Supreme Court dismisses appeal against death compensation ruling due to lack of negligence in workplace safety.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's heirs against the lower court's compensation award. The heirs argued the employer failed to warn about benzene risks and the victim's mask removal was negligent, but the court found no causal link between these actions and the death. The court ruled that the employer had not explicitly warned of the dangers and the victim's behavior was not negligent, thus upholding the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(11γ) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning clearly establishes that the legal requirements for liability were met and that all evidence was considered without requiring specific separate evaluation of each item.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1630 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1630/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείοντος:1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ. Δ. Α.Ε", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Κ. Δ. του Χ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Νικολάου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Μ. χήρας Π. Φ. το γένος Κ. Α., κατοίκου ..., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Π. Φ. του Π., του ως άνω ανηλίκου και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα παππού του Δ. Φ. του Π., 2.Δ. Φ. του Π., κατοίκου ... ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικού ενάγοντα παππού του Δ. Φ. του Π. 3.Χ. χήρας Δ. Φ. το γένος Π. Σ., κατοίκου ... ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος συζύγου της Δ. Φ. του Π., 4. Κ. Ι. Α., κατοίκου ... και 5. Αθηνάς συζ. Κ. Α. το γένος Ν. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κώστα Πετρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουνίου 1998 αγωγή της πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και 1 Ιουλίου 1998 ομοία των λοιπών αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 867/1999 που κήρυξε αναρμόδιο το Δικαστήριο και παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, 448/2000 προδικαστική και 806/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 201/2009 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Μαΐου 2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 20 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999, 28/1997, 12/1995). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ ΑΠ 661/1984). Εξάλλου κατά το άρθρο 300 παρ. 1 του ΑΚ "αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην εκδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Το ίδιο ισχύει και όταν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία...". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι προϋποθέσεις μειώσεως του ποσού της οφειλόμενης αποζημιώσεως ή και μη επιδικάσεώς της είναι: α) Να υφίσταται συμβατική ή εξωσυμβατική υποχρέωση προς αποζημίωση. β) Συμπεριφορά του ζημιουμένου θετική ή αποθετική που συνέβαλε στην πρόκληση ή την έκταση της ζημίας.
γ) Πταίσμα του ζημιωθέντος από δόλο ή αμέλεια, η οποία συνίσταται στην παράλειψη της απαιτούμενης προς περιφρούρηση των ιδίων συμφερόντων επιμέλειας, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις κοινωνικώς επιβαλλόμενο τρόπο και δ) Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του ζημιωθέντος και του ζημιογόνου γεγονότος ή της ζημίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά μήνα Αύγουστο του έτους 1996 ο πρώτος των εναγομένων αμφοτέρων των αγωγών Π. Γ. συνήψε σύμβαση με τον τρίτο των εναγομένων των αγωγών αυτών Κ. Δ. (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα ) που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος (διευθύνων σύμβουλος) της δεύτερης των εναγομένων των αγωγών αυτών ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ.
Δ. ΑΕ" (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) με αντικείμενο εργασιών την κατασκευή βαριών μεταλλικών κατασκευών παντός τύπου, βάσει της οποίας (συμβάσεως) ο πρώτος εναγόμενος ανέθεσε στη δεύτερη εναγομένη την κατασκευή, εγκατάσταση, επίβλεψη και συντήρηση τεσσάρων (4) υπόγειων κυλινδρικών δεξαμενών (2 για βενζίνη και 2 για πετρέλαιο) στο πρατήριο διαθέσεως υγρών καυσίμων της εταιρίας ΕΛΔΑ, που διατηρεί ο πρώτος εναγόμενος επί της οδού ...
της πόλεως των …. Συγκεκριμένα συμφωνήθηκε οι παραπάνω δεξαμενές υγρών καυσίμων να έχουν η καθεμία μήκος 4,45 μ. και διάμετρο 1,75 μ., με φρεάτιο διαστάσεων 1,40 μ Χ 0,65 μ Χ 0,65 μ και διάμετρο θυρίδας εισόδου στη δεξαμενή 0,50 μ., και να τοποθετηθούν όλες με κάλυψη σκυροδέματος. Με την ίδια σύμβαση η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση της εγγυήσεως της καλής λειτουργίας και της συντηρήσεως των εν λόγω δεξαμενών.
