1630/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2002 αγωγή των 1ης ,2ης , 3ης, 4ης και 5ου ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 6-10-2002 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Λέρου, 6ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λέρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 114/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της και τους από 29 Σεπτεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1630/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της.
Full text
Απόφαση 1630 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1630/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας: .................., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλφαντάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ............., 2) ............., 3) ..............., 4) ..............., 5) .............., η 2η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αργυρό και οι υπόλοιποι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και 6) Του Δήμου Λέρου, που εδρεύει στη Λέρο και εκπροσωπείται νόμιμα, προσθέτως παρεμβάντος, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Εψίμου-Μανάβη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-9-2002 αγωγή των 1ης ,2ης , 3ης, 4ης και 5ου ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 6-10-2002 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου Λέρου, 6ου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Λέρου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 114/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της και τους από 29 Σεπτεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Παναγιωτάκη ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και στις υποθέσεις κατά των αποφάσεων του Ειρηνοδικείου καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων Ειρηνοδικείων, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση (άρθρ. 117 ΚΠολΔ), τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, αντίγραφο δε του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως που ασκούνται με τις προτάσεις είναι απαράδεκτοι.
Συνεπώς οι περιλαμβανόμενοι στις από 29.9.2006 προτάσεις της αναιρεσείουσας πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως κατά της 114/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω που δίκασε ως Εφετείο, είναι απαράδεκτοι.
ΙΙ.- Κατά το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους περιοριστικώς στο άρθρο αυτό αναφερόμενους λόγους, οι οποίοι είναι: 1) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, 2) η μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου, 3) η υπέρβαση από το δικαστήριο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων ή της καθ' ύλην αρμοδιότητας αυτού, και 4) ο παράνομος αποκλεισμός της δημοσιότητας της διαδικασίας. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του που εκτιμάται από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παράβαση των διατάξεων των άρθρων 57, 967, 968 ΑΚ, 21, 22, 85, 108, 205, 206, 207, και 209 του ν. 2888/1954 και έλλειψη νόμιμης βάσης λόγων ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απαράδεκτος γιατί αφορά πλημμέλεια που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν επιτρέπεται να ελεγχθεί αναιρετικώς.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 57 του Α.Κ., όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της.
Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση κοινόχρηστης οδού. Από τον συνδυασμό του άνω άρθρου και των άρθρων 966, 967 του Α.Κ. προκύπτει ότι, με την καθιέρωση κάποιου πράγματος ως κοινοχρήστου, το άτομο αποκτά εξουσία χρήσεως αυτού, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άμεση εξουσία επί του πράγματος (νομή, οιονεί νομή ή κατοχή), είναι, όμως, απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η οποία (εξουσία χρήσεως) προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως και η οποία, ως έκφανση της προσωπικότητας του πολίτη, περικλείει την ικανότητα για ακώλυτη ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας και προστατεύεται από το άρθρο 57 Α.Κ., πού επιβάλλει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον.
Ως εκ τούτου, για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής αρκεί το γεγονός ότι το πράγμα που εμποδίζεται παράνομα να χρησιμοποιήσει ο ενάγων είναι οδός. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ή το 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Εν προκειμένω η αγωγή στην οποία εκτίθεται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της, ότι πλησίον των ιδιοκτησιών των εναγόντων (υπ' αριθ. 1 έως 5 αναιρεσίβλητοι) στην περιοχή "........ -.........." του Δήμου Λέρου, υπάρχει δημοτική οδός, που χρησιμοποείται ως τέτοια, η οποία αρχίζει από τον .......... και καταλήγει στην ............., ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) κατέλαβε αυθαίρετα αυτή την οδό, την οποία περιέφραξε και ενσωμάτωσε στη συνεχόμενη ιδιοκτησία της, και έτσι στέρησε παράνομα από τους ενάγοντες τη χρήση της, ενέργεια που προσβάλλει την προσωπικότητά τους, περιέχει όλα τα αναγκαία, για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής αυτής, περιστατικά. Συνέτρεχε δε στο πρόσωπο των άνω αναιρεσιβλήτων έννομο συμφέρον προς παροχή έννομης προστασίας καθόσον αφορά την προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητάς τους από την παρακώλυση της κοινόχρηστης οδού με τις επικαλούμενες παρακωλυτικές της χρήσεως ενέργειες.
