Supreme Court allows appeal due to appellate court's failure to evaluate conflicting municipal documents regarding road status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Aegaeon Court of Appeal's decision, remanding the case for retrial. The appellants argued that the lower court failed to properly evaluate conflicting municipal documents regarding the road status of the property, which was central to their claim of restoring part of the masonry. The court found that while the appellate court mentioned one document stating the road was public, it did not sufficiently address the contradictory 2002 municipal certificate stating it was not, creating an ambiguity that prevented proper appellate review. Consequently, the Supreme Court held that the appellate court's evidentiary assessment was flawed and remanded the case to a newly constituted panel of the same court.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The appeal is admissible when the court of first instance fails to evaluate evidence presented by the parties or ignores contradictory evidence, thereby preventing the appellate court from exercising its control over the correctness of the factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1630 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1630/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλέξανδρο Κασιώλα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βασίλειο Νικόπουλο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:….., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κίμωνα Βορίδη.
Των αναιρεσίβλητων:.... Ο μεν 1ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του Δικηγόρου. η δε 2η παραστάθηκε με τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-1987 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/1989,49/1992 μη οριστικές,160/1992 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/1995 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 9-7-1995 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 1170/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αιγαίου. Το Εφετείο Αιγαίου εξέδωσε την 143/2003 μη οριστική και την 117/2005 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-5-2005 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 5-5-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 16-5-2005 αιτήσεως αναιρέσεως της 117/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο 1ος αναιρεσίβλητος με την ιδιότητα του δικηγόρου ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Ο αναιρετικός λόγος του αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσεως, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα, τα οποία είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνος ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι, όμως, και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου (αποδεικτικού) πορίσματος.
Η θεμελίωση του λόγου τούτου προϋποθέτει ελλείψεις, εξαιτίας των οποίων καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της αξιολογικής κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 100 παρ.1 του ν.δ. 8/1973 "περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού", που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου συστάσεως της επίδικης δουλείας διόδου, απαγορεύεται η καθ'οιονδήποτε τρόπο σύσταση δουλειών επί ακινήτων, μη ρητώς προβλεπομένων από τον παρόντα Κανονισμό...
Η μετά την άνω απαγορευομένων δουλειών είναι αυτοδικαίως άκυρη. Της απαγορεύσεως εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αυτή αποτελεί τη μοναδική προς κοινόχρηστο χώρο δίοδο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς δομικώς ορόφου αυτού. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου είναι απαγορευμένη μόνο όταν υπάρχει άλλη δίοδος του δεσπόζοντος ακινήτου είναι απαγορευμένη μόνο όταν υπάρχει άλλη δίοδος του δεσπόζοντος ακινήτου προς κοινόχρηστο χώρο, η οποία να εξυπηρετεί τις ανάγκες του ακινήτου αυτού, η έκταση των οποίων κρίνεται αντικειμενικώς κατά τον χρόνο της συστάσεως της φερομένης ως απαγορευομένης δουλείας διόδου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει τα εξής: Με την, από 30-5-1987, αγωγή τους στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της συσταθείσας, με το 2091/8-6-1985 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σύρου Ιακ.
Πρίντεζη, πραγματικής δουλείας διόδου υπέρ των εναγομένων, ως κυρίων του δεσπόζοντος ακινήτου. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου και το Εφετείο Αιγαίου, με τις 160/1992 και 82/1995 αποφάσεις τους, αντιστοίχως, απέρριψαν την ανωτέρω αγωγή. Οι ενάγοντες και νυν αναιρεσίβλητοι άσκησαν την, από 9-7-1995, αίτηση και τους, από 22-10-2001, πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, κατά τις πιο πάνω αποφάσεως του Εφετείου.
Ο 'Αρειος Πάγος, με την 1170/2002 απόφασή του αναίρεσε την 92/1995 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Εκδόθηκε δε, τελικώς, η νυν προσβαλλομένη 117/2005 απόφαση του ανωτέρω Εφετείου, με την οποία έγινε δεκτή κατ΄ουσία η αγωγή, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα συστάσεως της ένδικης δουλείας και απαγορεύθηκε στους εναγομένους να διέρχονται από αυτήν.
Με την απόφαση αυτή το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Κατά τον χρόνο, που συνεστήθη, με το ως άνω συμβόλαιο, η προαναφερθείσα δουλεία διόδου υπέρ των εναγομένων και της ιδιοκτησίας τους, υπήρχε και άλλη δίοδος προς κοινόχρηστο χώρο, που μπορούσε να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του ακινήτου τους, την οποία και πράγματι χρησιμοποιούσαν οι εναγόμενοι, παράλληλα με την ως άνω κοινή δίοδο για τις ανάγκες του ακινήτου τους διερχόμενοι μέσω αυτής πεζή ή με το αυτοκίνητό τους.
Ειδικότερα αυτή βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου των εναγομένων και απεικονίζεται... είναι χωμάτινη και περιτοιχισμένη καθόλου το μήκος της με ξερολιθιά και αρχίζει από τη συμβολή του άξονα της ασφαλτοστρωμένης οδού του .... και καταλήγει έμπροσθεν και σε επαφή με την πόρτα εισόδου της ως άνω ιδιοκτησίας των εναγομένων και της πόρτας εισόδου της παραπλεύρως ευρισκομένης ιδιοκτησίας .....
