλαδή αποζημιώσεως και ουδέποτε εκδόθηκε πρωτόκολλο κατεδαφίσεως αυθαιρέτων. Επομένως, ανεξάρτητα και πέρα από το γεγονός, ότι η εταιρία μας σφόδρα αμφισβητεί ότι, τα αναφερόμενα στο πρωτόκολλο ως κτίσματα και οι λοιπές άλλες κατασκευές, βρίσκονται μέσα στα όρια του αιγιαλού και της παραλίας, διότι δεν μετέσχε και ούτε κλητεύθηκε να μετάσχει στην οποιαδήποτε εξακρίβωση των ορίων αυτών (αιγιαλού και παραλίας), η μετά παρέλευση τόσου χρόνου, σύνταξη και κοινοποίηση αφενός του προσβαλλομένου πρωτοκόλλου, με σκοπό την κατεδάφιση, των φερομένων σ' αυτό, ως δήθεν αυθαιρέτων κτισμάτων και κατασκευών, με ανατροπή έτσι της υφισταμένης σχεδόν επί 30ετία επιτόπου κατάστασης, η οποία ανατροπή θα έχει λίαν επαχθείς συνέπειες, όχι μόνον εις βάρος μας, αλλά και εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας διότι θα σημάνει ουσιαστικά την καταστροφή της ξενοδοχειακής επιχειρήσεώς μας, αφετέρου πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως στο εξοντωτικό ποσό των δραχμών 284.959.244, προδήλως είναι ενέργεια που συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, η οποία από το νόμο απαγορεύεται και συνακόλουθα το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο ως διοικητική εκτελεστή πράξη, είναι άκυρο και εκ του λόγου αυτού".
Ο λόγος αυτός ανακοπής ήταν μη νόμιμος, διότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου δεν καθιστά την άσκηση του δικαιώματος αυτού καταχρηστική και αν ακόμα δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμα αυτό. Επί πλέον η επίκληση ανυπαρξίας του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δεν μπορούσε να θεμελιώσει νόμιμα και ισχυρισμό για καταχρηστική άσκηση του φερομένου ως μη υπάρχοντος δικαιώματος.
Τέλος τα λοιπά περιστατικά που αναφέρονται για τη θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού (λόγου ανακοπής), ήτοι τα περί δυσμενών για την αναιρεσείουσα συνεπειών από την κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων, δεν αφορούν το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο αλλά το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Ενόψει όλων αυτών το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, αν και με πιο συνοπτικές αιτιολογίες, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
ούτε υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης στο σχετικό σημείο τους με τις πιο πάνω (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.
VIII) Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξης οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 33 Α.Κ., 323 αριθ. 5, 897 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ. και αναφέρεται στην αποτροπή επέλευσης έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη (Ολ. Α Π. 4/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης του άρθρου 2 ν. 388/1943, διότι δεν ακύρωσε το προσβαλλόμενο πρωτόκολλο, το οποίο κατά παράβαση της διάταξης αυτής είχε εκδοθεί για χρονικό διάστημα που υπερέβαινε την πενταετία. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση της ανακοπής προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε προβάλει τέτοιο ισχυρισμό (λόγο ανακοπής).
IX. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το τρίτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 688 παρ.1 και 692 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. με το να απορρίψει ως απαράδεκτο το νομίμως υποβληθέν προφορικά κατά τη συζήτηση της ανακοπής άλλως δια του σημειώματος των προτάσεων που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αίτημά της περί ακύρωσης του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου για το πέραν της πενταετίας χρονικό διάστημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 ν. 388/1943. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, όπως προεκτέθηκε, οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 688 παρ.1 και 692 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. δεν έχουν εφαρμογή επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημοσίου κτήματος, όπως η προκειμένη.
Χ. Τέλος με τον τρίτο λόγο αναίρεσης και κατά το τέταρτο σκέλος του η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι και αν ακόμα θεωρηθεί ότι δεν είχε προβάλει παραδεκτά τον ισχυρισμό περί ακυρότητας του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου για το πέραν της πενταετίας χρονικό διάστημα, τον υποβάλλει για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου διότι αφορά τη δημόσια τάξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη, υπό την έννοια της αποτροπής επέλευσης έννομης συνέπειας μη ανεκτής από την κρατούσα στη χώρα ηθική, κοινωνική, πολιτειακή ή οικονομική τάξη.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 (Κ.Πολ.Δ ), μειωμένη όμως κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ και όπως αυτό ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-5-2012 αίτηση της εταιρίας "ΕΡΤΟΥΡΕΜ ΑΕ" αναίρεση της 34/2012 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