Σε εκτέλεση της άνω συμβάσεως, η δεύτερη εναγομένη ΑΕ, ενεργώντας μέσω του νόμιμου εκπροσώπου της τρίτου εναγομένου, που ήταν τεχνίτης σιδηρουργός, χρησιμοποιώντας και τον υιό του τελευταίου, επίσης τεχνίτη-σιδηρουργό, ως υπάλληλό της, προέβη πράγματι στην κατασκευή και υπόγεια τοποθέτηση των παραπάνω δεξαμενών στο πρατήριο του πρώτου εναγομένου.
Αμέσως μετά την έναρξη της λειτουργίας του άνω πρατηρίου κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 1996, ο πρώτος εναγόμενος διαπίστωσε ότι η τρίτη κατά σειρά δεξαμενή παρουσίαζε διαρροή αμόλυβδης βενζίνης με ρυθμό 100 λίτρων ημερησίως περίπου, η οποία συνεχίστηκε για ικανό χρονικό διάστημα, αυξήθηκε στα 1200 λίτρα περίπου και εμπότισε το χωμάτινο όγκο του εδάφους γύρω από τα τοιχώματα της δεξαμενής.
Ενόψει της καταστάσεως αυτής, ο πρώτος εναγόμενος ενημέρωσε σχετικά τον τρίτο εναγόμενο, νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, προκειμένου αυτός να προβεί στο σχετικό έλεγχο και εντοπίσει το σημείο διαρροής. Προς αντιμετώπιση μάλιστα του προβλήματος, που είχε ανακύψει, πραγματοποιήθηκε στις 13-11-1996 σύσκεψη στο πρατήριο του πρώτου εναγομένου, στην οποία συμμετείχαν ο πρώτος εναγόμενος, ο τρίτος εναγόμενος και υπάλληλοι της πωλήτριας των καυσίμων εταιρίας "ΕΛΔΑ Εμπορία".
Κατά τη σύσκεψη αυτή οι υπάλληλοι της εταιρίας καυσίμων (ΕΛΔΑ) Ι. Κ. και Α. Α., γνωρίζοντας τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επιτόπια επισκευή της δεξαμενής, ενημέρωσαν τον πρώτο και τον τρίτο εναγόμενο ότι δεν ήταν δυνατή η κάθοδος τρίτου εντός της υπόγειας δεξαμενής προς επισκευή της, καθόσον ανέκυπταν σοβαροί κίνδυνοι ασφυξίας και δηλητηριάσεως από τις αναθυμιάσεις μέσω της αναπνοής αλλά και από τους πόρους του δέρματος.
Συνέστησαν δε την αφαίρεση (ξήλωμα) της τρύπιας και αδοκίμαστης (όπως παραδέχθηκε ο τρίτος εναγόμενος) δεξαμενής και την αντικατάστασή της με καινούργια. Παρά τις άνω επισημάνσεις, ο τρίτος εναγόμενος υποστήριξε ότι ήταν δυνατή η επιτόπια επισκευή της δεξαμενής και, ενεργώντας ατομικά αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ΑΕ, ανέλαβε να προβεί στην απλή και επί τόπου επισκευή της δεξαμενής.
Με την άποψή του μάλιστα αυτή συμφώνησε και ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος αρκέστηκε στην απλή και επί τόπου επισκευή, αποφεύγοντας την αντικατάσταση της δεξαμενής με νέα. Έτσι λοιπόν οι πρώτος και τρίτος εναγόμενοι, ο τελευταίος ενεργώντας ατομικά αλλά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, για να μην επιβαρυνθεί με τη σχετική πρόσθετη δαπάνη, επέλεξαν εντελώς επιπόλαια και απερίσκεπτα να προβούν στην απλή και επιτόπια επισκευή της δεξαμενής, αντί για την αποξήλωση και την αντικατάστασή της με νέα, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος πρατηριούχος και τεχνίτης σιδηρουργός αντίστοιχα.
