162/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated162/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Full text
Απόφαση 162 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 162/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φερμελή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη (Τάκη) Ανδρονόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 754/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 183/2011 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/5/2011 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 12/9/2013 έκθεσή της, με την οποία πρότεινε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται εάν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033 και 1192 εδ.1 Α.Κ., σαφώς προκύπτει ότι απώλεια της κυριότητας επέρχεται δια παραιτήσεως με σκοπό όπως τούτο περιέλθει σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Για την παραίτηση δε απαιτείται δήλωση του κυρίου, μετά της αποδοχής, εφόσον η παραίτηση γίνεται με σκοπό να περιέλθει το ακίνητο σε κάποιο άλλο πρόσωπο, ενώπιον συμβολαιογράφου και υποβάλλεται, ως δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση δικαιοπραξίας σε μεταγραφή.
Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ. εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 Α.Κ. όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με την δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 Α.Κ.).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 2-12-1999 αγωγή της ενάγουσας Α. Κ., ήδη αναιρεσείουσας, απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Πατρών, εξετέθησαν προς κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα έγινε κυρία, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, επί του περιγραφομένου σε αυτήν ακινήτου, ορισμένου κατά θέση, έκταση και όρια (αγροτεμαχίου) από την κληρονομία εξ αδιαθέτου του πατέρα της Κ.
Κ. του Α. την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. .../1993 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Ρούσσου που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών. Ότι το παραπάνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους αδελφούς Ι., Α.
και Β. Κ. από τους οποίους ο δεύτερος ήταν παππούς της (πατέρας του πατέρα της) και οι λοιποί δύο θείοι του πατέρα της Κ. Κ., δυνάμει του υπ' αριθ…/1936 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Δ. Σπαρτινού. Ότι κατ' έτος 1950 οι ανωτέρω συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου προέβησαν σε άτυπη διανομή της κοινής ακίνητης περιουσίας τους και συμφώνησαν όπως το παραπάνω κοινό ακίνητο περιέλθει κατά κυριότητα στον Ι.
Κ. ο οποίος έκτοτε το νεμήθηκε διανοία κυρίου, ασκώντας επ' αυτού όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές εμφανείς πράξεις με τις οποίες εκδηλωνόταν η βούλησή του να το εξουσιάζει και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε συστηματικά με οπωροκηπευτικά διαφόρων ειδών τα οποία εμπορευόταν αποκλειστικά για τον εαυτό του με την συμφωνία και έγκριση των αδελφών του, με αποτέλεσμα να έχει καταστεί αυτός κύριος του εν λόγω ακινήτου με τη συνεχή άσκηση νομής επ' αυτού από το έτος 1950 συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι το έτος 1982 με έκτακτη χρησικτησία.
Ότι με την υπ' αριθμ. .../1982 πράξη του τέως συμβολαιογράφου Πατρών Δημητρίου Μαντέλη, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, ο Ι. Κ. ως αποκλειστικός κύριος του παραπάνω ακινήτου παραιτήθηκε από το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του εν λόγω ακινήτου προκειμένου να περιέλθει αυτό προς τους ανηψιούς του, πατέρα της ενάγουσας Κ.
Κ. του Α. και τον αδελφό αυτού Η. Κ. του Α. (ήδη αναιρεσίβλητο, δεύτερο εναγόμενο) κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθέναν, δήλωση την οποία αποδέχθηκε ο πατέρας της Κ. Κ. συμβληθείς στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη. Ότι στις 11-1-1985 απεβίωσε ο πατέρας της Κ. Κ. και τότε ο Ι. Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-4-1985 συμβολαίου πωλήσεως του άλλοτε συμβολαιογράφου Πατρών Δημητρίου Μαντέλη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών, πώλησε στον Η.
Α. Κ. (θείο της) το 1/3 εξ αδιαιρέτου του ως άνω επίδικου αγρού. Παράλληλα, ο παππούς της Α. Κ., εννέα έτη μετά το θάνατο του αδελφού του Β. Κ. και τέσσερις μήνες μετά το θάνατο του γιού του κατ' έτος 1985 και πατέρα της Κ. Κ., αποδέχθηκε την κληρονομιά του αδελφού του Β., με συμβολαιογραφική πράξη που νόμιμα μεταγράφηκε, επί του 1/3 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου αγρού και, στη συνέχεια, ο παππούς της Α.
