Legislator Case Law & Legislation
162/2015 AI generated

162/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 162/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

162/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 162 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 162/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Μαρία Χυτήρογλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ERGO ΑΑΕΖ" (πρώην "VICTORIA ΑΑΕΖ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή.

Του αναιρεσιβλήτου: Π. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βενετία Παπαχρήστου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4/2012 μη οριστική και 3/2014 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-6-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Χυτήρογλου διάβασε την από 24-10-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 15/2014 αίτησης αναίρεσης της 3/2014 οριστικής απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας και της συμπροσβαλλόμενης 4/2012 μη οριστικής αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου (Εφετείου Κέρκυρας). Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης προκειμένου να συμπληρωθεί η εισήγηση, άλλως την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο εκ του αριθμού 1 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα και να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να διαλαμβάνoνται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας, β) η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου, γ) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κ.λπ.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό αν δεν είναι αυτονόητη, δ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς το σε τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.ΑΠ 32/1996).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του ιδίου, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις παραδοχές της 4/2012 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας που έκρινε οριστικά επί της αγωγής του αναιρεσιβλήτου έγιναν ανελέγκτως δεκτά αναφορικά με το θέμα της υπαιτιότητας των εμπλακέντων μερών τα εξής: "... Το ένδικο αυτοκινητιστικό ατύχημα έγινε στις 18.9.2007 και περί ώρα 12 και 15', εγγύς της σε σχήμα "Τ" συμβολής της κεντρικής επαρχιακής οδού Καβαδάδων - Σιδαρίου Κέρκυρας, με τέμνουσα αυτήν σε αμβλεία γωνία άλλη επαρχιακή οδό της περιοχής, χωρίς η ορατότητα των κινουμένων επ' αυτών οδηγών να περιορίζεται.

Ήταν ημέρα με πολύ καλές καιρικές συνθήκες και η κυκλοφορία των οχημάτων καθώς και των πεζών αραιή. Η κεντρική ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης με ανά μία λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς διαγράμμιση και συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,30 μέτρων. Το πλάτος της ασφάλτου της καθέτου οδού, για την οποία δεν προέκυψε αν είναι μονόδρομος ή διπλής κατεύθυνσης, κυμαίνεται από 3,20 - έως 5,60 μέτρα και εγγύς της συμβολής των οδών σε 6,80 μέτρα.

Σήμανση που να ρυθμίζει την προτεραιότητα των οχημάτων δεν υπήρχε, ούτε και σχετική για το ανώτερο όριο των κινουμένων οχημάτων. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα είναι οι ακόλουθες: Ο ενάγων, οδηγώντας στον παραπάνω τόπο και χρόνο τη με αρ. κυκλοφορίας ΕΤΙ - 560 δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας του, κινούνταν επί της ως άνω κεντρικής οδού με κατεύθυνση από Καβαδάδες προς Σιδάρι.

Στον ίδιο χρόνο ο Β. Α., οδηγώντας το με αρ. κυκλοφορίας ... λεωφορείο στο οποίο μετέφερε μαθητές και ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες και σωματικές βλάβες στην εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν επί της ως άνω καθέτου οδού, από δεξιά δηλαδή του ενάγοντος. Ο προορισμός του ήταν να μεταβεί προς Καβαδάδες, ήτοι αντίθετα αυτού (ενάγοντος).

Όταν ο Β. Α. έφθασε στη διασταύρωση των οδών, εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την προτεραιότητά του σε σχέση με τους κινούμενους επί της οδού Καβαδάδων - Σιδαρίου Κέρκυρας οδηγούς και εν προκειμένω του ενάγοντος, χωρίς να ανακόψει την πορεία του και ελέγξει την εξ αριστερών κίνηση των οχημάτων, επιχείρησε αριστερή στροφή, προκειμένου και αφού διέλθει το αντίθετο ρεύμα του ενάγοντος, να κατευθυνθεί προς Καβαδάδες.

