Legislator Case Law & Legislation
1630/2008 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding tax assessment and auction ranking, dismissing procedural and substantive grounds.

Case Number 1630/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, overturning only the section concerning the ranking of the second appellant. The court found the first appellant's procedural complaint regarding the absent second appellant valid, but rejected the second appellant's substantive arguments about auction costs and the third appellant's claim regarding the deletion of the first-instance judgment. Consequently, the judgment was reversed in part to remand the specific issue of the second appellant's ranking for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2, 568 §§ 1 and 4, and 498 § 1 of the Code of Civil Procedure; Article 31 § a of Law 1545/1985; Article 559 § 9 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must ex officio verify the lawful summons of absent parties and proceed with the hearing if summoned properly; appeals based on the deletion of the first-instance judgment without subsequent reform of the contested ranking are inadmissible if the contested party did not appeal the original decision.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Supreme Court Appeal Tax Assessment Ranking Auction Costs Deduction Procedural Default Partial Reversal Remand for Trial

Cited Legislation

AI generated
Articles 576 § 2, 568 §§ 1 and 4, and 498 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 31 § a of Law 1545/1985
Article 559 § 9 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1630 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1630/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :

Του αναιρεσείοντος : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, και στην προκείμενη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ Α' Περιστερίου που κατοικοεδρεύει στο Περιστέρι, το οποίο εκπροσώπησε η πληρεξούσια πάρεδρος του Ν.Σ.Κ Εμμανουέλα Πανοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων : Ψ1, η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και Ψ2, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14.02.2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 5471/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 3616/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 12.02.2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 28.03.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της υπό κρίση αιτήσεως. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή εκ των διατάξεων των άρθρων 576 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.

Εν προκειμένω, από τις προσαγόμενες υπ' αριθμ. .../... και .../... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επεδόθησαν νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν ενεφανίσθη κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εξεπροσωπήθη με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.

ΙΙ. Επειδή, στο άρθρο 31 εδάφ. α' του Ν. 1545/1985 ορίζονται τα εξής: "Στην τρίτη τάξη των προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι απαιτήσεις που έχουν ως βάση τους την παροχή εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οι απαιτήσεις των διδασκάλων, εφόσον προέκυψαν μέσα στην τελευταία διετία πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού ή της κηρύξεως της πτωχεύσεως.

Αποζημιώσεις λόγω καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κατατάσσονται ανεξάρτητα από το χρόνο που προέκυψαν στην τάξη αυτή". Στο άρθρο δε 6 § 16 α του Ν. 2479/1997 ορίζονται: "α) Στις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 975 ΚΠολΔ, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 31 του Ν. 1545/1985, υπάγονται και οι απαιτήσεις των δικηγόρων από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής...".

Εκ των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με το υπ' αυτών θεσπιζόμενο γενικό προνόμιο είναι εξοπλισμένες, εκτός από τις απαιτήσεις που έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας κ.λ.π. και οι απαιτήσεις των δικηγόρων κατά του καθού η εκτέλεση από αμοιβές, έξοδα και αποζημιώσεις, είτε αμείβονται κατά υπόθεση, είτε με πάγια περιοδική αμοιβή, καθώς και οι απαιτήσεις των εμμίσθων δικηγόρων για αποζημίωση λόγω λύσεως της συμβάσεως εμμίσθου εντολής.

Ειδικότερα, στην τρίτη τάξη των γενικών προνομίων του άρθρου 975 ΚΠολΔ κατατάσσονται οι άνω απαιτήσεις των δικηγόρων κατά του καθού η εκτέλεση, οι οποίες απορρέουν από την συνδέουσα αυτούς έννομη σχέση της εντολής, όπως είναι η απαίτηση του δικηγόρου κατά του εντολέως του (καθού η εκτέλεση) προς καταβολή της αμοιβής για την διενέργεια δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων στα πλαίσια εκτελέσεως της εντολής, καθώς και η απαίτηση για την καταβολή της νομίμου αποζημιώσεως στην περίπτωση της λύσεως της συμβάσεως της εμμίσθου εντολής.

Τοιαύτη όμως απαίτηση, εξοπλισμένη με το προαναφερόμενο γενικό προνόμιο, δεν αποτελεί και η υπέρ του επισπεύδοντος την εκτέλεση δανειστού επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη με δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, με την οποία επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση, στην οποία δικαστική δαπάνη περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου.

Το ποσό της απαιτήσεως αυτής, φορέας της οποίας είναι ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής, υπέρ του οποίου και επεδικάσθη, όχι όμως και ο πληρεξούσιος αυτού δικηγόρος, μη συνδεόμενος με τον καθού η εκτέλεση με έννομη σχέση εντολής, δεν συγκαταλέγεται ούτε και μεταξύ των εξόδων της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως το εννοιολογικό τους περιεχόμενο προσδιορίζεται υπό της διατάξεως του άρθρου 932 ΚΠολΔ, τα οποία, προαφαιρούμενα από το επιτευχθέν πλειστηρίασμα προς τον σκοπό της διανομής του υπολοίπου στους αναγγελθέντες πιστωτές, μη περιλαμβανόμενα μεταξύ των προνομίων ούτε και κατατασσόμενα στον πίνακα, περιλαμβάνουν μόνο τα αναγκαία έξοδα που έγιναν προς το συμφέρον όλων των αναγγελθέντων δανειστών, ήτοι τα έξοδα της προδικασίας και των προπαρασκευαστικών πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως και των εν συνεχεία πράξεων αυτής μέχρι την περάτωσή της, όχι όμως και εκείνα που δημιουργήθηκαν προς το αποκλειστικό συμφέρον του επισπεύδοντος ή των αναγγελθέντων δανειστών, όπως π.χ.