Κ. με την υπ' αριθμ. .../3-5-1985 πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου που νόμιμα έχει μεταγραφεί μεταβίβασε στον ήδη αναιρεσίβλητο υιό του Η. Κ. τα 2/3 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου αγρού. Ότι τα ανωτέρω συμβόλαια με τα οποία μεταβιβάσθηκε το παραπάνω ακίνητο στον Η. Κ. είναι άκυρα λόγω της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των μεταβιβαζόντων κατά το χρόνο κατάρτισης των προαναφερθεισών μεταβιβαστικών συμβάσεων και ως εκ τούτου ο αναιρεσίβλητος Η.
Κ. δεν έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, ζήτησε α) να αναγνωρισθεί κυρία του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των συμβολαίων με τα οποία φέρεται να περιήλθε το ακίνητο αυτό κατά πλήρη κυριότητα στον αναιρεσίβλητο Η.
Κ..
Ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο εναγόμενος Η. Κ., με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, αμφισβήτησε την κυριότητα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Κ. Κ. επί του επιδίκου ακινήτου και του απώτερου δικαιοπαρόχου της, ισχυριζόμενος ότι απέκτησε την κυριότητα του αγρού αυτού παραγώγως και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία συνυπολογίζοντας στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και το χρόνο χρησικτησίας των τριών δικαιοπαρόχων του Α., Ι., Β., καθόσον νεμήθηκαν το ακίνητο από του έτους 1936 και εντεύθεν, συνεχώς ο εκ τούτων Β. μέχρι το χρόνο του επισυμβάντος θανάτου του κατ' έτος 1976, ο Ι. μέχρι 25-4-1985 οπότε μεταβίβασε το ιδανικό του μερίδιο στον εναγόμενο αυτό και ο Α., κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαίρετου μέχρι το χρόνο του επισυμβάντος θανάτου του αδελφού του Β. Κ. και στη συνέχεια αποδεχθείς την κληρονομία του τελευταίου κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου. Η ενάγουσα καθ' υποφορά στην αγωγή της ισχυρίσθηκε ότι ο πατέρας κατέστη κύριος κατά τα ανωτέρω παρά αληθούς κυρίου.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την αγωγή και μετά από εκτίμηση των αποδείξεων την δέχθηκε ως και ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής ο εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος, Η. Κ., άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Πατρών παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί της εφέσεως αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 183/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με τις έγγραφες προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αμφισβήτησε ειδικά την κυριότητα του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Κ.
Κ. επί του επίδικου ακινήτου, ισχυριζόμενος ότι απέκτησε την κυριότητα επί του εν λόγω ακινήτου με παράγωγο τρόπο (δυνάμει των .../25-4-1985 και .../3-5-1985 συμβολαίων), αλλά και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία (συνυπολογίζοντας το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του), καθόσον το ακίνητο αυτό νεμήθηκαν από το έτος 1936, από κοινού οι αδελφοί Β.
Κ., Α. Κ. και Ι. Κ. και κατά ποσοστό 1/3 αδιαιρέτως ο καθένας, με καλή πίστη και με βάση το …/1936 συμβόλαιο του τέως συμβολαιογράφου Πατρών Δημητρίου Σπαρτινού, συνεχώς ο εκ τούτων Β. μέχρι το χρόνο (1976) του επισυμβάντος θανάτου του, ο Ι. μέχρι την 25-4-1985 οπότε μεταβίβασε το ιδανικό μερίδιό του στον εναγόμενο και ο Ανδρέας κατά ποσοστό 1/3 αδιαιρέτως μέχρι το χρόνο του επισυμβάντος θανάτου του αδελφού του Β.