Ήδη με την απόφασή τους αυτή οι πρώτος και τρίτος των εναγομένων δημιούργησαν μία επικίνδυνη κατάσταση, από την οποία ήταν δυνατόν να προξενηθούν ζημιές σε τρίτους και ειδικά σε όποιον θα αναλάμβανε την άνω επισκευή, εισερχόμενος στην παραπάνω πλήρη αναθυμιάσεων από τη διαρροή καυσίμων δεξαμενή. Στη συνέχεια, ο τρίτος εναγόμενος, ενεργώντας ατομικά αλλά και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης ΑΕ και εντός των ορίων της οργανικής εξουσίας του να την εκπροσωπεί, ανέθεσε με σύμβαση έργου στον Π.
Φ. του Δ. την είσοδο στην παραπάνω δεξαμενή και την επισκευή της, αντί αμοιβής 30.000 δραχμών, αν και εγνώριζε ότι ο τελευταίος, ως πυροσβέστης και δη ως απλός οδηγός οχήματος πυρόσβεσης, δεν είχε οποιαδήποτε πείρα σχετική με το έργο αυτό (έλεγχο και επισκευή της δεξαμενής υγρών καυσίμων). Ο τρίτος εναγόμενος παρέλειψε να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την ασφάλεια και την προστασία της ζωής και υγείας του Π.
Φ.. Ειδικότερα ο τρίτος εναγόμενος, πριν από την είσοδο του Π. Φ., εντελώς απερίσκεπτα, αρκέστηκε σε απλές πλύσεις της δεξαμενής με νερό και δεν μερίμνησε να προβεί σε έντονο αερισμό και ειδική πλύση της δεξαμενής με ειδικά απορρυπαντικά και στη συνέχεια σε μέτρηση με εκρηγνυόμετρο και οξυγονόμετρο, ώστε να είναι βέβαιος για την ύπαρξη ή μη δηλητηριωδών τοξικών αερίων και αναθυμιάσεων, ούτε φρόντισε να εφοδιάσει τον Π.
Φ. με αντιασφυκτικό (αναπνευστικό) προσωπείο και κυρίως με ειδική στολή, πιστοποιούμενου τύπου, για την εισχώρηση τυχόν αναθυμιάσεων από το δέρμα, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος εργοδότης μίας τέτοιας σύμβασης έργου. Τέλος, παρέλειψε να ενημερώσει και να διαφωτίσει τον εντελώς άπειρο σε τέτοιες εργασίες Π.
Φ. για τη μεγάλη διαρροή των 1200 λίτρων περίπου αμόλυβδης βενζίνης στον πέριξ της δεξαμενής υπόγειο χώρο και για τους κινδύνους που ήσαν συνυφασμένοι με το παραπάνω έργο που του ανέθεσε και συγκεκριμένα με την είσοδό του στη δεξαμενή, γεγονότα που γνώριζε τόσο λόγω της προαναφερόμενης συνάντησής του με τους ειδικούς της εταιρίας ΕΛΔΑ όσο και λόγω του επαγγέλματός του (κατασκευαστής δεξαμενών).
Οι ανωτέρω προστατευτικές για τον Π. Φ. ενέργειες επιβάλλονταν στον τρίτο εναγόμενο τόσο από την εκ του άρθρου 288 ΑΚ υποχρέωση προστασίας του αντισυμβαλλομένου του στη μεταξύ τους σύμβαση έργου, όσο και από την εκ της καλής πίστεως, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, γενική υποχρέωση πρόνοιας των τρίτων και των έννομων αγαθών τους, την οποία δημιουργούσε η προηγούμενη επικίνδυνη για τους τρίτους επιλογή και αυτού (τρίτου εναγομένου) να προβεί σε απλή και επί τόπου επισκευή της δεξαμενής, αντί να την αντικαταστήσει με καινούργια.
Τόσο ο πρώτος εναγόμενος όσο και ο τρίτος εναγόμενος δεν κατέβαλαν κατά τη συμπεριφορά τους αυτή την προσοχή και περίσκεψη που όφειλαν, δηλαδή αυτήν που, υπό τις συγκεκριμένες ως άνω περιστάσεις, μπορούσε να επιδείξει ο μέσος συνετός και ευσυνείδητος ιδιοκτήτης πρατηρίου υγρών καυσίμων και εργοδότης, αναθέτων την επισκευή τέτοιας δεξαμενής, αντίστοιχα (άρθρ. 330 εδ.
