162/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες. Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated162/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την παροχή δε των υπηρεσιών του και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις καθορίστηκε (με ρητό όρο των συμβάσεων) η προμήθειά του, η οποία προσδιορίστηκε στα αναφερόμενα ποσοστά, επί των εισπραττομένων από την αναιρεσείουσα καθαρών ασφαλίστρων και κερδών, από τις ασφαλίσεις ζωής και τη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων, που πραγματοποιούντο με τη διαμεσολάβηση τούτου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 162 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 162/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ING ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", όπως είναι η νέα επωνυμία μετά την μετατροπή της προηγούμενης επωνυμίας, που ήταν "NATIONALE NEDERLANDEN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πολυξένη Μπαλτά. Του αναιρεσιβλήτου: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Ρήγο και Νικόλαο Ράλλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 755/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 9364/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-3-2006 αίτησή της και τους από 28-3-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου, διάβασε την από 30-4-2007 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και νυν Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 669, 670 και 672 ΑΚ, οι ποίες εφαρμόζονται και στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, προκύπτει, ότι η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου λύεται με καταγγελία καθενός από τα μέρη πριν από 15ήμερο, αν δεν ορίζεται διαφορετικά. Ενώ η σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου μπορεί να λυθεί πριν από τη λήξη της αμέσως αν συντρέχει σπουδαίος λόγος.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν από τα μέρη έχει ορισθεί, στη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου, ορισμένη προθεσμία, πριν από την οποία πρέπει να γίνει η αναιτιώδης καταγγελία για τη λύση της σύμβασης από οποιοδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών και ακόμη δικαίωμα του εργοδότη να λύσει τη σύμβαση με απρόθεσμη καταγγελία χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση του αντισυμβαλλομένου του, ένεκα σπουδαίου λόγου και αυτή (καταγγελία) γίνει από τον εργοδότη αμέσως και άνευ σπουδαίου λόγου, τότε η καταγγελία δεν είναι άκυρη, ως μη αντιβαίνουσα σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (ΑΚ 174), εκτός αντιθέτου συμφωνίας, αφού πρόκειται για απλώς αντισυμβατική συμπεριφορά (ΑΚ 361) και έτσι επέρχεται η λήξη της σύμβασης, όχι, όμως, αμέσως αλλά μετά την παρέλευση της συμφωνηθείσας προθεσμίας, μέχρι τη λήξη της οποίας ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή.
Εξ άλλου με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος τυγχάνει ελεύθερος επαγγελματίας παραγωγός ασφαλίσεων κάθε είδους, επί σειρά πολλών ετών. Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι ασφαλιστική εταιρία ασχολούμενη μεταξύ άλλων και με τον κλάδο ασφαλίσεως ζωής, η επωνυμία της οποίας κατ' επιτρεπτή δήλωση της ίδιας στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έχει ήδη μετά την άσκηση της αγωγής ήδη τροποποιηθεί (από NATIONALE NEDERLANDEN ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ) σε "ING ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ", έτσι ώστε από την εν λόγω τροποποίηση να μην επέρχεται μεταβολή ως προς τον προσδιορισμό της ταυτότητάς της ως διαδίκου (ΚΠολΔ 224).
Μεταξύ του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης Ολλανδικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "NATIONALE - NEDERLANDEN Levensvezzeketing NV" (την οποία διαδέχθηκε η τελευταία) στην ..... Αττικής την ..... δυνάμει του υπό ιδία ημερομηνία προσκομιζομένου ιδιωτικού συμφωνητικού καταρτίσθηκε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου, με την οποία αυτός (αναιρεσίβλητος) ανέλαβε υπό την ανωτέρω ιδιότητά του την διενέργεια πράξεων διαμεσολάβησης, με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής σε ενδιαφερόμενους τρίτους για λογαριασμό της αναιρεσείουσας.
