Legislator Case Law & Legislation
1630/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against property judgment where plaintiff died before final ruling without knowledge of death.

Case Number 1630/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the final judgment of the Kalamata Multi-member District Court. The plaintiffs, who were co-owners and usufructuaries of a property, sued to extinguish a servitude burdened on their land, while the defendants included four co-owners and a fifth defendant who was the usufructuary. The court held that the appeal was inadmissible because the fifth defendant had died before the judgment became final, and the appellants had no knowledge of this death at the time they filed the appeal. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the defendants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286(1)(a) and 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 1167 and 1168 of the Civil Code; Articles 34, 35 of the Civil Code; Articles 62(a), 73, 159(2), 160, 558 of the Code of Civil Procedure: An appeal filed against a final judgment by a party who was a usufructuary of the subject matter is inadmissible if the opposing party died before the judgment became final and the appellant had no knowledge of the death.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal death of defendant lack of knowledge usufructuary rights final judgment legal costs property servitude

Cited Legislation

AI generated
Articles 286(1)(a) and 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 1167 and 1168 of the Civil Code
Articles 34 and 35 of the Civil Code
Articles 62(a), 73, 159(2), 160, 558 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1630 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1630/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων Δήμου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθανασία Βαζάκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, κατοίκων ... . Οι μεν 1η, 2ος, 3η, 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Μαρκάκη, ο δε 5ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 30-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Παμίσου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 212/2005 μη οριστική και 167/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 19-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ.1 στοιχ. α' και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 ΑΚ, προκύπτει, ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει οριστεί διαφορετικά αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο (ΑΠ 1641/2006, ΑΠ 320/1980).

Με την ένωση αυτή ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος. Από δε το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62 εδ. α', 73, 159 παρ. 2, 160, 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως απευθυνόμενο κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του.

Στην περίπτωση δε που ο αποβιώσας είναι επικαρπωτής του επίδικου ακινήτου, οπότε με το θάνατό του η επικαρπία αποσβήνεται και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο και με την ένωση αυτή ο ψιλός κύριος καθίσταται πλέον πλήρης κύριος, η κατ' αυτού απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους ψιλούς κυρίους του ακινήτου.

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 10-10-2007 αίτηση αναιρέσεως, που ασκήθηκε στις 10-10-2007 με σύνταξη της 149/10-10-2007 πράξεως καταθέσεως του οικείου γραμματέα, απευθύνεται και κατά του πέμπτου αναιρεσιβλήτου Ψ5, ως αντιδίκου κατά τη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 167/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, ο οποίος όμως αποβίωσε στις 7 Μαϊου 2007, όπως προκύπτει από την ...

ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου ..., ήτοι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αποβιώσας ήταν επικαρπωτής του 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου και με το θάνατό του η επικαρπία αποσβέστηκε και ενώθηκε με την ψιλή συγκυριότητα των υπολοίπων τεσσάρων αναιρεσιβλήτων και απαρχής διαδίκων, καθόσον οι λοιποί αναιρεσίβλητοι είναι κατ' ισομοιρία ψιλοί κύριοι του ως άνω ιδανικού μεριδίου του επιδίκου.

Περαιτέρω, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους, ενόψει δε και του ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων λοιπών αναιρεσιβλήτων και ψιλών κυρίων περί γνωστοποίησης στους αναιρεσείοντες του θανάτου αυτού κατά το πριν την άσκηση της αναιρέσεως χρονικό διάστημα, συνάγεται απόδειξη ότι οι αναιρεσείοντες δεν είχαν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, του εν λόγω θανάτου πριν την άσκηση της αναιρέσεως.

Επομένως είναι έγκυρη και ισχυρή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αν και στρέφεται και κατά προσώπου αποβιώσαντος, και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους παρισταμένους λοιπούς αναιρεσίβλητους ψιλούς κυρίους και απαρχής διαδίκους.

Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να παρέχεται ωφέλεια σ' αυτόν, δηλαδή δουλεία πραγματική, συνεπεία της οποίας ο κύριος του δουλεύοντος φέρει το βάρος να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση του ακινήτου του υπέρ του κυρίου του δεσπόζοντος.