β' ΑΚ). Έτσι ο Π. Φ. πίστευε ότι η δεξαμενή είχε καθαριστεί επαρκώς και αγνοούσε ότι τα δηλητηριώδη τοξικά αέρια από τις αναθυμιάσεις των καυσίμων είναι άοσμα, από αυτά δε το μονοξείδιο του άνθρακα εκτοπίζει, ως βαρύτερο, το οξυγόνο, το διοξείδιο του άνθρακα περνά και από τους πόρους του δέρματος και το υδροθείο παραλύει το κέντρο της αναπνοής.
Σε εκτέλεση της προαναφερόμενης συμβάσεως έργου, στις 4-1-1997 και περί ώρα 08.55' ο Π. Φ., φέροντας μάσκα προσώπου και φιάλη οξυγόνου, που είχε προμηθευτεί από την Πυροσβεστική Υπηρεσία, εισήλθε στη δεξαμενή για να εντοπίσει το σημείο διαρροής και στη συνέχεια να την επισκευάσει με βάση τις οδηγίες και τα υλικά, που του είχε χορηγήσει προηγουμένως ο τρίτος εναγόμενος, ο οποίος σημειωτέον απουσίαζε κατά την είσοδό του στη δεξαμενή.
Κατά την ολιγόλεπτη παραμονή του Π. Φ. μέσα στη δεξαμενή περιορίστηκε η ορατότητά του μέσω της μάσκας και αυτός αισθάνθηκε απώλεια των αισθήσεών του λόγω των αναθυμιάσεων από τα αέρια που είχαν εκλυθεί στο χώρο από τα διαρρεύσαντα καύσιμα και λόγω της έλλειψης οξυγόνου. Η παραπέρα παραμονή του μέσα στη δεξαμενή καθίστατο άκρως επικίνδυνη για τη ζωή του και για το λόγο αυτό αποφάσισε να εξέλθει.
Ανερχόμενος προς τη θυρίδα εξόδου της δεξαμενής και ενώ πλησίαζε προς αυτήν, αφαίρεσε τη μάσκα προκειμένου να διευκολύνει την έξοδό του από την παραπάνω στενή θυρίδα (πλάτους 0,50 μ.). Εκείνη τη στιγμή απώλεσε οριστικά τις αισθήσεις του και αυτομάτως κατέπεσε στον πυθμένα της δεξαμενής. Τη χρονική εκείνη στιγμή έξω από τη δεξαμενή βρισκόταν ο τέταρτος εναγόμενος, ο οποίος δεν είχε καμία ενεργό ανάμειξη ή συμμετοχή στην όλη διαδικασία ελέγχου και επισκευής της δεξαμενής και είχε απλώς συνοδεύσει στη δεξαμενή τον Π.
Φ., με τον οποίο συνδεόταν με φιλική σχέση. Μόλις ο τέταρτος εναγόμενος αντελήφθη την πτώση του φίλου του τον ανέσυρε από τη δεξαμενή με τη βοήθεια και άλλων εκεί ευρισκομένων προσώπων. Στην συνέχεια αυτοί τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του από ανοξυγοναιμία. Γενεσιουργός αιτία της πτώσης του θανόντος Π.
Φ. και του συνακόλουθου θανάτου του ήταν η απώλεια των αισθήσεών του και η ανοξυγοναιμία που υπέστη εντός της δεξαμενής, η οποία οφειλόταν στην έλλειψη οξυγόνου στον περιβάλλοντα χώρο του εσωτερικού της δεξαμενής αλλά και στην περίσσεια διοξειδίου και μονοξειδίου του άνθρακα και των λοιπών επικίνδυνων αερίων, που διείσδυσαν στο δέρμα του παθόντος και είχαν εκλυθεί από την προηγηθείσα μακρά και μεγάλη διαρροή αμόλυβδης βενζίνης, η οποία είχε διαποτίσει τα τοιχώματα της δεξαμενής αλλά και τον πέριξ αυτής χωμάτινο όγκο του εδάφους.
