Legislator Case Law & Legislation
162/2012 AI generated

162/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 162/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 162 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 162/2012

Legislator headnote

AI generated

162/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 162 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 162/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 162 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 162/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Α. χήρας Α. Α., και 2. Δ. θυγ. Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Μήνο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1. Σ. Μ. Α., κατοίκου ..., 2. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. Β. ΑΕΒΕ" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέλιο Τουρβάτσιο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 και κατέθεσαν προτάσεις και 3. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΩΜΕΓΑ Α.Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία μετονομάσθηκε EVIMA GROUP ΑΑΕ και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Ζηργάνο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 265/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 170/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί οι αναιρεσείοντες με την από 25-10-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 7-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως στην περίπτωση που το δικαστήριο, εκτιμώντας, όπως δικαιούται, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία, γιατί η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 440 Κ.ΠολΔ για όσα περιστατικά βεβαιώνονται στα κατά τα άρθρα 438 και 439 του ίδιου Κώδικα δημόσια έγγραφα, όπως είναι και η συντασσόμενη, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ και 180 Κ.Ποιν.Δ. από την αρμόδια αστυνομική αρχή έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα σε τροχαίο ατύχημα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει συντάξει το έγγραφο, τα έγγραφα αυτά παρέχουν πλήρη απόδειξη κατά της οποίας όμως επιτρέπεται ανταπόδειξη. Έτσι, σε περίπτωση αυτοκινητικού ατυχήματος, τα περιεχόμενα στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας στοιχεία ως προς τη θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων πριν, κατά και μετά το ατύχημα και ως προς το σημείο σύγκρουσης αυτών είναι από εκείνα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως και του σχεδιαγράμματος. Επομένως, κατ' αυτού του περιεχομένου επιτρέπεται ανταπόδειξη, η οποία ενεργείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 670, 671 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες εφαρμόζονται και στη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η διαφορά κατά το άρθρο 681 Α του ΚΠολΔ, με άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμώνται με τον ίδιο τρόπο (ΑΠ 1428/2000). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, επειδή το εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, διότι δέχθηκε ότι η σύγκρουση του φορτηγού αυτοκινήτου με το ,μοτοποδήλατο έγινε στο κέντρο του οδοστρώματος, όπως κατέθεσε ο οδηγός του αυτοκινήτου ταξί και όχι στο άκρο δεξιό μέρος του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, όπως απεικονίζεται στο σχετικό σχεδιάγραμμα της τροχαίας, δηλαδή ότι παρά το νόμο προσέδωσε μείζονα αποδεικτική βαρύτητα στην κατάθεση του ως άνω μάρτυρος από εκείνη που αναφέρεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα, που αποτελεί δημόσιο έγγραφο. Εφόσον όμως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη κατά την απόδειξη και ανταπόδειξη πρόκειται για ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η σχετική κρίση του Εφετείου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ο καθιερούμενος με το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Με τον τρίτο αναίρεσης (σκέλος δεύτερο) αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ότι το Eφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο δημοσίου εγγράφου, δέχθηκε πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο δημόσιο άνω έγγραφο(σχεδιάγραμμα της τροχαίας), δεχόμενο ως σημείο σύγκρουσης το κέντρο οδοστρώματος και όχι αυτό που απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα. Εφόσον όμως, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αυτό στο οποίο κατέληξε το Εφετείο δεν το δέχθηκε ως αληθές περιεχόμενο του εγγράφου εκείνου (σχεδιαγράμματος), παρέπεται ότι δεν πρόκειται για διαγνωστικό λάθος, αλλά εκτίμηση τούτου με την έννοια που παραπάνω αναφέρεται. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων και του περιεχομένου εγγράφων, καθώς και στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (σκέλος πρώτο) προσάπτεται η αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, περιέχουσα ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι παρά το νόμο θεώρησε αντικειμενικά τα αποδεικτικά στοιχεία που κατέθεσε ο μάρτυρας των αναιρεσιβλήτων και όχι αυτά που αναφέρονται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας, ενώ θα έπρεπε να θεωρήσει ως αντικειμενικό και πειστικό το αναφερόμενο ως σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, αυτό που αναφέρεται στο σχεδιάγραμμα. Ο λόγος αυτός πλήττει την ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων και την αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων. Αναφέρεται δηλαδή σε εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο σχετικός λοιπόν λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ και διότι δεν διευκρινίζεται η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτιολογία ως προς την ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου είναι επαρκής, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι αυτή ήταν οπωσδήποτε μεγαλύτερη των 70 χλμ. που είναι το επιτρεπτό όριο, καθίσταται δε εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα, τόσον του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, όσον και του θανόντος οδηγού του μοτοποδηλάτου. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1β Κ.Πολ.Δ,, λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτό αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό. Ο ανωτέρω λόγος δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων. Για την πληρότητα όμως του προβλεπόμενου από την ως άνω διάταξη σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, του οποίου την ερμηνεία και εφαρμογή αφορούν τα διδάγματα αυτά, γιατί, αλλιώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος.

Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ.1 περ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας όσον αφορά την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως αόριστος καθόσον δεν προσδιορίζονται, οι κανόνες δικαίου στους οποίους η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων έγινε κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν και ο τρόπος κατά τον οποίο έγινε η παραβίαση. Το άρθρο 25 παρ.1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".

Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) σε στενή έννοια αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενα σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (ΟλΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνος δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, συμφώνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό ύφους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής αποτελέσματα (ΟλΑΠ 6/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της κατά το αρθ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, κατά τον προσδιορισμό της επιδικασθείσας στις αναιρεσίβλητες χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, Σύμφωνα, όμως, με όσα ήδη αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 170/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