είναι τα έξοδα για τη δικαστική επιδίωξη της απαιτήσεως, για την απόκτηση του εκτελεστού τίτλου, με τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση. (ΑΠ 1359/1998). Έξάλλου, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως και μεταρρυθμίσεως του ανακοπτομένου υπ' αριθμ. .../... πίνακος κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου, κατέταξε τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, δικηγόρο, ως φορέα προνομιακής απαιτήσεως κατά την διάταξη του άρθρου 6 § 16 του Ν. 2479/1997, για το ποσό των 78.000 δραχμών, το οποίο, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, περιλαμβανόμενο στα έξοδα εκτελέσεως, αντιστοιχεί στην επιδικασθείσα υπέρ του επισπεύδοντος αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου (αναιρεσιβλήτου) ως μέρους της δικαστικής δαπάνης για την έκδοση της υπ' αριθμ.8616/1998 διαταγής πληρωμής, που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο με βάση τον οποίο επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση.

Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες εφήρμοσε, καίτοι, σύμφωνα με τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν ήσαν εφαρμοστέες, μη συντρεχόντων των για την εφαρμογή τους ουσιαστικών προϋποθέσεων, αφού το ποσό των 78000 δραχμών, ούτε στα έξοδα εκτελέσεως περιλαμβάνεται, ούτε αποτελεί αξίωση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου κατά του καθού η εκτέλεση, μετά του οποίου δεν συνδέεται με την έννομη σχέση της εντολής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου προβάλλεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην ευθεία παραβίαση των προμνημονευθεισών ουσιαστικών διατάξεων είναι βάσιμος.

ΙΙI. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. "Πράγμα", επομένως, αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, ανακοπής ή τριτανακοπής, εφόσον σ' αυτόν περιέχεται αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός οποίος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως και την εν συνεχεία κατ' ουσίαν αναδίκαση της υπ' αυτού ασκηθείσης ανακοπής κατά του υπ' αριθμ. .../...

πίνακος κατατάξεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολέττας Γυφτοπούλου, δεν έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς διαλαμβανομένους στους λόγους αυτής, δια των οποίων πλήσσεται ο ανακοπτόμενος πίνακας, ότι κατά παραβάση των ουσιαστικών διατάξεων τα στην κρισιολογουμένη ανακοπή μνημονευόμενα χρηματικά κονδύλια εχαρακτηρίσθησαν "ως έξοδα εκτελέσεως" και ως τοιαύτα προαφαιρεθέντα από το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα για να αποδοθούν στην πρώτη αναιρεσίβλητη υπό την ιδιότητά της ως δικαστικής επιμελητού στην διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απήντησε στους ανωτέρω λόγους ανακοπής, κρίναν ότι τα στην πρώτη αναιρεσίβλητη αποδοτέα "έξοδα εκτελέσεως" ανέρχονται στο ποσό των 453.576 δραχμών, προβαίνοντας μάλιστα και σε χωριστή νομική και ουσιαστική αξιολόγηση ενός εκάστου των χρηματικών κονδυλίων, όπως ακριβώς αυτά μνημονεύονται στην ανακοπή και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της Εφέσεως της πρώτης αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, ο άνω λόγος αναιρέσεως (δεύτερος από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει και νόμιμη βάση, είναι αβάσιμος.

ΙV. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 9 περ.

α' του ανωτέρω άρθρου, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, καίτοι δεν υπεβλήθη ενώπιόν του διαπλαστικό αίτημα περί μεταρρυθμίσεως του ανακοπτομένου πίνακος και ως προς την τρίτη εκ των καθών η ανακοπή συμβολαιογράφο υπάλληλο επί του πλειστηριασμού, ως προς την οποία το αναιρεσείον πρωτοδίκως ενίκησε, χωρίς αυτή να ασκήσει έφεση, μεταρρύθμισε τον πίνακα και ως προς αυτή, προς βλάβη του αναιρεσείοντος, κατόπιν εξαφανίσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως.

Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ναι μεν το Εφετείο για την ενότητα της εκτελέσεως εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, πλην όμως δεν προέβη στην συνέχεια στην μεταρρύθμιση του ανακοπτομένου πίνακος, όπως αυτός διαμορφώθηκε πρωτοδίκως και ως προς την επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, την θέση της οποίας στον πίνακα αυτό με την εκκληθείσα απόφαση, κατόπιν παραδοχής σχετικού λόγου ανακοπής, κατέλαβε το αναιρεσείον ανακόπτον.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγο αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Ακολούθως προς τα ανωτέρω η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει ως προς το κεφάλαιο που αφορά την κατάταξη του δευτέρου αναιρεσιβλήτου για το ποσό των 78.000 δραχμών ή των 228,90 Ευρώ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 3616/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαϊου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΩΝ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