Ενόψει των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, το επισυμβάν ατύχημα και ο εντεύθεν επελθών θάνατος του Π. Φ. οφείλεται στην αποκλειστική και συγκλίνουσα υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου Π. Γ. και του τρίτου εναγομένου Κ. Δ., που ενεργούσε ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρίας με τη επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ.
Δ. ΑΕ", λόγω των προεκτεθεισών παράνομων και αμελών πράξεων και παραλείψεων καθενός από αυτούς, που συνέκλιναν και επέφεραν το θανατηφόρο ατύχημα κατά πρόσφορη αιτιότητα. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος παρέλειψε να προβεί στην αντικατάσταση της ελαττωματικής δεξαμενής με καινούργια, μολονότι του συστήθηκε τούτο από τους ειδικούς υπαλλήλους της εταιρίας πώλησης υγρών καυσίμων ΕΛΔΑ και προτίμησε την επικίνδυνη επιτόπου επισκευή της και επιπλέον δεν ενημέρωσε τον Π.
Φ. για τη μεγάλη διαρροή και τους συνυφασμένους με την επισκευή της κινδύνους. Ο δε τρίτος εναγόμενος προέβη στην ίδια μη ενδεικνυόμενη και επικίνδυνη επιλογή της απλής επισκευής της δεξαμενής αντί να προβεί στην αντικατάστασή της με καινούργια, παρά τις σχετικές συστάσεις των ειδικών της ΕΛΔΑ, και επιπλέον, ως εργοδότης του θανόντος στη σύμβαση έργου, παρέλειψε να λάβει τα προαναφερθέντα μέτρα ασφάλειας και προστασίας του ανωτέρω θανόντος ήτοι να καθαρίσει προσηκόντως και ελέγξει τη δεξαμενή, να εφοδιάσει τον θανόντα με τα κατάλληλα μέσα προστασίας και να τον ενημερώσει για τη μεγάλη διαρροή και τους συνυφασμένους με την επισκευή της κινδύνους.
Οι ως άνω παράνομες και αμελείς ενέργειες και παραλείψεις του τρίτου των εναγομένων ήσαν ικανές, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να συγκλίνουν και να προκαλέσουν το ως άνω θανατηφόρο ατύχημα, το οποίο πράγματι προκάλεσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον θανόντα για το επισυμβάν ατύχημα και τον εντεύθεν επελθόντα θάνατο αυτού.
Ειδικότερα η αιτία του θανάτου του ανωτέρω θανόντος δεν ήταν η εκ μέρους του αφαίρεση της μάσκας κατά την επιχειρούμενη έξοδό του από τη δεξαμενή. Η πτώση του στον πυθμένα της δεξαμενής οφειλόταν στην προηγηθείσα και κλιμακούμενη απώλεια των αισθήσεών του και έγινε αμέσως μετά από την αποβολή της μάσκας.
Ως εκ τούτου ο θανών δεν πρόλαβε να εισπνεύσει από τη μύτη και το στόμα δηλητηριώδη αέρια και εξαιτίας τούτου να υποστεί ανοξυγοναιμία και να αποβιώσει. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η ένσταση των εναγομένων - εκκαλούντων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος στην επέλευση του άνω θανατηφόρου ατυχήματος".
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί συνυπαιτιότητας του θανόντος Π. Φ. για το θάνατό του και την έφεσή τους κατά της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης των αναιρεσιβλήτων, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 300 του ΑΚ.
