Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and reliance on non-appealable evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the labor court's decision regarding a wage reduction. The appellant argued the lower court violated collective bargaining laws and failed to apply common sense, but the court found these grounds vague and irrelevant. The appeal was rejected because the arguments focused on evidence evaluation, which is not subject to appellate review, and the statutory claims lacked a factual basis in the original lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on vague allegations regarding common sense or evidence evaluation are inadmissible, and appeals relying on facts not established in the original proceedings fail due to lack of foundation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 162 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 162/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Τ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστάθιο Γραμμένο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Ε. Α. Ε." και το δ.τ. "Χ. Ε. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαϊωάννου, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιούμενη: Σωματείο με την επωνυμία "Ε. Π. Η. Ε. Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την προφορικά ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου προς το οποίο κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 189/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5378/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 9-12-2019 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 418/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 4726/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21.12.2022 και με αριθμό κατάθεσης ... αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 4726/16.9.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά την αναίρεση με την υπ' αριθμ. 418/2021 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού της υπ' αριθμ. 5378/2019 απόφασης του ίδιου Εφετείου, και με την οποία (4726/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 6.3.2017 και με αριθμ.
κατάθεσης 1730/1403/10.3.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Ε. Α. Ε." και μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 189/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκδίκασης της από 30.6.2015 και με αριθμό κατάθεσης 70376/2302/30.6.2015 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) μετά από κλήτευση (κοινοποίηση της αίτησης αναίρεσης) κατ' άρθρο 81παρ.3 του ΚΠολΔ στο Σωματείο με την επωνυμία "Ε.
Π. Η. Ε. Α.", το οποίο πρωτοδίκως είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος - αναιρεσείοντος για τη δικάσιμο της 23.5.2023 (βλ. υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μ. Λ.. Γ.), οπότε και ματαιώθηκε λόγω διεξαγωγής βουλευτικών εκλογών και προσδιορίστηκε οίκοθεν κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, για την παρούσα δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2023, εγγραφείσα στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, της εγγραφής αυτής επέχουσας ισχύ κλήτευσης όλων των διαδίκων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 εδ. α' ν.2112/1920 ορίζεται: "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται χωρίς ο τελευταίος να έχει δικαίωμα για την τροποποίηση αυτή από το νόμο, την ατομική σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό εργασίας, ούτε να ανήκει στην από το διευθυντικό δικαίωμά του απορρέουσα εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του (ή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος - άρθρο 281 ΑΚ).
Για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης δεν αρκεί η μεταβολή των όρων εργασίας να είναι μονομερής, αλλά απαιτείται επιπλέον να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή και ηθική ζημία. Από την παραπάνω διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648, 652 παρ. 1 και 656 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας, ο τελευταίος έχει διαζευκτικά τις εξής δυνατότητες (α) να αποδεχθεί την μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ' άρθ. 361 ΑΚ σύναψη (σιωπηρά) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (β) να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη ως καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης που προβλέπεται από το ν.2112/1920 και (γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, στην περίπτωση δε αυτήν, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας (ο μισθωτός) την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Βλαπτική μεταβολή θεωρείται και ο υποβιβασμός και η ανάθεση στον εργαζόμενο καθηκόντων υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσης στην επιχείρηση που συνεπάγεται, άμεσα ή έμμεσα, δυσμενείς υλικές ή και ηθικές συνέπειες, όπως η μείωση των αποδοχών του κλπ (ΑΠ 418/2021, 1277/2021, 216/2017, 447/2015, 791/2014, ΑΠ 24/2014). Κρίσιμος χρόνος για τον χαρακτηρισμό της μονομερούς μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας ως βλαπτικής ή μη, και δη για την κρίση ως προς τον χαρακτήρα της νέας θέσης, στην οποία τοποθετείται ο εργαζόμενος από τον εργοδότη, ως υποδεέστερης ή μη σε σχέση με αυτήν που κατείχε προηγουμένως, είναι ο χρόνος της πραγματοποίησης της μεταβολής αυτής, αφού κατά τον χρόνο αυτόν και με τα υπάρχοντα τότε δεδομένα καλείται και ο εργαζόμενος να την αποδεχθεί ή να την αποκρούσει, εφόσον αυτή είναι οριστική και μόνιμη κατά τον ως άνω χρόνο (ΑΠ 1215/2022, 1277/2021, 126/2011).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (Ολ ΑΠ 1/2022, 3/2020, 27/1998). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, 24/1992).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκείμενη περίπτωση από την επισκόπηση της αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής:
Με αγωγή που άσκησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκθέτει, ότι προσλήφθηκε την 1.7.2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εκδότρια της εφημερίδας μικρών αγγελιών με τίτλο "Χ. Ε.", ως υπάλληλος με πενθήμερη πλήρη απασχόληση, ότι οι όροι αμοιβής και εργασίας του συμφωνήθηκαν αυτοί που προβλέπονται από τις αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενες ισχύουσες ΣΣΕ.