Ο ενάγων εκλαμβάνοντας και αυτός ότι είχε προτεραιότητα επειδή κινούνταν σε κεντρική οδό σε σχέση με τους κινούμενους δεξιά του και επί της καθέτου ως άνω οδού οδηγούς και εν προκειμένω του Β. Α., πριν από τη συμβολή των δρόμων, δεν ανέκοψε την πορεία του αλλά συνεχίζοντας αυτήν, επέπεσε με το εμπρόσθιο προς το αριστερό τμήμα του οχήματος του επί του μέσου περίπου της αριστερής πλευράς του λεωφορείου που ωστόσο και ως ανωτέρω επιχειρούσε, χωρίς διακοπή της πορείας του, την αριστερή στροφή, με αποτέλεσμα και συνεπεία της σύγκρουσης, την ανατροπή του δικύκλου και την πτώση του οδηγού του στο οδόστρωμα από την οποία και ο σοβαρός τραυματισμός του...

και την πρόκληση υλικών ζημιών στα οχήματα. Η ταχύτητα αμφοτέρων των οδηγών δεν διακριβώθηκε, δοθέντος ότι από την αρμόδια τροχαία που επελήφθη σχετικά, δεν ανευρέθησαν ίχνη τροχοπεδήσεως... Από την συνεκτίμηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων και με δεδομένο ότι σύμφωνα με την ως άνω νομική σκέψη, στη συμβολή των παραπάνω οδών σχήματος "Τ" στην οποία δεν υπήρχε σήμανση ούτε συνέτρεχε κάποια από τις απαριθμούμενες στο εδ.

β' της παρ. 5 του άρθρου 26 του ΚΟΚ εξαιρέσεις, η προτεραιότητα ανήκε στον κινούμενο εκ δεξιών και επί της καθέτου οδού οδηγό του λεωφορείου (εδ. α' παρ. 5 άρθ. 26 ΚΟΚ), υπαίτιοι του ατυχήματος κρίνονται και οι δύο οδηγοί. Ειδικότερα, διότι ο μεν οδηγός του λεωφορείου από αμέλειά του, έχοντας προτεραιότητα στον οδικό κόμβο, κινούμενος επί της καθέτου οδού και θέλοντας να εισέλθει στην κεντρική οδό για να κατευθυνθεί προς Καβαδάδες, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του έτσι ώστε να πράξει τον ελιγμό αυτό χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των χρηστών της οδού που κινούνταν αριστερά ή δεξιά της κεντρικής οδού όπως όφειλε από τις επιταγές των διατάξεων των άρθ. 12 παρ. 2, 19 παρ. 1, 2, 3 και 21 παρ. 1 του ΚΟΚ, αλλά αντίθετα και παρά το ότι με το όχημά του μετέφερε μαθητές, εισήλθε στη στροφή, χωρίς έλεγχο, απότομα και αιφνιδιαστικά, με αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς του, να μην αντιληφθεί την κίνηση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του ενάγοντος επί της κεντρικής οδού.

Ο ισχυρισμός του ότι πριν επιχειρήσει τη στροφή ήλεγξε δεξιά και αριστερά της κεντρικής οδού δεν κρίνεται πειστικός από το δικαστήριο διότι, αν ήταν αληθής, και, δοθείσας της ορατότητας του επί της κεντρικής οδού, η οποία επιβεβαιώνεται τόσο από την τροχαία αλλά και από τις μη αμφισβητηθείσες φωτογραφίες που απεικονίζουν τον τόπο του συμβάντος με συμβαλλόμενες σε αμβλεία γωνία τις παραπάνω οδούς, οπωσδήποτε θα έβλεπε την κίνηση της μοτοσυκλέτας που ωστόσο κατέφθασε στη συμβολή και θα ανέκοπτε την πορεία του.

Ο δε ενάγων διότι από αμέλειά του και κατά παράβαση της παρ. 5 του άρθ. 26, 12 παρ. 1 και 19 παρ. 3 του ΚΟΚ, στον ανωτέρω και χωρίς σήμανση οδικό κόμβο δεν παραχώρησε προτεραιότητα στον κινούμενο από δεξιά του ανωτέρω οδηγό, αλλά πιστεύοντας πεπλανημένα ότι λόγω της κινήσεώς του σε κεντρική οδό είχε προτεραιότητα, χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ώστε να ελέγξει τους εξ αριστερών του κινούμενους οδηγούς, συνέχισε και αυτός χωρίς ανακοπή την πορεία του και εισήλθε στη διασταύρωση όπου, όμως, και ήδη είχε προχωρήσει ο οδηγός του λεωφορείου.