Έτσι, η ύπαρξη δουλείας διελεύσεως προϋποθέτει δύο ακίνητα, δουλεύον και δεσπόζον. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας που δίκασε ως Εφετείο σε έφεση κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Παμίσου, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα εξής ουσιώδη και κρίσιμα περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αγωγή των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, με την οποία ισχυρίζονταν ότι είναι συγκύριοι οι τέσσερις πρώτοι και επικαρπωτής ο πέμπτος του περιγραφόμενου ακινήτου, μετά το θάνατο του οποίου η επικαρπία έχει ενωθεί με την ψιλή κυριότητα των λοιπών τεσσάρων αναιρεσιβλήτων, σε βάρος του οποίου ακινήτου είχε συσταθεί οιονεί δουλεία διόδου υπέρ του περιγραφόμενου ακινήτου των εναγομένων-αναιρεσειόντων, αλλ' ότι η δουλεία αυτή είχε αποσβεστεί:

Με το ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγαθής Κεφάλα - Αποστολοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι τέσσερις πρώτοι από τους ενάγοντες απέκτησαν την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή του 1/8 εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου έκαστος και την ψιλή κυριότητα, νομή και κατοχή του 1/8 εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου έκαστος, ο δε πέμπτος από αυτούς απέκτησε το δικαίωμα επικαρπίας επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου ενός ακινήτου με την επ' αυτού κτισμένη ημιανώγεια κατοικία, που βρίσκεται στη θέση "...

ή ..." της κτηματικής περιφέρειας της τέως κοινότητας ... του Δήμου ..., επιφάνειας 500 τ.μ. (η ημιανώγειος κατοικία έχει επιφάνεια 145 τ.μ. και οι βοηθητικοί χώροι 75 τ.μ.). Το εν λόγω ακίνητο συνορεύει, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως, γύρωθεν, βόρεια και επί πλευράς 20 μέτρων με ιδιοκτησία Ψ2, νότια και επί πλευράς μήκους 20 μέτρων με κοινοτική οδό, δυτικά και επί πλευράς μήκους 25 μέτρων με ιδιοκτησία Χ1 και ανατολικά εν μέρει επί πλευράς μήκους 2,5 μέτρων με είσοδο της ανωτέρω οικίας και επί πλευράς μήκους 22,5 μέτρων με ιδιοκτησία ... .

Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων ΑΑ, με το ... πωλητήριο συμβόλαιο του πρώην συμβολαιογράφου Κορώνης Δημητρίου Τσώνη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, ενώ στον διακαιοπάροχο του τελευταίου Ψ2 περιήλθε με το ... πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου από τον ΒΒ, ιδιοκτήτη της μείζονος περιοχής, που έχει μεταγραφεί νόμιμα.

Το νότιο όριο του ακινήτου αυτού, σύμφωνα με τα ως άνω συμβόλαια, ήταν η κοινοτική οδός πλάτους 4 μέτρων, ήτοι η επίδικη δίοδος. Από τον παραπάνω χρόνο κτήσεως της νομής του ακινήτου αυτού από τους τέσσερις πρώτους από τους ενάγοντες και της οιονεί νομής από τον πέμπτο, αυτοί ασκούσαν πράξεις νομής και οιονεί νομής στο ακίνητο και ειδικότερα κατοικούσαν στην ημιανώγεια οικία, που υπήρχε εντός αυτού κατά τους θερινούς μήνες, τις ημέρες των Χριστουγέννων και του Πάσχα, καθώς και ορισμένα Σαββατοκύριακα κατά τη διάρκεια του έτους, συντηρούσαν την οικία, καθάριζαν το χώρο από τα χόρτα και τα βάτα που εφύοντο εντός αυτού και γενικά επέβλεπαν το ακίνητο.