Ότι συμφωνήθηκε επίσης να αναγνωριστεί η προϋπηρεσία του στην Α.Ε με την επωνυμία "Ε. Χ..Κ.. Τ. ΑΕ", στην οποία είχε προσληφθεί την 9.4.1987, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης, σε περίπτωση απόλυσής του, καθώς επίσης ότι το προσωπικό που εργαζόταν στην ως άνω εταιρεία και μεταφέρθηκε στην εναγομένη ως διάδοχο αυτής, μεταξύ των οποίων ήταν και ο ενάγων, θα είχαν πλήρη και ρητή αναγνώριση του διανυθέντος σε αυτήν χρόνου προϋπηρεσίας, για τα εξ αυτής συνεχόμενα δικαιώματα.
Ότι τα καθήκοντά του κατά τον χρόνο μεταβίβασης της εφημερίδας Χ. Ε. στην εναγομένη, ήτοι τον Ιούνιο 2008, ήταν του προϊσταμένου του εμπορικού τμήματος και ειδικότερα ήταν υπεύθυνος του τμήματος λιανικών πωλήσεων μικρών αγγελιών, υπεύθυνος ορθής καταχώρισης των μικρών αγγελιών στην εφημερίδα κατά τα συμφωνηθέντα με τους πελάτες και υπεύθυνος τιμολόγησης-εισπράξεων.
Ότι η εναγομένη τον Ιανουάριο του 2010 χωρίς κανένα εμφανή λόγο του αφαίρεσε την αρμοδιότητα του υπευθύνου πωλήσεων μικρών αγγελιών λιανικής και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους την αρμοδιότητα του τμήματος είσπραξης-τιμολόγησης. Επιπλέον περί τις αρχές του έτους 2010 γινόταν δέκτης ειρωνικών σχολίων εκ μέρους των αμέσων προϊσταμένων του, ότι τον Σεπτέμβριο του 2013 μειώθηκαν μονομερώς παράνομα και αυθαίρετα οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 2700 ευρώ αντί του ποσού των 3246,53 ευρώ που λάμβανε μέχρι τότε, ότι τον Φεβρουάριο και τον Οκτώβριο του 2014 του δόθηκε εντολή από την οικονομική διεύθυνση να εκπαιδεύσει στο αντικείμενο του άλλους συναδέλφους.
Ότι οι ενέργειες αυτές της εναγομένης αποτελούσαν βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και γι' αυτό τον λόγο με την από 31.12.2014 εξώδικη δήλωσή του, η οποία περιήλθε αυθημερόν στην εναγομένη άσκησε τα εκ του νόμου δικαιώματά του και την κάλεσε να του καταβάλει την δικαιούμενη αποζημίωση απόλυσής του, διότι την μονομερή αυτή μεταβολή θεωρεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, και επιπλέον της κατέστησε σαφές, ότι το σχέδιο που εξύφανε και εφάρμοσε της εργασιακής απαξίωσης και της μείωσης της προσωπικότητάς του, ότι συνιστά και προσβολή αυτής.