Ακόμη δε οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η προαναφερθείσα κοινόχρηστη δίοδος δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες του ακινήτου τους, διότι η σιδερένια πόρτα εισόδου, που υπάρχει στην ιδιοκτησία τους και ευρίσκεται σε επαφή με την άνω δίοδο (κοινόχρηση δημοτική) έχει πλάτος 1.95 μέτρα και ότι λόγω του ότι η είσοδος αυτή ευρίσκεται υπό ορθή γωνία συνεπεία της παραπλεύρως κειμένης ιδιοκτησίας ....., δεν μπορούν μέσω αυτής (πόρτας εισόδου) να εισέλθουν με το αυτοκίνητό τους στην ιδιοκτησία τους.
Ο ισχυρισμός τους αυτός είναι εν μέρει πράγματι αληθής, όπως αναφέρει ο ως άνω πραγματογνώμονας, το εν λόγω όμως πρόβλημα μπορεί, όπως ο ίδιος περαιτέρω διευκρινίζει στην έκθεσή του να αποκατασταθεί με την καθαίρεση μέρους της λιθοδομής, που υπάρχει εκατέρωθεν της σιδερένιας εισόδου, με μικρή σχετικά δαπάνη, με αποτέλεσμα έτσι να προκύψει ελεύθερο άνοιγμα εισόδου 2,90 μέτρα και να είναι πλέον, δυνατή και με αυτοκίνητο η είσοδος από την ως άνω πόρτα εισόδου στην ιδιοκτησία των εναγομένων.
Σε κάθε δε περίπτωση η παραπάνω ατέλεια μπορεί να αποκατασταθεί και δεν αναιρεί την ιδιότητα της παραπάνω διόδου ως κοινόχρηστης... Ακόμη το ότι η εν λόγω κοινόχρηστη διόδος είναι επαρκής για τις ανάγκες επικοινωνίας του ακινήτου των εναγομένων αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η οικογένεια ..... χρησιμοποιεί αποκλειστικά τη δίοδο αυτή για να εισέρχεται και εξέρχεται από το ακίνητό της".
Η αιτιολογία, όμως, αυτή της προσβαλλομένης αποφάσεως ενέχει αοριστία και ασάφεια αφενός ως προς το αν στην περιοχή της επίδικης διόδου υπάρχει ή όχι εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως, ενόψει των διαμετρικά αντίθετων ισχυρισμών των διαδίκων και ορισμένων εγγράφων και αφετέρου στο κρίσιμο, ως άνω, θέμα της δυνατότητας χρησιμοποιήσεως της προϋπάρχουσας, κατ΄αυτήν κοινόχρηστης διόδου, από τους εναγομένους-αναιρεσείοντες με αυτοκίνητο, αφού δεν διευκρινίζεται σ'αυτήν αν η επιβαλλομένη, κατά το Εφετείο αποκατάσταση με την καθαίρεση μέρους της λιθοδομής θίγει ή όχι και ξένη ιδιοκτησία και δη την ιδιοκτησία της οικογενείας ....., όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα εφαρμογής των άρθρων 100 του ν.δ. 8/1973 και 1132 του ΑΚ, κατά τους σχετικούς βάσιμους λόγους του αναιρετηρίου (τρίτο, έβδομο, όγδοο και έννατο), που στηρίζονται στην παραπάνω διάταξη (άρθρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς προσκόμισαν και επικαλούνται οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως του (Ολ.ΑΠ 42/2002). Για την ουσιαστική δε βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων.
Εν προκειμένω το Εφετείο βεβαιώνει, στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε πλην άλλων, και από "τα έγγραφα που νόμιμα και παραδεκτά προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι", μνημονεύει δε ρητώς, μεταξύ άλλων, "και το υπ'αριθμ. Πρωτ. 1679/24-5-1999 έγγραφο του Δήμου Άνω Σύρου, όπου αναφέρεται ότι η εν λόγω δίοδος είναι δημοτική".
Παρά την ανωτέρω, όμως, βεβαίωση του Εφετείου, από όλο το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθκε και η αναφερομένη στον έκτο λόγο αναιρέσεως 4346/5-9-2002 βεβαίωση του Δήμου 'Ανω Σύρου, κατά την οποία η ανωτέρω δίοδος "δεν είναι δημοτικός δρόμος". Οι αμφιβολίες δε για την συνεκτίμηση (από το Εφετείο) του παραπάνω, κρίσιμου, οπωσδήποτε, εγγράφου δημιουργούνται όχι μόνο από την παράλειψη χωριστής μνείας και ειδικής αξιολογήσεώς του από το Εφετείο, παρότι αυτό μνημόνευσε ρητώς και ειδικώς το προαναφερόμενο 1679/24-5-1999 έγγραφο του ίδιου Δήμου, με το ακριβώς αντίθετο περιεχόμενο αλλά και από το υπόλοιπο περιεχόμενο και τις σχετικές παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με την ιδιότητα της προϋπάρχουσας (πριν τη σύσταση της ένδικης δουλείας) διόδου του ακινήτου των εναγομένων προς κοινόχρηστο χώρο.
Συνακόλουθα, πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως παραδεκτοί και βάσιμοι οι από τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρου 559 αριθ.19 και 11 γ' ΚΠολΔ αντιστοίχως) τρίτος, έκτος έβδομος, όγδοος και έννατος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 117/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείται από άλλους δικαστές από αυτούς, που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Σεπτεμβρίου 2006.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 4 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