και στη συνέχεια κατά ποσοστό 2/3 αδιαιρέτως με βάση την 60305/3-5-1985 πράξη αποδοχής κληρονομίας του τέως συμβολαιογράφου Πατρών Δημητρίου Μαντέλη, μέχρι την 3-5-1985, οπότε μεταβίβασε το άνω ιδανικό μερίδιό του στον εναγόμενο, ο οποίος έκτοτε από τις 25-4-1985 κατά ποσοστό 1/3 αδιαιρέτως και με βάση το .../1985 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο και από τις 3-5-1985 κατά ποσοστό 2/3 αδιαιρέτως και με βάση το .../1985 συμβόλαιο γονικής παροχής νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη συνεχώς μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής".
Η ενάγουσα αναφέρει καθ' υποφορά στην ένδικη αγωγή της ότι ο δικαιοπάροχός της Κ. Κ. είχε γίνει κύριος κατά ποσοστό 1/2 αδιαιρέτως του επίδικου ακινήτου δυνάμει της επικαλούμενης και νόμιμα προσαγόμενης .../9-11-1982 συμβολαιογραφικής πράξης του τέως συμβολαιογράφου Πατρών Δημητρίου Μαντέλη, στην οποία συμβλήθηκε και ο ίδιος.
Στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι "ο Ι. Κ. Κ. αναγνωρίζει τους Κ. Α. Κ. και Η. Α. Κ. αποκλειστικούς συγκύριους, συννομείς και συγκάτοχους ενός αγρού εκτάσεως 4.740 τετραγωνικών μέτρων ή όσης είναι κείμενου στο χωριό ... του Δήμου … και συνορευόμενου γύρωθεν με αγροτικό δρόμο και με ιδιοκτησίες Ν.
Κ., Ν. Μ., Π. Γ., Ε. Κ. και Ν. Κ.... και ουδέν δικαίωμα έχει επ' αυτού, άλλως ρητώς παραιτείται παντός τυχόν επ' αυτού δικαιώματός του. Ενταύθα εμφανίσθηκαν και οι 1)...2) Κ. Κ. του Α. και της Σ. και 3) Η. Α. Κ., οι οποίοι δήλωσαν ότι αποδέχονται τις άνω δηλώσεις του Ι. Κ. Κ...". Στην ως άνω όμως συμβολαιογραφική πράξη, ως μεταβιβαστική σύμβαση, δεν γίνεται μνεία ότι ο μεταβιβάσας Ι.
Κ. ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, ούτε επίσης γίνεται μνεία της νόμιμης αιτίας για την οποία γίνεται η μετάσταση της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου στο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Κ. Κ. και στον εναγόμενο Η. Κ. και ως εκ τούτου με το ως άνω συμβόλαιο δεν επήλθε μετάθεση της κυριότητας κατά ποσοστό 1/2 αδιαιρέτως στο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, ο οποίος δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου και δεν ήταν κύριος αυτού κατά το προαναφερθέν εξ αδιαιρέτου ποσοστό κατά το χρόνο του θανάτου του (11-1-1985).
Επομένως, η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της επί του παραπάνω ακινήτου της κληρονομικής διαδοχής, και, συνεπώς, η ένδικη αγωγή, η οποία στηρίζεται ως προς τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου, στην κληρονομική διαδοχή, είναι μη νόμιμη".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε, μετ' αποδοχή της εφέσεως, την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ακολούθως απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή. Με την κρίση του αυτή του Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 1041, 1051 Α.Κ. μη εφαρμόζοντας τις ουσιαστικού δικαίου αυτές διατάξεις, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, εφόσον στην ένδικη αγωγή εγένετο μνεία ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κ.
Κ. ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου γενόμενος τοιούτος με συμβολαιογραφική μεταβίβαση της κυριότητας σε αυτόν (παραίτηση) νομίμως μεταγεγραμμένης εκ μέρους του Ι. Κ., ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ι. Κ. ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου γενόμενος τοιούτος με έκτακτη χρησικτησία, και άρα η ενάγουσα, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, ήλκε παρ' αληθούς κυρίου, την κυριότητα του επιδίκου, υποπέσαν το Εφετείο ως εκ τούτου στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ..
Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται η σχετική πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο (Πατρών) συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση.
Πρέπει τέλος να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 183 και 176 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 183/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