Ζήτησε δε, μετά από νόμιμο περιορισμό εν μέρει του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να του καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 47.451,42 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει 20.000 ευρώ για την ίδια αιτία νομιμότοκα από 31.12.2014, καθώς και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει 20.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τη παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντα, εκδόθηκε η 189/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 47.451,42 ευρώ νομιμότοκα από 1.1.2015 και το ποσό των 2.000 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και την υποχρέωσε να του καταβάλει επίσης το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμότοκα από 1.1.2015.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη εταιρεία άσκησε την από 6.3.2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 5378/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την έφεση κατ' ουσία, μετά δε την αναίρεση της τελευταίας λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών, με την με αριθμό 418/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, εκδόθηκε η προσβαλλομένη με αριθμό 4726/2022 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, ως δικαστηρίου παραπομπής.
Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: " Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων) προσελήφθη από την εναγομένη (και ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία τυγχάνει εκδότρια της εφημερίδας μικρών αγγελιών με τίτλο "Χ.
Ε.", την 1.7.2008 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος με πενθήμερη απασχόληση και σύμφωνα με τους όρους αμοιβής και εργασίας που προβλέπονταν από την εκάστοτε ισχύουσα σ.σ.ε. μεταξύ της "Ένωσης Προσωπικού ..." και της "Ένωσης Ιδιοκτητών ...". Η εναγομένη επιχείρηση απέκτησε το σήμα της εφημερίδας αγγελίας "Χ.
Ε." κατόπιν απόσχισης του οικείου κλάδου και πώλησης από την αρχική ιδιοκτήτρια "Ε. Χ..Κ..Τ. ΑΕ". Το προσωπικό μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, που εργαζόταν από 9.4.1987, μεταφέρθηκε στην εναγομένη με πλήρη και ρητή αναγνώριση του χρόνου προϋπηρεσίας (βλ. το από 1.7.2008 έγγραφο της εναγομένης προς τον ΟΑΕΔ Κ.Π.Α. Ν.
ΚΟΣΜΟΥ). Ο ενάγων τυγχάνει μέλος από το 2006 του διοικητικού συμβουλίου της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης η οποία εκπροσωπεί τους διοικητικούς υπαλλήλους των εφημερίδων με την επωνυμία "Ε. Π. Η. Ε. Α.". Ο ενάγων απασχολείτο στην εναγομένη ως βοηθός Λογιστή από 1.9.2006 έως 1.9.2013 και ως Λογιστής από 1.9.2013, του είχαν δε ανατεθεί από την 1.3.1993 τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Εμπορικού Ελέγχου που υπάγεται στην Οικονομική Διεύθυνση της εταιρείας της εναγομένης (βλ.
τις από 27.8.2010, 14.2.2011 και 26.2.2014 βεβαιώσεις της εναγομένης τις οποίες εξέδωσε η Διευθύντρια Ανθρώπινου Δυναμικού της Κ. Θ.). Συγκεκριμένα τα καθήκοντα του συνίσταντο στην τιμολόγηση των επαγγελματικών αγγελιών και διαφημίσεων στους πελάτες, ενώ, στα πλαίσια αυτά, εμπλεκόταν με την ορθή καταχώρηση των μικρών αγγελιών στην εφημερίδα.
Μέχρι το έτος 2010, στην επιχείρηση της εναγομένης λειτουργούσε τμήμα λιανικών πωλήσεων αγγελιών, δηλαδή εξυπηρετούσε τους πελάτες που ήθελαν να καταχωρήσουν κάποια αγγελία στην εφημερίδα και προσέρχονταν στις εγκαταστάσεις της για τον σκοπό αυτό. Λόγω της εμπειρίας του ο ενάγων είχε οριστεί επικεφαλής μιας ομάδας εργαζομένων της εταιρίας που απασχολούνταν με αυτό το αντικείμενο.