Τις ίδιες πράξεις νομής ασκούσε και ο δικαιοπάροχός τους ΑΑ πριν τη μεταβίβαση του ακινήτου στους ενάγοντες. Περαιτέρω, συνεχίζει το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, η πρώτη των εναγομένων είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ενός ημιαστικού ακινήτου που βρίσκεται στην ίδια θέση με το ανωτέρω ακίνητο στο Δήμο ..., επιφανείας 2.000 τ.μ., που συνορεύει δυτικά με κοινοτικό δρόμο, νότια με προαύλιο Δημοτικού Σχολείου ..., βόρεια με ιδιοκτησία ...

και ανατολικά με ιδιοκτησία των εναγόντων. Με το 16/13-2-1973 πρακτικό συμβιβασμού (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) του Ειρηνοδικείου Παμίσου, το οποίο εκδόθηκε μετά από αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής που άσκησαν οι ΓΓ, ΔΔ και ο δεύτερος των εναγομένων κατά του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Ψ2, στην οποία παρενέβη και η πρώτη εναγόμενη, όλοι οι ανωτέρω συμφώνησαν ότι οι αιτούντες, καθώς και η δεύτερη εναγόμενη, είναι οιονεί νομής δουλείας διόδου, η οποία δίοδος διέρχεται κατά μήκος της νότιας πλευράς του ακινήτου ιδιοκτησίας του Ψ2, με κατεύθυνση από ανατολή προς δύση και απέχει κατά μεν το ανατολικό άκρο της 2,80 μ., μετρούμενα από το διαχωριστικό τσιμεντένιο όριο του Δημοτικού Σχολείου, κατά το μέσον αυτής επίσης 2,80 μ.

μετρούμενα από το παραπάνω διαχωριστικό τσιμεντένιο όριο και κατά το δυτικό άκρο, όπου αρχίζει η ιδιοκτησία της πρώτης εναγόμενης, 2 μέτρων μετρούμενα επίσης από το ίδιο διαχωριστικό τσιμεντένιο όριο. Επίσης, συμφώνησαν ότι οι ΔΔ, ΓΓ και η πρώτη εναγόμενη να διέρχονται ακωλύτως πεζή, με ζώα έμφορτα ή μη και διά παντός οχήματος, ενώ ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Ψ2 υποχρεώθηκε να άρει κάθε υπάρχον εμπόδιο επί της διόδου αυτής και μάλιστα να μετατοπίσει αναλόγως την υπάρχουσα στην ανατολική πλευρά του ακινήτου του την τσιμεντένια δοκό και τη θύρα εισόδου του.

Με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι κατέστησαν οιονεί νομείς δουλίας διόδου διά της επιδίκου εδαφικής λωρίδας και διέρχονταν απ' αυτήν ακωλύτως, αναγνωρίζοντας συγχρόνως ως νομέα αυτής τον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι νομέας της επίδικης εδαφικής λωρίδας ήταν ο απώτερος δικαιοπάροχος τόσο αυτών όσο και των εναγόντων ΒΒ, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων τουλάχιστον από το έτος 1973 ασκούσαν επ' αυτής πράξεις νομής και κατοχής και οι εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει να έχουν την οιονεί νομή δουλείας διόδου επ' αυτής, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσουν τη νομή των εναγόντων.

Εξάλλου, ο απώτερος δικαιοπάροχός τους ΒΒ είχε εντελώς αποξενωθεί από τα ακίνητα που είχε μεταβιβάσει στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων και στην πρώτη εναγόμενη και δεν άσκησε καμιά πράξη νομής και κατοχής σ' αυτά, ενώ στο παραπάνω πρακτικό συμβιβασμού συνομολογείται από τους συμβληθέντες ότι η επίδικη δίοδος διέρχεται κατά μήκος της νότιας πλευράς του ακινήτου, ιδιοκτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές είναι φανερό ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασής, δέχτηκε ότι η επίδικη δίοδος αποτελεί τμήμα της έκτασης που μεταβιβάστηκε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους με το ... συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγαθής Κεφάλα-Αποστολοπούλου, που νομίμως μεταγράφηκε και ότι έτσι συγκύριοι του δουλεύοντος ακινήτου είναι οι αναιρεσίβλητοι, αφού δέχτηκε, μεταξύ άλλων, "ότι η επίδικη δίοδος διέρχεται κατά μήκος της νότιας πλευράς των ανωτέρω ακινήτων, ιδιοκτησίας του απωτέρου δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων Ψ2", δηλαδή των εναγόντων, ο οποίος το είχε μεταβιβάσει στον δικαιοπάροχο αυτών (των εναγόντων) ΑΑ με το ...

