Legislator Case Law & Legislation
1629/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against local council's property ownership claim based on long-standing public registration.

Case Number 1629/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Cholargos Municipality's final decision confirming its property ownership. The court found that the municipality had held title openly and continuously for over thirty years, protected by public registration that the State could not reasonably have known. Consequently, the court ruled that the State's administrative acts did not constitute legal disturbances under the relevant statute.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 of Law 3127/2003; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An administrative act does not constitute a legal disturbance if it cannot be objectively perceived by the holder of the right, provided the right has been held openly and continuously for a significant period.

Keywords

AI generated
legal disturbance public registration property ownership good faith possession administrative acts appeal dismissal municipal property

Cited Legislation

AI generated
Article 4 of Law 3127/2003
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 22, 3 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1629 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1629/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΧΟΛΑΡΓΟΥ", που εδρεύει στον Χολαργό Αττικής και επί της οδού Περικλέους αρ. 55, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γεωργακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3441/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 14.05.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 3441/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 23.12.2014 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 9/2012 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 02.04.2008 από το άρθρο 6§2 του ν. 2664/1998 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 του Κ.Πολ.Δ., της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 71342/06.11.2020 - Φ.Ε.Κ. Β' 4899/06.11.2020 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Αναπτύξεως και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενεργείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μεταναστεύσεως και Ασύλου, Υποδομών και Μεταφορών και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ.: 76629/27.11.2020 - Φ.Ε.Κ.

Β' 5255/28.11.2020 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ.: 78363/05.12.2020 - Φ.Ε.Κ. Β' 5350/05.12.2020 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 80189/12.12.2020 - Φ.Ε.Κ. Β' 5486 της 12.12.2020 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ.: 2/02.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 1 της 02.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ.: 1293/08.01.2021 - Φ.Ε.Κ.

Β' 30 της 08.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 3060/15.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 89 της 16.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.: 4992/22.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 186 της 23.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία 6877/29.01.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 341 της 29.01.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.

οικ. 8378/05.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 454 της 05.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 9147/10.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 534 της 10.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 9769/12.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 586 της 13.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 10969/19.02.2021 - Φ.Ε.Κ.

Β' 648 της 20.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 12639/26.02.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 793 της 27.02.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 13805/03.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 843 της 03.03.2021 κοινής αποφάσεως των ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/ΓΠ.οικ. 14453/ 05.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 895/06.03.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 16320/12.03.2021 - Φ.Ε.Κ.

Β' 996 της 13.03.2021, κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 17698/19.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 1076 της 20.03.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 18877/26.03.2021 - Φ.Ε.Κ. Β' 1194/27.03.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών και της με στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ. 20651/02.04.2021 - Φ.Ε.Κ.

Β' 1308 της 03.04.2021 κοινής αποφάσεως των αυτών ως άνω Υπουργών, 83 του ν. 4790/2021, 25 του ν. 4792/2021). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Με το άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του από την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (Φ.Ε.Κ.

Α' 94/27.05.2016), ορίζονται τα εξής: "§1 Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ίδιου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Η διάταξη της περίπτωσης β'εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ.. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνον εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.

Στον χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.. §2 Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμού αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση.".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1042 του Α.Κ. "Ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη ... όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.". Ο νομέας θεωρείται κακής πίστεως μόνον αν γνώριζε ότι δεν έγινε κύριος ή αγνοεί τούτο από βαριά αμέλεια. Από τις εν λόγω διατάξεις θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας, κατά πλάσμα του νόμου, είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ'(4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν, από τις 12.09.1915 έως και τις 16.05.1926 και του άρθρου 21 του ν.δ.

της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ.", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των Δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου.

Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση του κανόνα του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως, μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή, έως τις 19.03.2003, επί δέκα έτη, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά τις 23.02.1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή επί τριάντα έτη για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. (ή για μεγαλύτερο, εάν επ' αυτού υφίσταται κτίσμα κατά την 31.12.2002, που καλύπτει ποσοστό 30% τουλάχιστον του ισχύοντος στην περιοχή συντελεστή δομήσεως), εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή, εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ. .

Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη, που φθάνουν χρονικά έως την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή, έως τις 19.03.2003 και υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην §1 περίπτ.

α' και β' του ιδίου νόμου και όχι, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα έτη οποτεδήποτε (πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του).

Τούτο προκύπτει τόσο από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση "νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών" και όχι "νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού", όσο και από τον γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, ενόψει της συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαραγράπτου των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως, για τον μετά τις 11.09.1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή.

Άλλωστε, στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται, όσον αφορά το άρθρο 4, η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με στον νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα.

Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σε αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του (Α.Π. 943, 942/2012).

Θετικά, εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβάλλοντος στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβάλλων δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του ΚΠολΔ).