Κατά το χρόνο εκείνο (2010), όμως, το τμήμα αυτό καταργήθηκε, διότι πλέον δεν υπήρχε η συγκεκριμένη ανάγκη, τουλάχιστον σε τέτοια έκταση, ώστε να δικαιολογείται η διατήρησή του, ενώ η εναγομένη τροποποίησε πλήρως το μοντέλο της λειτουργίας της, προκειμένου να ανταποκριθεί στα δεδομένα της εποχής, να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και να ικανοποιήσει τις ανάγκες των πελατών της, αλλά και προκειμένου να κατορθώσει να είναι βιώσιμη.
Πλέον καταχωρούνται αγγελίες ιδιωτών κυρίως ηλεκτρονικά ή μέσω τηλεφωνικού κέντρου, ενώ η φυσική παρουσία απαιτείται μόνο για τα "προσωπικά", δηλαδή τα συνοικέσια, διαδικασία που υλοποιείται μέσω της υπεύθυνης του τηλεφωνικού κέντρου. Κατά τα λοιπά τα καθήκοντα του ενάγοντα παρέμειναν αμετάβλητα καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης με την εναγομένη.
Τα ανωτέρω προκύπτουν από την κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης Ά. Κ., η οποία από τον Σεπτέμβριο του έτους 2015 είναι διευθύντρια ανθρωπίνων πόρων της εναγομένης, ενώ από τον Σεπτέμβριο του έτους 2010, οπότε προσλήφθηκε, μέχρι τότε (9/2015) ήταν συνάδελφος με τον εναγόμενο στην οικονομική διεύθυνση και συνεπώς είχε πλήρη γνώση και ιδίαν αντίληψη για τα καθήκοντά του.
Ακόμη, τα παραπάνω προκύπτουν από την υπ' αριθμ. 11172/14.12.2016 ένορκη βεβαίωση του Ν. Μ., ο οποίος ήταν Οικονομικός Διευθυντής της εταιρίας από το έτος 2012, καθώς και από τον μάρτυρα απόδειξης Χ. Π., ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγομένη μέχρι τον Νοέμβριο του 2010 και ως προς τα καθήκοντά του ανέφερε ότι ο ενάγων συντόνιζε το τμήμα υποδοχής εμπορικών αγγελιών, ενώ μέχρι τη λύση της εργασιακής του σχέσης συνέχισε να έχει τον εμπορικό έλεγχο και την τιμολόγηση των αγγελιών, ενώ του είχε αφαιρεθεί από το έτος 2010 μόνο η αρμοδιότητα της πώλησης ιδιωτικών αγγελιών.
Επομένως, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι η εναγομένη αφαίρεσε καθήκοντα από τον ενάγοντα και μάλιστα παράνομα και αντισυμβατικά ή καθ' υπέρβαση του διευθυντικού της δικαιώματος. Σε κάθε περίπτωση η ανωτέρω μεταβολή των καθηκόντων του συνέβη το έτος 2010. Έκτοτε έχει αλλάξει η δομή της εναγομένης, όπως και πολλά στελέχη αυτής, ενώ ο ενάγων συνέχισε να εργάζεται χωρίς να έχει διαμαρτυρηθεί μέχρι και το έτος 2014.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 μειώθηκαν οι μηνιαίες μεικτές αποδοχές του ενάγοντα από 3.246,53 ευρώ σε 2.700 ευρώ. Η εναγομένη προέβη στον υπολογισμό των νομίμων αποδοχών του, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4046/2012 και της ΠΥΣ 6/28.2.2012 (ΦΕΚ 38/28.2.2012), με αποτέλεσμα να προκύπτει πλέον κάποια μείωση στις νόμιμες αποδοχές του.
Η εναγομένη κατ' ενάσκηση νομίμου δικαιώματός της, προέβη στην ανωτέρω μείωση και προκειμένου να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και τις νέες συνθήκες που είχαν ήδη διαμορφωθεί στον κλάδο της, αλλά και στην επιχείρησή της ειδικότερα, οι οποίες επέβαλαν να υπάρξει κάποιας έκταση περικοπή στις καταβαλλόμενες αποδοχές των εργαζομένων.
