162/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 162 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 162/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Ιωάννη Σίδερη, Î...
Legislator headnote
AI generatedFull text
Απόφαση 162 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 162/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. - Δ. Σ. του Θ., συνταξιούχου Ι.Κ.Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου υπό του Υπουργού των Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, 2. Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Μοσχάτου Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την Ελένη Πασαμιχάλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3. Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Φεβρουαρίου 2001 ανακοπή - ανακοίνωση δίκης μετά προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3692/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 575 εδάφ. α' ΚΠολΔ, με αίτηση του εισαγγελέα, του εισηγητή ή κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο μπορεί να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως μία μόνο φορά σε μεταγενέστερη δικάσιμο, που ορίζεται αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, ενώ κατά το εδάφιο γ' του ίδιου άρθρου νέα αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνο με αίτηση του εισηγητή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδαφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο, διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολή δικάσιμο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει: 1) ότι στα πολιτικά δικαστήρια και μάλιστα στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) ότι η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει τα ονόματα των πληρεξουσίων, 3) ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της, 4) ότι εκείνος που παρίσταται στο ακροατήριο με δικηγόρο, στον οποίο όμως δεν αποδεικνύεται ότι έχει δοθεί νόμιμα ρητή σχετική πληρεξουσιότητα, θεωρείται ως μη παριστάμενος. Τέλος, κατά το άρθρο 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, "αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι" (παρ. 1). "Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε δεν εμφανιστεί ή αν εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση ..." (παρ. 2). "Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους" (παρ.3). Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 12-09-2007 αίτηση της αναιρεσείουσας Ν.-Δ. Σ. του Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3692/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών η εκδίκαση της οποίας αρχικά ορίσθηκε για τις 17-11-2008, οπότε η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε με σχετική εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο τις 07-12-2009. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε και πάλι (οίκοθεν) με εγγραφή στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (24-01-2011). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, τόσον η πιο πάνω αναιρεσείουσα, όσον και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", δεν παραστάθηκαν, ούτε κατέθεσαν την από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Βέβαια, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα κατά την αρχική δικάσιμο της 17-11-2008 φέρεται ότι εκπροσωπήθηκε από τον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η εν λόγω αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει στον παραπάνω δικηγόρο με ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους την πληρεξουσιότητα να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την ανωτέρω (αρχική) δικάσιμο, δεδομένου μάλιστα ότι δεν υπάρχει στον προαναφερόμενο φάκελο της δικογραφίας σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, ούτε όμως προκύπτει από τον ίδιο φάκελο αν η άνω αναιρεσείουσα είχε χορηγήσει πληρεξουσιότητα, κατά τον ίδιο τρόπο, στον αυτό δικηγόρο να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αναίρεσης και να υπογράψει την κάτω από το αντίγραφο αυτής κλήση για συζήτηση κατά την άνω αρχική δικάσιμο. Επομένως, η εν λόγω αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με νόμιμα, διορισμένο πληρεξούσιο δικηγόρο και ως εκ τούτου θεωρείται ότι και κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική) ήταν δικονομικώς απούσα. Εξάλλου, τόσον η αναιρεσείουσα, όσον και η απολλειπομένη και τώρα τρίτη αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίσθηκαν κατά την πρώτη μετ' αναβολή δικάσιμο της 07-12-2009, η δε τρίτη αναιρεσίβλητη δεν είχε εμφανισθεί ούτε στην αρχική δικάσιμο (17-11-2008). Δεν προκύπτει επίσης από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας ότι η αναιρεσείουσα και η τρίτη αναιρεσίβλητη, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, δεν εμφανίσθηκαν, κλητεύθηκαν, με την επιμέλεια των πρώτου και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων που παραστάθηκαν νόμιμα, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης, μετά από αναβολή από το πινάκιο δικάσιμο, ή, έστω, κατά την παραπάνω αρχική δικάσιμο της 17-11-2008 ή κατά την πρώτη μετ' αναβολή δικάσιμο της 07-12-2009, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση αρμόδιου δικαστικού επιμελητή για επίδοση αντιγράφου της αιτήσεως και της κάτω από αυτή κλήσεως για συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως στις μη εμφανισθείσες αναιρεσείουσα και τρίτη αναιρεσίβλητη. Δεν προκύπτει τέλος από τα στοιχεία της δικογραφίας ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 12-09-2007 αιτήσεως της αναιρεσείουσας Ν.-Δ. Σ. του Θ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3692/2007 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