Κατά μερική δε παραδοχή της σχετικής ένστασης της εναγομένης το ποσοστό συνυπαιτιότητάς του κρίνεται και ανέρχεται σε 50%...". Από τις άνω παραδοχές προκύπτει ότι η απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο θέμα της αιτιώδους συνάφειας της υπαιτιότητας των διαδίκων με το επελθόν αποτέλεσμα χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφερθούν επιπλέον στοιχεία για την απόσταση από την οποία είχε την δυνατότητα να αντιληφθεί την μοτοσυκλέτα ο οδηγός του αυτοκινήτου, ή, την σφοδρότητα με την οποία επέπεσε στο λεωφορείο ο τελευταίος καθώς και υπό ποία γωνία έγινε η στροφή του λεωφορείου όπως αβασίμως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα πλήττοντας την απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 και 19 άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ.

αφού τα άνω πραγματικά περιστατικά, εκτός του ότι εν πολλοίς παρατίθενται στην απόφαση, δεν αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για την βασιμότητα του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης απόφασης, ενώ, σε κάθε περίπτωση υπό την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων των άρθ. 914 επ.

ΑΚ και των διατάξεων των άρθ. 26 παρ. 5 ΚΟΚ πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου.

Συνεπώς, οι άνω λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ των αριθμών 1 και 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ κατά το περί υπαιτιότητας κεφάλαιο της απόφασης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου, η οποία καθορίζεται, όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμορφώσεως στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξελίξεως και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες, είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η διάταξη αυτή προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Το ποσό του επιδικαζομένου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεώς του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.

αξίωσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Στην προκειμένη περίπτωση κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της 3/2014 απόφασης αναφορικά με το κεφάλαιο που έκανε δεκτό την αξίωση του αναιρεσιβλήτου εκ της διατάξεως του άρθ. 931 ΑΚ έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "... ειδικότερα, συνεπεία της εν λόγω σύγκρουσης, ο ενάγων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κάταγμα αριστερής ωμοπλάτης, συντριπτικό κάταγμα αριστερού μηριαίου, διατροχαντήριο κάταγμα αριστερό και κάταγμα αριστερής επιγονατίδας.

Οι ως άνω κακώσεις διαπιστώθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Κέρκυρας όπου αρχικά μεταφέρθηκε αμέσως μετά το ατύχημα. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασής του όμως, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, στο οποίο νοσηλεύτηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας μέχρι την 3-10-2007 και στη συνέχεια, αφού εξήλθε από την εντατική στις 18-10-2007, υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις με οστεοσυνθέσεις, βίδες, λάμες και τοποθέτηση στεφανιών στα τρία μέρη του αριστερού ποδιού του, (βλ.

τις προσκομιζόμενες ιατρικές γνωματεύσεις - βεβαιώσεις των ως άνω νοσοκομείων σχετικά με τα ανωτέρω και φωτογραφίες του ιδίου του ενάγοντος μετά δύο μήνες από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα). Αφού εξήλθε του νοσοκομείου, παρέμεινε κλινήρης για ένα και πλέον έτος μετά το ατύχημα, δηλαδή μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2008, χωρίς να έχει τη δυνατότητα να αυτοεξυπηρετείται.....

Το Νοέμβριο του 2008 ο ενάγων εμφάνισε μετατραυματική αρθρίτιδα γόνατος, με μειωμένο εύρος κίνησης, μικρό έλλειμμα έκτασης και εξαιτίας τούτου, χωλότητα και επώδυνη βάδιση, δυσκαμψία και μετατραυματική αρθρίτιδα Βο ποδοκνημικής αριστερά με δυσκολία στη βάδιση (βλ. το από 24-11-2008 πιστοποιητικό νοσηλείας υπογραφομένου υπό του καθηγητού Ορθοπεδικής του Νοσοκομείου Ιωαννίνων, Γ.