Ειδικότερα αναφέρεται: 1) Η υπαίτια συμπεριφορά του πρατηριούχου και του τεχνίτη-εγκαταστάτη των υπόγειων δεξαμενών υγρών καυσίμων δευτέρου (αναιρεσείοντος) να αναθέσουν στον Π. Φ. την επισκευή μιας υπόγειας δεξαμενής καυσίμων, ενώ είχε εμποτισθεί ο γύρω από αυτή χωμάτινος χώρος με μεγάλες ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης, που παράγει δηλητηριώδη αέρια, χωρίς να τον εφοδιάσουν με αντιασφυκτικό (αναπνευστικό) προσωπείο και ειδική στολή για την αποτροπή εισχωρήσεως των άοσμων δηλητηριωδών αερίων δια μέσου του δέρματός του (μονοξειδίου του άνθρακα, που εκτοπίζει το οξυγόνο, διοξειδίου του άνθρακα που διαπερνά τους πόρους του δέρματος και υδροθείου που παραλύει το κέντρο της αναπνοής), ούτε να αερίσουν τη δεξαμενή, με αποτέλεσμα να απολέσει αυτός τις αισθήσεις του πριν ολοκληρώσει το έργο, λόγω επιδράσεως των δηλητηριωδών αερίων δια μέσου της μη ειδικώς προστατευόμενης εξωτερικής επιφάνειας του σώματός του (δέρματος) και να αποβεί αναποτελεσματική η προσπάθεια εξόδου του με συνέπεια το θάνατό του. 2) Η έλλειψη υπαιτιότητας του Π.
Φ. για το θάνατό του διότι, α) ο δεύτερος αναιρεσείων (ή άλλος παρευρισκόμενος) δεν τον ενημέρωσε ότι ο χώρος που περιέβαλε τη δεξαμενή είχε διαποτισθεί με μεγάλες ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης, που εκλύει δηλητηριώδη αέρια, β) δεν γνώριζε ότι τα εκλυόμενα από την αμόλυβδη βενζίνη δηλητηριώδη αέρια είναι άοσμα και εισχωρούν δια μέσου των πόρων του ανθρώπινου σώματος ούτε τις προαναφερόμενες ιδιότητες των αερίων αυτών (μονοξειδίου του άνθρακα, διοξειδίου του άνθρακα και υδροθείου), ώστε να μπορεί να σταθμίσει τους κινδύνους του εγχειρήματός του, ούτε επίσης ενημερώθηκε για το ότι η δεξαμενή δεν είχε επαρκώς καθαρισθεί, γ) η επαγγελματική γνώση και εμπειρία του ως οδηγού της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας δεν του παρείχε δυνατότητα πρόβλεψης, των κινδύνων από την είσοδό του στη δεξαμενή προς επισκευή της, ακόμα και αν είχε λάβει εκπαίδευση στη σχολή του Πυροσβεστικού Σώματος, εφόσον οι εργοδότες του αναιρεσείοντες δεν του είχαν επισημάνει τον κίνδυνο που διέτρεχε λόγω του μη εμφανούς διαποτισμού των χωμάτινων όγκων γύρω από τα τοιχώματα της δεξαμενής με μεγάλες ποσότητες αμόλυβδης βενζίνης και της έλλειψης επαρκούς καθαρισμού του εσωτερικού χώρου της δεξαμενής και δ) η αφαίρεση της μάσκας του προσώπου του κατά την προσέγγισή του στο άνοιγμα εξόδου της δεξαμενής δεν ήταν εσφαλμένη (αμελής) ενέργεια του Π.
Φ., γιατί απέβλεπε στη διευκόλυνση της ταχύτερης εξόδου του στο τελευταίο αυτό στάδιο εκμηδενισμού των σωματικών του δυνάμεων και απώλειας των αισθήσεών του, ούτε συνδέεται αιτιωδώς με το θάνατό του, ο οποίος επήλθε από ανοξυγοναιμία λόγω της προηγηθείσης εκθέσεως του σώματός του στα δηλητηριώδη αέρια της δεξαμενής.
Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, ο θανών Π.Φ., ενεργώντας κατά τον ανωτέρω τρόπο, δεν παρέλειψε να καταβάλει την απαιτούμενη προς περιφρούρηση της ζωής του επιμέλεια, με συμπεριφορά αντίθετη προς τον από τις περιστάσεις επιβαλλόμενο τρόπο και ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και σε καταφατική περίπτωση, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, τις ένορκες βεβαιώσεις και όλα ανεξαιρέτως έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες:
α) αρ. 33/7-8-1996, 33/8-8-1996 δελτία αποστολής εμπορευμάτων και β) 24/2-9-1996 τιμολόγιο πώλησης. Επομένως ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-5-2009 αίτηση των: α)ανώνυμης εταιρίας "ΑΦΟΙ Χ..Δ. Α.Ε." και β)Κ.Δ. για αναίρεση της 201/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