Στη συνέχεια και κατά τη διάρκεια λειτουργίας της πρώτης συμβάσεως καταρτίστηκε επίσης στις ..... στην Αθήνα, μεταξύ των διαδίκων με το υπό ίδια ημερομηνία προσκομιζόμενο γραπτό ιδιωτικό συμφωνητικό, νέα σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών αορίστου χρόνου, με την οποία αυτός (αναιρεσίβλητος) ανέλαβε την υποχρέωση προώθησης και διάθεσης προς το επενδυτικό κοινό, μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία διέθετε και διαχειριζόταν η αναιρεσείουσα.
Για την παροχή δε των υπηρεσιών του και στις δύο ανωτέρω περιπτώσεις καθορίστηκε (με ρητό όρο των συμβάσεων) η προμήθειά του, η οποία προσδιορίστηκε στα αναφερόμενα ποσοστά, επί των εισπραττομένων από την αναιρεσείουσα καθαρών ασφαλίστρων και κερδών, από τις ασφαλίσεις ζωής και τη διάθεση των αμοιβαίων κεφαλαίων, που πραγματοποιούντο με τη διαμεσολάβηση τούτου.
Επίσης με ρητό συμβατικό όρο των ως άνω συμβάσεων αόριστης διάρκειας συμφωνήθηκε η λύση τούτων, αφενός μεν με αναιτιώδη καταγγελία, οποτεδήποτε και από οποιοδήποτε εκ των συμβαλλομένων μερών μετά από δίμηνη έγγραφη προειδοποίηση του αντισυμβαλλομένου, αφετέρου με απρόθεσμη καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσείουσας, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση του αντιδίκου της (παραγωγού ασφαλίσεων) ένεκα σπουδαίων λόγων στην ενδεικτική απαρίθμηση, των οποίων περιλαμβάνετο και η αντιδεοντολογική συμπεριφορά και η παραβίαση των εν γένει συμβατικών όρων, της ασφαλιστικής νομοθεσίας της δημόσιας τάξης, καθώς και των χρηστών και συναλλακτικών ηθών.
Περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο ότι, καθόλη τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων και ιδία στα πλαίσια της πρώτης από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε, με ιδιαίτερη συνέπεια, συνεισφέροντας, ως ασφαλιστικός σύμβουλος, κατά τη συμβατική του δέσμευση στην ανάδειξη και καθιέρωση στο καταναλωτικό κοινό των υπηρεσιών ασφαλίσεως που προσέφερε η αναιρεσείουσα και ότι η αναιρεσείουσα, ασκώντας το συμβατικό της δικαίωμα για την απρόθεσμη καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων, με την από 28-12-2000 εξώδικη δήλωσή της, που κοινοποίησε σ' αυτόν την 4-1-2001, επικαλούμενη σπουδαίο λόγο, δήλωσε ότι καταγγέλλει αμφότερες τις ένδικες συμβάσεις άμεσα από το χρόνο επιδόσεως της ως άνω εξώδικης δήλωσής της προς αυτόν (αναιρεσίβλητο). 'Εκρινε δε το Εφετείο ότι η εν λόγω, καταγγελία, η οποία αποτελεί, όπως ρητά από το περιεχόμενό της προκύπτει, καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων για σπουδαίους λόγους, τυγχάνει άκυρη, καθόσον δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των επικαλούμενων σπουδαίων λόγων της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αναιρεσιβλήτου, έτσι ώστε να δικαιολογείται η λύση των ως άνω συμβάσεων και με τις σκέψεις αυτές (το Εφετείο) απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά της διάταξης της εκκαλουμένης, με την οποία αναγνωρίστηκε ότι είναι άκυρη η επιδοθείσα την 4-1-2001 από 28-12-2000 καταγγελία των από 1-3-1992 και από 15-9-1998 συμβάσεων συνεργασίας των διαδίκων.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ ως προς την καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων για σπουδαίο λόγο, γιατί η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου δεν αποδείχθηκε η συνδρομή σπουδαίου λόγου. Παραβίασε όμως το Εφετείο τις διατάξεις αυτές του ΑΚ ως προς την αναιτιώδη καταγγελία των ένδικων συμβάσεων, αφού αυτή δεν είναι άκυρη απλώς γιατί δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα, αλλά έγκυρη, με την έννοια ότι παράγει τα αποτελέσματα μετά την παρέλευση της συμφωνηθείσας για την περίπτωση της αναιτιώδους καταγγελίας δίμηνης προθεσμίας.
Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή της προβαλλόμενης με το δεύτερο λόγο αναίρεσης σχετικής από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ. αιτίασης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο κρίθηκε η επίδικη αναιτιώδης καταγγελία των ένδικων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων άκυρη μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας.
Με τις αυτές όμως παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 ν. 1569/1985, όπως προστέθηκε με το άρθρ. 36 παρ. 23 ν. 2496/1997 και εκείνη του άρθρου 700 εδ. α ΑΚ, προεχόντως γιατί η τελευταία είναι ενδοτικού δικαίου και μπορούν τα συμβαλλόμενα να συμφωνήσουν άλλως και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 της Κ.Πολ.Δικ. 559 είναι αβάσιμα.
Ενώ εξ άλλου η παραδοχή του Εφετείου "ότι η εν λόγω καταγγελία, η οποία, όπως ρητά από το περιεχόμενο της προκύπτει, αποτελεί καταγγελία των επίδικων συμβάσεων για σπουδαίους λόγους, τυγχάνει άκυρη ως καταχρηστική, (γενόμενη καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών), καθ' όσον δεν αποδείχθηκε η συνδρομή των επικαλούμενων σπουδαίων λόγων της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εφεσιβλήτου, ώστε να δικαιολογείται η λύση των ως άνω συμβάσεων", αναφέρεται αποκλειστικά στην καταγγελία των ένδικων συμβάσεων για σπουδαίο λόγο που κρίθηκε από το Εφετείο άκυρη και όχι και στην αναιτιώδη καταγγελία των συμβάσεων αυτών που είναι έγκυρη.
Επομένως, τα προβαλλόμενα από τον αναιρεσίβλητο ότι η τελευταία (αναιτιώδης) καταγγελία κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική, αντιβαίνουσα στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμα, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν υφίσταται στην αγωγή, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, βάση ακυρότητας της άνω καταγγελίας ως καταχρηστικής, η δε μνεία στην άνω παραδοχή ακυρότητας της αιτιώδους καταγγελίας ως καταχρηστικής είναι πλεοναστική και δεν στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
-Κατά το άρθρο 57 εδ. α' ΑΚ όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Κατά δε το άρθρο 59 ΑΚ και στην περίπτωση του άρθρου 57 το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι για την προστασία της ηθικής βλάβης πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις και δη : α) Παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, κατά τους ορισμούς της ΑΚ 57 και β) Υπαίτια προσβολή.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως προς το αίτημά της περί χρηματικής ικανοποιήσεως, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο σχετικώς το ποσό των 8.804,10 ευρώ, αφού δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα προσέβαλε την προσωπικότητα του αναιρεσιβλήτου κατά τρόπον αντιβαίνοντα στο άρθρο 281 ΑΚ ήτοι καταχρηστικά (παρανόμως) με μειωτικούς χαρακτηρισμούς τούτου όσον αφορά την επαγγελματική του συμπεριφορά, περιληφθέντες στην εξώδικη καταγγελία της σχέσεώς του και ότι για να καταλήξει στο άνω ποσό χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης του αναιρεσιβλήτου έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων στοιχείων, και το βαθμό του πταίσματος της αναιρεσείουσας.
Έτσι, όμως, το Εφετείο περιέλαβε ασαφή (ανεπαρκή) αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης υπαιτιότητας στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, αφού δεν εκθέτει εν προκειμένω, με τρόπο σαφή και πλήρη, αν δέχεται και ποίου βαθμού υπαιτιότητα (πταίσμα) της εναγομένης και σε καταφατική περίπτωση ποιά είναι τα περιστατικά εκείνα τα οποία εν προκειμένω συγκροτούν, αληθή υποτιθέμενα, την υπαιτιότητα της εναγομένης.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις αμέσως αναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ και ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 της ΚΠολΔ 559, όπως παραδεκτά συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή (ΚΠολΔ 562 αρ. 4) είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή των δεύτερου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση (580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 9364/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
-
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν την υπόθεση. Και
-
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1.640) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