Μ.). Σύμφωνα με τις από 25-7-2008 και 24-4-2009 γνωματεύσεις της Α' Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ (Υποκ/τος Κέρκυρας), στο οποίο ο ενάγων ήταν ασφαλισμένος, εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας ως σερβιτόρος, σε επιχείρηση της Κέρκυρας, κρίθηκε ανάπηρος κατά ποσοστό 67% συνεπεία του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα.

Η αναπηρία του αυτή συνεχίζει να υφίσταται, όπως διαπιστώθηκε με την διεξαχθείσα περί της κατάστασης της υγείας του, πραγματογνωμοσύνη. Συγκεκριμένα, κατά την εξέτασή του στις 5-7-2012 οπότε διεξήχθη η πραγματογνωμοσύνη, ήτοι μετά από πενταετία περίπου μετά τον τραυματισμό του, υπό του ως άνω ορισθέντος ως πραγματογνώμονος ιατρού Σ.

Κ., διαπιστώθηκαν τα εξής: 1) στο Αρ άκρο φέρει μυϊκή ατροφία όλων των μυϊκών ομάδων - Ανισοσκελία Αριστερά προς Δεξιά, 2) Υποκεφαλικό Κάταγμα ισχίου ΑΡ πωρωθέν με κοχλίες, 3) Κατάγματα κνημιαίων κονδύλων (ΑΡ) πωρωθέντα αλλά με ανάπτυξη μετατραυματικής αρθρίτιδας, 4) περιορισμός κινήσεως του γόνατος (ΑΡ) σε κάμψη έως 90° (φυσιολογικές τιμές έως 128°), 5) Κατάργηση της έσω στροφής του ισχίου (ΑΡ), 6) Άκρο ποδός (ΑΡ) σε ραιβότητα και μόνιμη ιπποποδία με επώδυνες κινήσεις της ως άνω αρθρώσεως.

Ένεκα των μυϊκών ατροφιών, των περιορισμών των κινήσεων και της ανισοσκελίας ο ασθενής παρουσιάζει χωλότητα. Όσα αναφέρονται στις ιατρικές βεβαιώσεις που υπάρχουν στη δικογραφία και ειδικά οι βεβαιώσεις του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, του Γενικού Νοσοκομείου Κέρκυρας και της Αβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής του ΙΚΑ Κέρκυρας, βεβαιώνει ο πραγματογνώμονας ότι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να υφίστανται.

Κατάληξε δε στο συμπέρασμα ο αυτός πραγματογνώμων ιατρός ότι η κατάσταση του ενάγοντος, όπως αναφέρεται στα ιατρικά πιστοποιητικά του Παν/κού Νοσοκομείου Ιωαννίνων και στις γνωματεύσεις της ως άνω Υγειονομικής Επιτροπής, δεν έχει μέχρι σήμερα βελτιωθεί αλλά θεωρείται μόνιμη, χωρίς να προσδοκάται περαιτέρω βελτίωση.

Νέες χειρουργικές επεμβάσεις δεν μπορούν να αποκλεισθούν με αμφίβολα όμως αποτελέσματα μακροπρόθεσμα. Ο ασθενής έχει υποστεί μόνιμη αναπηρία, η οποία συνίσταται στο μειωμένο εύρος κίνησης και έκτασης του αριστερού γόνατος, δυσκαμψία και ιπποποδία που επιφέρουν χωλότητα και δυσκολία στη βάδιση. Αναφορικά δε με το ερώτημα αν η αναπηρία θα προκαλέσει στο μέλλον βάσιμες δυσχέρειες στην επαγγελματική του πρόοδο και οικονομική ανάπτυξη, η απάντηση είναι καταφατική.

Σε ό,τι αφορά το επάγγελμα του σερβιτόρου που ασκούσε προ του τραυματισμού του, δεν μπορεί να το ασκήσει πλέον εξ αιτίας της αναπηρίας που έχει υποστεί (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι ο ενάγων ηλικίας 34 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπέστη βαρειές κακώσεις και βλάβες της υγείας του που δεν είναι αναστρέψιμες, καταστάς ανάπηρος κατά ποσοστό 67%.