πωλητήριο συμβόλαιο του πρώην συμβολαιογράφου Κορώνης Δημητρίου Τσώνη που νόμιμα μεταγράφηκε. Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 369, 1192 και 1119 του ΑΚ με το να δεχτεί ότι συγκύριοι της επίδικης λωρίδας και του δουλεύοντος ακινήτου είναι οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να " υπάρχει για το εδαφικό αυτό τμήμα μεταγεγραμμένο συμβολαιογραφικό έγγραφο (τίτλος κτήσεως)", και χωρίς έτσι οι αναιρεσίβλητοι να είναι κύριοι του επίδικου εδαφικού τμήματος, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1118, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού (1120 περ. α' ΑΚ) αποσβήνεται αν η άσκησή της έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ή εξέλιπε η ανάγκη του τελευταίου, γιατί τούτο απέκτησε αυτάρκεια, αφού η ύπαρξη της ωφέλειας, χρησιμότητας ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας.

Η αδυναμία ασκήσεως της δουλείας πρέπει να περιλαμβάνει ολόκληρο το περιεχόμενο του δικαιώματός της και ως εκ τούτου, αν η ωφέλεια, χρησιμότητα ή ανάγκη ασκήσεώς της μειώθηκε, χωρίς να εκλείψει εντελώς, η δουλεία διατηρείται έστω και με περιορισμένη έκταση κατ' εφαρμογή της αρχής του αδιαιρέτου αυτής.

Έτσι, αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου, το δεσπόζον ακίνητο εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό, παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, γιατί αυτή δεν παρέχει πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, αφού αυτό έχει αποκτήσει αυτάρκεια.

Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, που εξασφαλίζεται με την ύπαρξη πρόσοψης αυτού και την άμεση πρόσβαση και εξυπηρέτησή του από κοινόχρηστο δημοτικό δρόμο, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί και νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η χρήση της παραπάνω διόδου δεν είναι πλέον αναγκαία, διότι το ακίνητο των εναγομένων εξυπηρετείται από κοινοτική οδό, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η χρήση της παραπάνω διόδου δεν είναι πλέον αναγκαία, καθόσον τα ακίνητο των εναγομένων εξυπηρετείται από κοινοτική οδό, που διέρχεται από τη δυτική πλευρά του ακινήτου και εφάπτεται με αυτό. Η οδός αυτή αρχίζει από το δρόμο ...-..., το μέσο πλάτος του μέχρι την ιδιοκτησία των εναγομένων είναι 4,50 μ. και είναι τσιμεντοστρωμένος μέχρι το μέσο της δυτικής πλευράς του ακινήτου, όπου συμβάλλει χωματόδρομος διευθυνόμενος δυτικά.

Επομένως, η πρόσβαση στο ακίνητο οδικώς είναι δυνατή. Η υψομετρική διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στην οδό αυτή και το ακίνητο των εναγομένων (1,00 με 1,50 μέτρο), δεν είναι απαγορευτική για τη δημιουργία εισόδου, σύμφωνα τόσο με την από 3-4-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πολιτικού μηχανικού ..., όσο και με την από Φεβρουάριο 2007 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ... .

Εξάλλου, στο νοτιοδυτικό άκρο του επιδίκου ακινήτου υπάρχει ήδη διαμορφωμένη είσοδος προς την εκεί υπάρχουσα αποθήκη. Συνεχίζει δε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, ότι η επίδικη δίοδος δεν παρέχει πλέον καμία χρησιμότητα και δεν εξυπηρετεί καμία ανάγκη του δεσπόζοντος ακινήτου, με αποτέλεσμα την απόσβεση της επίδικης δουλείας.