Συνεπώς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο δίκασε κατ' έφεση και δέχθηκε τα ίδια, ούτε τις ανωτέρω διατάξεις, ούτε κάποια άλλη παραβίασε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, στην οποία υπέπεσε με το να αρκεσθεί σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που αξιώνει ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος, διότι στην αγωγή δεν εκτίθεται "ο ακριβής τοπογραφικός και γεωγραφικός προσδιορισμός" των ιδιοκτησιών των εναγουσών και του τρόπου που κατέστησαν κύριοι αυτών, είναι αβάσιμος.
ΙV.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατ' αυτών, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τέτοια παραβίαση συντρέχει όταν ο δικαστής εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή παρέλειψε να εφαρμόσει εκείνον που έπρεπε να εφαρμοσθεί ή έδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από εκείνην που πραγματικά έχει.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δέχτηκε ότι: Οι διάδικοι είναι κύριοι ακινήτων στη θέση "......... - ........." της Λέρου, όπως και η εναγομένη η οποία δυνάμει του ............. προικοσυμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λέρου Γεωργίου Πατουράκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή μίας ισόγειας οικίας μετά μιας συνεχόμενης διώροφης οικίας, συνολικής εκτάσεως 50 τ.μ., ή όσης εκτάσεως ήθελε βρεθεί, με αυλή και κηπάριο.
Το ανωτέρω ακίνητο, σύμφωνα και με τον τίτλο κτήσεώς του, συνορεύει προς βορρά με δημοτική οδό. Η οδός αυτή, ξεκινώντας από τον ........... της Λέρου, είναι ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στην εκκλησία της ..........., εξυπηρετώντας τόσο τους κατοίκους που διαμένουν στην περιοχή αυτή, όσο και όσους επιθυμούν να επισκεφτούν την εκκλησία.
Συγκεκριμένα, ξεκινά από μία μικρή πλατεία που βρίσκεται μπροστά στην ιδιοκτησία .............., είναι ανηφορική και δημιουργήθηκε ως χωμάτινο μονοπάτι, αρχικού πλάτους δύο (2) μέτρων περίπου, ώστε να καταστεί εφικτή η μετάβαση στην ως άνω εκκλησία - η οποία κτίσθηκε κατά το έτος 1850 - και έκτοτε δόθηκε στην κοινή χρήση, καταστάσα πράγμα κοινόχρηστο, δια της αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής.
Περαιτέρω, δέχθηκε το Πρωτοδικείο ότι η εναγόμενη ανήγειρε στο ανωτέρω ακίνητο της, νέα διώροφη οικοδομή, δίπλα στην παλαιά ισόγεια οικία, την οποία υπήγαγε στο σύστημα των διατάξεων περί καθέτου ιδιοκτησίας, δυνάμει της υπ' αριθμ. ............ πράξεως συστάσεως καθέτου ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου Λέρου, Φροσύνης Τζανουδάκη.
Δυνάμει δε της ίδιας πράξεως, τις κάθετες ιδιοκτησίες που προήλθαν κατά τον ανωτέρω τρόπο, υπήγαγε στο σύστημα των διατάξεων περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, δημιουργώντας αυτοτελείς, ανεξάρτητες και διηρημένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ορισμένες από τις οποίες μεταβίβασε στη συνέχεια δυνάμει των υπ' αριθμ. ...........
και ........... συμβολαίων γονικών παροχών της ίδιας Συμβολαιογράφου, που έχουν νόμιμα μεταγραφεί, στις θυγατέρες της, ........... και ............. Στην πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, μολονότι ως τίτλος κτήσεως του περιγραφόμενου σε αυτήν ακινήτου φέρεται το ανωτέρω, υπ' αριθμ. .................. προικοσυμβόλαιο, αναγράφεται εντούτοις ότι η εναγομένη είναι κυρία οικοπέδου εκτάσεως 1.150,87 τ.μ., το οποίο προς βορρά φέρεται να συνορεύει, αντί με τη δημοτική οδό που αναφέρει ο αρχικός τίτλος, με βράχια, τα οποία ανήκουν στην ιδιοκτησία του δημοσίου.
Έτσι, λοιπόν, το οικόπεδο της εναγομένης φαίνεται να καταλαμβάνει και τον ένδικο δημοτικό δρόμο, αλλά και την έκταση πέραν αυτού, χωρίς όμως αυτά να ανήκουν, βάσει των τίτλων κτήσεως, στην ιδιοκτησία της, και συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται, ότι δηλαδή η επίδικη οδός αποτελεί τμήμα του οικοπέδου της, επί του οποίου έχει δικαίωμα συγκυριότητας, σύννομης και συγκατοχής, με τις θυγατέρες της, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα.