Ωστόσο, ακόμα και μετά τις μειώσεις που εφαρμόστηκαν, η εναγομένη συνέχισε να καταβάλλει στον ενάγοντα αποδοχές αρκετά υψηλότερες από τις νόμιμες και ο ενάγων δεν αποδείχθηκε ότι διαμαρτυρήθηκε προς την εναγομένη για την μείωση αυτή μέχρι τη λήξη της εργασιακής του σχέσης, ήτοι για χρονικό διάστημα 15 μηνών.
Ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή ότι γινόταν δέκτης ειρωνικών σχολίων από τον Χ. Σ. και τον Ν. Μ., ήτοι δύο υπαλλήλους της εναγομένης που διετέλεσαν οικονομικοί διευθυντές, σχετικά με την ηλικία του και την ενασχόλησή του ως μέλος του ΔΣ της ΕΠΗΕΑ με προσφώνηση "πρόεδρε", "στην ηλικία σου χρειάζεται το ζακετάκι", ότι απαξιώθηκε από τους ανωτέρω η εμπειρία του και η γνώση του σχετικά με το αντικείμενο του παρουσία συναδέλφων του λογιστηρίου με σχόλια όπως "τί ξέρεις από αγγελίες" και "γιατί σε φώναξαν στην ομάδα εργασίας για να φτιάξεις το action plan της εταιρίας για το 2016", προσβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο την προσωπικότητά του.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο Ν. Μ., που διαδέχθηκε τον Χ. Σ. το έτος 2012, όταν λύθηκε η εργασιακή σχέση του τελευταίου με την εναγομένη, προέβη σε απαξιωτική συμπεριφορά σε βάρος του ενάγοντα προσφωνόντας τον με τις ανωτέρω εκφράσεις. Ο μάρτυρας απόδειξης Χ. Π., ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγομένη μέχρι 25.11.2010, στην ένορκη κατάθεσή του σε ερώτηση αν υπήρχε απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι στον ενάγοντα απάντησε "δεν έχω περιστατικά που να ανακαλώ, αλλά μπορώ να σας πω ότι ήταν μια γενική αίσθηση που είχα στην εφημερίδα γιατί μου το έλεγε και ο εμπορικός και οικονομικός διευθυντής ότι άστον αυτόν στην άκρη, έλα εδώ να δούμε πως θα δουλέψουμε εμείς" και ο Σ.
Π., μάρτυρας απόδειξης, ο οποίος απασχολήθηκε στην εναγομένη έως τον Ιανουάριο του 2010, στην υπ' αριθμ. 8192/22.10.2018 ένορκη βεβαίωσή του αναφέρει "ήμουν αυτήκοος μάρτυρας όταν στο γραφείο του Εμπορικού Διευθυντού κ. Γ. Π. παρουσία και του Εμπορικού Διευθυντού on line κ. Μ. Θ. ο Οικονομικός Διευθυντής κ. Χ. Σ. τον έδιωξε παρουσία των υπολοίπων άνευ αιτίας με τρόπο προσβλητικό και απαξιωτικό".
Όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ή διαμαρτυρία αναφορικά με τη συμπεριφορά του ανωτέρω συναδέλφου του, ο οποίος δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και η συμπεριφορά του και οι όποιες απόψεις του δεν αποδείχθηκε ότι εξέφραζαν τη θέση της εταιρείας της εναγομένης για τον ενάγοντα.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τον Φεβρουάριο του 2014 δόθηκε εντολή στον ενάγοντα να εκπαιδεύσει άλλο συνάδελφό του. Όπως και τον Ιούλιο του 2014 του ανατέθηκε να εκπαιδεύσει την Ν. Α. και τον Χ. Α., στον υπολογισμό των μηνιαίων προμηθειών των πωλητών, προκειμένου ο επόμενος υπολογισμός (Αύγουστος 2014) να γίνει από αυτούς. (....) Ωστόσο, από τα παραπάνω δεν αποδεικνύεται ότι ο απώτερος σκοπός ήταν η αντικατάσταση του ενάγοντα από αυτούς που θα εκπαίδευε, όπως επίσης δεν αποδείχθηκε ότι μέχρι τη λήξη της εργασιακής του σχέσης ο ενάγων αντικαταστάθηκε από κάποιον από αυτούς που εκπαίδευσε.