Μάλιστα, η εμμονή των εναγομένων να χρησιμοποιούν τη συγκεκριμένη δίοδο, ενώ το ακίνητό τους δεν είναι περίκλειστο, αλλά έχει αυτάρκεια, που εξυπηρετείται πλήρως από τη δυτικά ευρισκόμενη κοινοτική οδό, η οποία μάλιστα είναι πλατύτερη σε σχέση με την επίδικη εδαφική δίοδο, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δέχτηκε την έφεση των εναγόντων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, δέχτηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι έχει αποσβεστεί το ένδικο δικαίωμα οιονεί δουλείας διελεύσεως διόδου των εναγομένων.

Έτσι που έκρινε δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1124, 1125 και 1136 του ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή εκτός των άλλων πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 70, 216 ΚΠολΔ, 1033, 1192, 1118, 1119, 1121 και 1136 ΑΚ προκύπτει ότι για το ορισμένο και τη θεμελίωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι έχει αποσβεστεί η περιγραφόμενη δουλεία διόδου, αρκεί να εκτίθεται στην αγωγή ότι ο ενάγων είναι κύριος του δουλεύοντος ακινήτου είτε κατά τρόπο παράγωγο με βάση συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφηκε νόμιμα, είτε κατά τρόπο πρωτότυπο, και ότι έχει παύσει η παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας από το δουλεύον ακίνητο υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου, καθόσον τούτο απέκτησε αυτάρκεια.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατ' άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και συνακόλουθα κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, συντρέχει δε ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εκθέτουν στην ένδικη αγωγή ότι με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγάθης Κεφάλα-Αποστολοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., οι τέσσερις πρώτοι από αυτούς είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητας και ψιλοί συγκύριοι και συννομείς του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου και ο πέμπτος από αυτούς επικαρπωτής του 1/2 ε αδιαιρέτου του ίδιου ακινήτου, που βρίσκεται στη θέση "...

ή ...", όπως αυτό λεπτομερώς περιγράφεται κατά έκταση, θέση και όρια, ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στο δικαιοπάροχό τους με το αναφερόμενο συμβόλαιο που νόμιμα μεταγράφηκε, ότι υπέρ του περιγραφόμενου ακινήτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και σε βάρος του ακινήτου τους έχει συσταθεί οιονεί νομή δουλείας διόδου, όπως αυτή λεπτομερώς περιγράφεται και ότι οι εναγόμενοι έχουν παύσει επί πολλά χρόνια συνεχώς και αδιαλείπτως να τη χρησιμοποιούν, διότι τα ακίνητά τους εξυπηρετούνται επαρκώς και με τροχοφόρα οχήματα με το παρακείμενο στα ακίνητά τους δυτικά ευρισκόμενο τσιμεντοστρωμένο κατά το μεγαλύτερο μέρος του κοινοτικό δρόμο.

Ζητούσαν δε να αναγνωριστεί ότι έχει αποσβεστεί το δικαίωμα της πραγματικής δουλείας διόδου των εναγομένων. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει τα αξιούμενα από τα άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση αυτής και είναι ορισμένη αφού γίνεται μνεία σ' αυτήν, αναφορικά με τον παράγωγο τρόπο που κατέστησαν οι ενάγοντες συγκύριοι και επικαρπωτής αντίστοιχα του περιγραφόμενου ακινήτου τους, το συμβόλαιο και ότι αυτό μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται στην αγωγή και ο τόμος και ο αριθμός εγγραφής στα ως άνω βιβλία.

Έτσι, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ορισμένη την αγωγή, δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1136 του ΑΚ απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος και συνακόλουθα δεν παραβίασε τις διατάξεις αυτές.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ίδιου Κώδικα, ότι παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει ακυρότητα λόγω αοριστίας της αγωγής, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι κατά των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων δεν επιτρέπεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 167/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009 . Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