Οι βλάβες αυτές καθώς και η μετατραυματική αρθρίτιδα, είναι μόνιμες και επηρεάζουν σαφώς την εκτέλεση υπ' αυτού, χειρωνακτικών εργασιών, και γενικά την επαγγελματική του πορεία στο μέλλον, ειδικά δε του αποκλείουν τη δυνατότητα άσκησης επαγγέλματος που απαιτεί χειρωνακτική εργασία και καταπόνηση του σώματος και επίσης και του επαγγέλματος σερβιτόρου που ασκούσε προ του τραυματισμού του, ενόψει ότι τούτο, όπως είναι γνωστό και εκ της κοινής πείρας, απαιτεί πολύωρη σωματική καταπόνηση ήτοι συνεχή ορθοστασία, ταχύτητα βάδισης, μεταφορά βαρών και ευχέρεια κινήσεων.

Επίσης, η μερική αυτή αναπηρία μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στη συμπεριφορά του, αφού προβλέπεται ότι θα είναι μόνιμη και μη θεραπεύσιμη, με δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομική και επαγγελματική του εξέλιξη, από την ηλικία των 34 ετών που τραυματίσθηκε και εφεξής, λαμβανομένων υπόψη και των οικογενειακών του υποχρεώσεων ως συζύγου και πατέρα δύο ανηλίκων τέκνων.

Συνεπώς, θεμελιώνεται υπέρ αυτού η εκ του άρθρου 931 ΑΚ πρόσθετη αυτοτελής αξίωση αποζημίωσης, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 ΑΚ, εκτιμάται δε ότι αυτή πρέπει να ανέλθει στο ποσό των 35.000 ευρώ και πρέπει συνεπώς, να γίνει δεκτό κατά ένα μέρος, ως και κατ' ουσία βάσιμο το σχετικό αίτημα της αγωγής και ο αντίστοιχος λόγος της Α έφεσης, ήτοι να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη έχει υποχρέωση να του καταβάλει για την αιτία αυτή, το ποσό των 35.000 ευρώ, και να απορριφθεί ο αντίθετος λόγος της Β έφεσης (της εναγομένης), με τον οποίο υποστηρίζει ότι δεν έπρεπε να επιδικασθεί καθόλου ή να επιδικασθεί μικρότερο ποσό για την αιτία αυτή, ως ουσιαστικά αβάσιμος...".

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αιτιάται πλημμέλεια εκ του αριθμών 1 και 19 άρθ. 559 ΚΠολΔ για το άνω μέρος που κρίθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αποζημίωσης λόγω αναπηρίας κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 931 ΑΚ, υποστηρίζοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης διότι παραβίασε την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και περιέλαβε εν πολλοίς αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες οι οποίες καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ο λόγος αυτός με την παράθεση μόνο των παραδοχών των προσβαλλομένων αποφάσεων, την θεωρία που έχει αναπτυχθεί από τους θεωρητικούς νομικούς επιστήμονες και την νομολογία που έχει διαμορφωθεί ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής της άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθ. 931 ΑΚ που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε καθώς και τις νομικές του απόψεις για αυτές αλλά χωρίς εξειδίκευσή του κατά την εκδοχή του ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος και ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση, πού, ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του εφαρμοστέου κανόνα, και χωρίς οποιαδήποτε εξειδίκευση ή αναφορά των ανεπαρκώς ή αντιφατικώς πραγματικών περιστατικών στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί του συγκεκριμένου ζητήματος της εφαρμογής του άρθ. 931 ΑΚ, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη, μνεία της ελλείψεως, ή, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποιά, επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ή, ως προς το σε τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, ενώ, σε κάθε περίπτωση, από τις παρατεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι ορθά εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθ. 931 ΑΚ και οι αιτιολογίες είναι πλήρεις και σαφείς ως προς την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης, ώστε να μη συντρέχει περίπτωση ευθείας ή εκ πλαγίου παραβίασής της όπως υποστηρίζεται με τον άνω λόγο της αναίρεσης ο οποίος και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος όπως και η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της.

Στην συνέχεια διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο ταμείο και καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου ο οποίος παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 15/2014 αίτηση αναίρεσης της 3/2014 οριστικής απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή των παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