Το γεγονός δε ότι ανατέθηκε στον ενάγοντα να εκπαιδεύσει άλλους εργαζομένους σημαίνει ότι υπήρχε εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του και αναγνώριση των δεξιοτήτων του, της εμπειρίας και των ικανοτήτων του στο αντικείμενο ενασχόλησής του. Άλλωστε η αναγνώριση από την εναγομένη των ικανοτήτων και της εμπειρίας του ενάγοντα προκύπτει και από την δήλωση του διευθύνοντα συμβούλου της εναγομένης Π.
Κ. που εξέφραζε την επιθυμία του να τον αναβαθμίσει και να αξιοποιήσει ακόμη περισσότερο την εμπειρία του στα πλαίσια των οργανωτικών μεταβολών που είχε προγραμματίσει στην εναγομένη, από τον Μάιο του 2014 που ανέλαβε, όπως προκύπτει από την κατάθεσή του ιδίου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Ν.
Μ. στην υπ' αριθμ. 1172/14.12.2016 ένορκη κατάθεσή του, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης Ά. Κ. στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και από την κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης Π. Λ. στην υπ' αριθμ. 8193/22.10.2018 ένορκη βεβαίωσή της. Ο ενάγων με την από 31.12.2014 εξώδική δήλωσή του, η οποία περιήλθε αυθημερόν στην εναγομένη, διαμαρτυρήθηκε "για την αυθαίρετη και παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας του, δηλώνοντας ότι τη θεωρεί ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσής του", ενώ είχε ήδη εξεύρει άλλη εργασία και συγκεκριμένα στον ΕΔΟΕΑΠ (Ενιαίο Δημοσιογραφικό Οργανισμό Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης).
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε από την εναγομένη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος και ότι ο τελευταίος δικαιούταν κατ' άρθρο 7 του ν. 2112/1920 να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος και ότι ο τελευταίος δικαιούται, κατ' άρθρο 7 του ν. 2112/1920, να θεωρήσει αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος και ο δεύτερος λόγος της έφεσης της εκκαλούσας, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων (τρίτου και τέταρτου) της έφεσης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση με αριθμό 4726/2022 δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσίβλητης εταιρείας και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό 189/2017, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή.
Με την ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ' όσον διέλαβε σε αυτή, σαφείς, επαρκείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα δηλαδή της μη υπάρξεως μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, που ανταποκρίνονται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 7 εδ.α' ν.2112/1920 και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, την οποία δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθ' όσον, ειδικότερα, αναφέρονται στην απόφαση όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο και χωρίς αντιφάσεις αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δεν υπήρξε εκ μέρους της αναιρεσίβλητης μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αναιρεσείοντος ώστε να δικαιούται ούτος κατ' άρθρο 7 του ν. 2112/1920, να θεωρήσει ότι υπήρξε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και να απαιτήσει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές, ήτοι:
α) ότι τα καθήκοντα του αναιρεσείοντος από την πρόσληψή του από την αναιρεσίβλητη εταιρεία συνίσταντο στην τιμολόγηση των επαγγελματικών αγγελιών και διαφημίσεων στους πελάτες καθώς και στην ορθή καταχώρηση των μικρών αγγελιών στην εφημερίδα, β) ότι μέχρι το έτος 2010, στην επιχείρηση της εναγομένης λειτουργούσε τμήμα λιανικών πωλήσεων αγγελιών, το οποίο εξυπηρετούσε τους πελάτες που ήθελαν να καταχωρήσουν κάποια αγγελία στην εφημερίδα και προσέρχονταν στις εγκαταστάσεις της για το σκοπό αυτό, ο δε ενάγων, λόγω της εμπειρίας του, είχε οριστεί επικεφαλής μιας ομάδας εργαζομένων της εταιρείας που απασχολούνταν με αυτό το αντικείμενο, γ) ότι από το έτος 2010 το εν λόγω τμήμα καταργήθηκε, διότι δεν υπήρχε πλέον συγκεκριμένη ανάγκη, ώστε να δικαιολογείται