Κατά την ανέγερση της οικοδομής της, συνεχίζει το Πρωτοδικείο, η εναγομένη περιέφραξε το οικόπεδό της, υψώνοντας στη βόρεια πλευρά αυτού τοίχο, ο οποίος βρίσκονταν σε ευθεία γραμμή με την ένδικη δημοτική οδό, την οποία όμως δεν περιέλαβε στην ιδιοκτησία της. Το 1998 ο προσθέτως παρεμβάς Δήμος Λέρου ξεκίνησε την διαπλάτυνση της ανωτέρω οδού, σε πλάτος περίπου 1,75 μ.
και την τσιμεντόστρωση του. Όμως, κατά την πραγματοποίηση του έργου αυτού, προκλήθηκαν ζημίες στην παρόδια ιδιοκτησία του ............ και της ..........., οι οποίοι άσκησαν ενώπιον του Εισαγγελέα Κω την από 23-3-1998 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του Δήμου Λέρου, υποστηρίζοντας ότι είχε καταληφθεί τμήμα του οικοπέδου τους και είχαν προκληθεί σε αυτό σοβαρές ζημίες.
Τελικά, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως, οι πιο πάνω αντίδικοι συμβιβάσθηκαν και ο Δήμος Λέρου ανέλαβε την υποχρέωση να αποκαταστήσει τις προκληθείσες ζημίες και να κατασκευάσει προστατευτικό τοιχίο κατά μήκος της βορειανατολικής πλευράς της ιδιοκτησίας .......... Κατόπιν τούτου, όμως, το έργο της διαπλάτυνσης και τσιμεντόστρωσης της ανωτέρω οδού σταμάτησε, με αποτέλεσμα σήμερα να είναι κατά ένα τμήμα του, μέχρι δηλαδή την ιδιοκτησία ..........., τσιμεντοστρωμένος, κατά δε το υπόλοιπο τμήμα του, μέχρι την εκκλησία της .............., να παραμένει χωμάτινος.
Η εναγομένη, το 2001, κατασκεύασε τοίχο με σιδερένια καγκελόπορτα, τεσσάρων μέτρων περίπου, από το βορειανατολικό άκρο της ιδιοκτησίας της προς τα βράχια, ενώ από το βορειοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας της έκτισε πέτρινο τοίχο, καταλαμβάνοντας την επίδικη δημοτική οδό, αλλά και την έκταση πέραν αυτής, εντός της οποίας κατασκεύασε χώρο στάθμευσης, με αποτέλεσμα να αποκλείσει από τη χρήση της τους λοιπούς περιοίκους, μεταξύ των οποίων και τους ενάγοντες, αλλά και όσους θέλουν να μεταβούν στην εκκλησία της .............., προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την προσωπικότητα των εναγόντων.
Με βάση αυτά το Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του Ειρηνοδικείου Λέρου που είχε δεχθεί την εκ του άρθρου 57 ΑΚ αγωγή των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων και είχε διατάξει την άρση της προσβολής. Έτσι που έκρινε το Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε κάποια διάταξη ουσιαστικού δικαίου, και δη τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57 και 967 ΑΚ, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 20 και 25 του Σ και 6 της ΕΣΔΑ, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε παράνομα προσβάλλει την προσωπικότητα των εναγόντων (1ης έως 5ου εκ των αναιρεσιβλήτων) διότι είχε αυθαιρέτως καταλάβει και ενσωματώσει στην ιδιοκτησία της τμήμα κοινόχρηστου [δημοτικού] δρόμου, που υπήρχε μάλιστα από αμνημόνευτη αρχαιότητα η οποία, όπως σαφώς συνάγεται από την απόφαση, ήταν συμπληρωμένη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ, στις 23-2-1946, (ήτοι από το 1850 και για δυο συνεχείς γενιές, κάθε μια από τις οποίες νοείται ότι εκτείνεται σε σαράντα χρόνια), ότι ο δρόμος αυτός εξυπηρετούσε πάνω από 150 χρόνια τις κυκλοφοριακές ανάγκες των κατοίκων, και ότι η αναιρεσείουσα με την ενέργειά της αυτή παρεμπόδιζε τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους να χρησιμοποιήσουν το δρόμο αυτό.
Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους τις καταργηθείσες με το άρθρο 229 παρ. 2 του Ν. 1065/1980 διατάξεις των άρθρων 21, 22, 85, 108, 205, 206 του Ν.Δ. 2888/54 "Περί κυρώσεως Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος", που αφορούσαν τις διατυπώσεις για την κατασκευή και συντήρηση των δημοτικών δρόμων, διότι αυτές ήταν άσχετες και δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους στην προκείμενη υπόθεση, αντικείμενο της οποίας ήταν, όπως προαναφέρθηκε, η προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων από την προεκτεθείσα θετική ενέργεια της αναιρεσείουσας.
Τα δε περιστατικά που αναφέρονται στην απόφαση, ότι ο ήδη έκτος αναιρεσίβλητος Δήμος Λέρου προέβη στην τσιμεντόστρωση τμήματος της εν λόγω οδού, και ότι ανέλαβε να αποκαταστήσει τη ζημία της ιδιοκτησίας ............, αποτελούν επιχειρήματα προς στήριξη της σαφούς παραδοχής περί του ότι η καταλειφθείσα έκταση αποτελεί κοινόχρηστη δημοτική οδό.
Κατ' ακολουθία, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, γι' αυτό οι αντίθετοι πρώτος, κατά το υπόλοιπο μέρος του, και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Στον ίδιο δεύτερο λόγο, περιέχονται αιτιάσεις α) για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει, και συγκεκριμένα την αίτηση 44 κατοίκων της ............
Λέρου την οποία η αναιρεσείουσα είχε προσβάλλει ως πλαστή, και β) για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη εγγράφων που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες διότι αφορούν πλημμέλειες μη προβλεπόμενες από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, ενώ όλα τα περαιτέρω παράπονα που περιέχονται στον λόγο αυτό αφορούν στην ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων από το Πρωτοδικείο.
V.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α΄ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώσει έστω και εμμέσως ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, παραβιάζονται δε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων ή όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 560 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ.: α) με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή είχε στερήσει παράνομα από τους ενάγοντες τη χρήση κοινόχρηστης οδού αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της, κατά τον οποίον η φερόμενη ως οδός αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας της σύμφωνα με τους τίτλους που επικαλείτο, ήτοι τα ..........., ............
και .............. συμβόλαια, χωρίς να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, και β) με τον πέμπτο λόγο, κατά το οικείο μέρος του, ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε στο άνω συμπέρασμα χωρίς να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, ούτε καθόσον αφορά τον μεταξύ του Δήμου Λέρου και των ...........
και ............ συμβιβασμό. Οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως, ανεξάρτητα από την αοριστία τους αφού δεν αναφέρεται ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των αναφερόμενων στα έγγραφα συμβαλλομένων, είναι σε κάθε περίπτωση αβάσιμοι, διότι. από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τον προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό δεν διαπίστωσε έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς τις περιεχόμενες στα άνω έγγραφα δηλώσεις των συμβληθέντων, και έτσι δεν προέβη σε ερμηνεία αυτών, αλλά προέβη σε εκτίμηση των αποδείξεων και δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα είχε καταλάβει και ενσωματώσει στην ιδιοκτησία της κοινόχρηστη οδό.
Εξάλλου, όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που αναφέρονται στον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως [μελέτη Δήμου Λέρου, βεβαιώσεις, πρακτικά και αποφάσεις του Δήμου Λέρου, αιτήσεις αντίγραφα σχεδίου πόλεως Λέρου και ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Λέρου, απαντήσεις της πολεοδομικής υπηρεσίας Καλύμνου, φωτογραφίες, πολεοδομικό σχεδιάγραμμα της ............
Λέρου, άδεια οικοδομής, γνωστοποίηση Δημάρχου Λέρου] ως προς τα οποία επίσης προβάλλεται ότι το Πρωτοδικείο δεν τα ερμήνευσε σύμφωνα με τους ίδιους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, είναι έγγραφα μαρτυρίας, δηλαδή περιέχουν απλά πραγματικά γεγονότα χωρίς δικαιοπρακτικό χαρακτήρα. Γι' αυτό ο λόγος αυτός κατά το οικείο μέρος του είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων [ΚΠολΔ 176, 183], μειωμένη όμως καθόσον αφορά το έκτο αναιρεσίβλητο (ΝΠΔΔ Δήμο Κω) κατά το άρθρο 307 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.12.2004 αίτηση της .............. για αναίρεση της 114/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω.-
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία καθορίζει για τους 1η έως και 5ο αναιρεσίβλητους στο συνολικό ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ και για το έκτο αναιρεσίβλητο [Δήμο Κω] στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