η διατήρησή του, και η καταχώρηση αγγελιών πραγματοποιείτο ηλεκτρονικά, με συνέπεια την αφαίρεση της εν λόγω αρμοδιότητας από τον αναιρεσείοντα, ο οποίος μάλιστα συνέχισε να εργάζεται, χωρίς να διαμαρτυρηθεί μέχρι το έτος 2014, ενώ κατά τα λοιπά παρέμειναν αμετάβλητα τα καθήκοντα του ενάγοντος, ο οποίος μέχρι τη λύση της εργασιακής του σχέσης συνέχιζε να έχει τον εμπορικό έλεγχο και την τιμολόγηση των αγγελιών και, συνεπώς, δεν υπήρξε αφαίρεση καθηκόντων από τον αναιρεσείοντα εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δ) ότι από το Σεπτέμβριο του έτους 2013 η αναιρεσίβλητη προέβη σε κάποια μείωση των μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσείοντος όπως και στους λοιπούς εργαζόμενους προκειμένου η αναιρεσίβλητη να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση, η οποία έλαβε χώρα κατ' εφαρμογή της ΠΥΣ 6/2012, για την οποία μείωση μάλιστα ο αναιρεσείων δεν διαμαρτυρήθηκε για διάστημα 15 μηνών, ε) ότι ανατέθηκε στον αναιρεσείοντα η εκπαίδευση άλλων εργαζόμενων, γεγονός, το οποίο καταδεικνύει την ύπαρξη εμπιστοσύνης στο πρόσωπό του και την αναγνώριση της εμπειρίας και των ικανοτήτων του και την πρόθεση της αναιρεσίβλητης για αναβάθμισή του (αναιρεσείοντος) και στ) ότι δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι υπήρξε απαξιωτική συμπεριφορά σε βάρος του αναιρεσείοντος, η δε αόριστη αναφορά χωρίς συγκεκριμένα περιστατικά, ότι ο Χ.
Σ., οικονομικός διευθυντής και όχι νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης φέρθηκε με τρόπο προσβλητικό και απαξιωτικό απέναντι στον αναιρεσείοντα, δεν υποδηλώνει ότι η οποιαδήποτε συμπεριφορά του ανωτέρω εκφράζει τη θέση της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, η οποία αντίθετα με την ανάθεση στον αναιρεσείοντα της εκπαίδευσης άλλων εργαζομένων, καταδεικνύει την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό του.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου σχετικός δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).
Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 122/2022, 79/2018, 1333/2018, 1512/2014, 87/2013).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1620/2022, 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και κατά το δεύτερο σκέλος λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ.
β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ο λόγος, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, από τους αναγραφομένους στο αναιρετήριο για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό, αφετέρου δε, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Τέλος, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επικαλούμενος παράβαση των διατάξεων του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος των άρθρων 3 παρ. 1, 7, 8 παρ. 2, 9 παρ. 1, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 2 ν.1876/1990, 6/2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΟΥ, ΦΕΚ Α' 38/28.2.2012 και συγκεκριμένα των διατάξεων περί Συλλογικών Συμβάσεων και της συνέπεια παραβάσεως αυτών μονομερούς βλαπτικής μεταβολής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, συνισταμένης στη μείωση των αποδοχών του αναιρεσείοντος στο ποσό των 2700 ευρώ.
Ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως καθ' όσον από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής τα αναφερόμενα σε αυτή πραγματικά περιστατικά στηρίζουν εφαρμογή μόνο της διατάξεως του άρθρου 7 του Ν.2112/1920 και ουδόλως εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, ήτοι η αγωγή δεν στηριζόταν στις ανωτέρω διατάξεις, μη διαλαμβάνουσα σχετική ιστορική βάση, ούτε και η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει παραδοχές σχετικές με τις διατάξεις αυτές.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παρέστη χωρίς να καταθέσει προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.12.2022 (αριθμ. εκθ. καταθ. 10290/1182/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αρθμ. 4726/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