Η διατάραξη της νομής, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ., αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη, κατά το άρθρο 989 του Α.Κ.. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.

Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο δύναται να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (Ολ.Α.Π. 11/2015). Τέτοιος νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι κάθε πράξη με την οποία το Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποιεί στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι εκείνο είναι, κατά νόμο, ο αληθής νομέας.

Τέτοιες πράξεις είναι (ενδεικτικά) η κοινοποίηση πράξεως της αρμοδίας αρχής περί καθορισμού αποζημιώσεως αυθαίρετης χρήσεως του δημοσίου κτήματος, αφού, δια της κοινοποιήσεως αυτής, το Ελληνικό Δημόσιο γνωστοποιεί στον νεμόμενο το δημόσιο κτήμα ότι εκείνο είναι, κατά νόμο, ο αληθής νομέας και καθορίζει εις βάρος του νεμομένου αυτό την οφειλόμενη αποζημίωση για την υπό του ιδίου αυθαίρετη και άνευ συναινέσεως χρήση του κτήματος, η προβολή των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου με την επίδοση εμπράγματης αγωγής, η έκδοση και κοινοποίηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, η υποβολή μηνύσεως για κατάληψη δημοσίου κτήματος, η επίδοση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, η άσκηση διακατοχικών πράξεων στο ακίνητο από όργανα του Ελληνικού Δημοσίου, η απόρριψη από την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων αιτήσεως του νομέα για την αναγνώριση της κυριότητάς του, η γνώση από τον χρησιδεσπόζοντα ότι στο πλαίσιο της κτηματογραφήσεως υποβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο δήλωση ιδιοκτησίας, προκριμένου ορισμένη έκταση να καταχωρηθεί ως δημόσια, η ένσταση κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής ενστάσεως, η καταγραφή ακινήτου ως ανταλλαξίμου κτήματος του Ελληνικού Δημοσίου που περιήλθε σε γνώση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα (Α.Π. 776/2021, Α.Π. 712/2020, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 366/2017, Α.Π. 225/2017, Α.Π. 190/2017, Α.Π. 721/2015, Α.Π. 159/2014).

Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, οι παράγραφοι 1 και 2 του ως άνω άρθρου 4 του ν. 3127/2003 αντικαταστάθηκαν με την §11 του άρθρου 154 του ν. 4389/2016 (Φ.Ε.Κ. Α' 94/27.05.2016), χωρίς όμως ουσιώδεις τροποποιήσεις και διαφοροποιήσεις καθόσον αφορά τα οριζόμενα και στις δύο ως άνω παραγράφους, με εξαίρεση τα όσα στη συνέχεια ορίζονται στην §2, κατά την οποία "Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση", ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 240 του νόμου αυτού, η ισχύς του εν λόγω νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, χωρίς να υπάρχει ειδικότερη ρύθμιση αναφορικά με την παράγραφο 11 του άρθρου 154.

Τέλος, το, κατά το άρθρο 4 του ν. 3127/2003, βάρος αποδείξεως της κακής πίστεως του νομέως ή του δικαιοπαρόχου του κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής εκάτερου τούτων φέρει το Ελληνικό Δημόσιο, αφού με τη φράση "εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη", η οποία ευρίσκεται στο τέλος των περιπτώσεων α' και β' της §1 του άρθρου 4 ιδίου νόμου, καθίσταται σαφές ότι το βάρος αποδείξεως της καλής πίστεώς του δεν το έχει ο (επικαλούμενος κυριότητα) νομέας ή ο δικαιοπάροχός του, αλλά, αντιθέτως, το Ελληνικό Δημόσιο βαρύνεται με την απόδειξη της κακής πίστεως του (επικαλουμένου κυριότητα) νομέα ή του δικαιοπαρόχου του (Ολ.Α.Π. 11/2015, Α.Π. 121/2022, Α.Π. 22/2021, Α.Π. 807/2019, Α.Π. 23/2019, Α.Π. 187/2017).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007). Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στον πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Από την παραδεκτή (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.) επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το εκδώσαν αυτή δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξέφερε τη δικαστική του κρίση, αφού, προηγουμένως, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο, έκτασης 840,67 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός των γεωγραφικών ορίων του ενάγοντος Δήμου, στη θέση "Τσακός" ή "Ρέθι Τσακός" ή "Πεζούλα Τσακός", μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του τελευταίου (Δήμου), στο 115 Ο.Τ., στην οδό Αριστοτέλους, αρ. 88, έχει καταχωρηθεί στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Αγίας Παρασκευής ως γεωτεμάχιο, εμβαδού 801,00 τ.μ., ανήκον στην πλήρη κυριότητα του εναγομένου Δημοσίου.

Πρόκειται για ένα οικόπεδο, άρτιο και οικοδομήσιμο, με την προαναφερόμενη θέση, το οποίο εμφαίνεται σήμερα με τα στοιχεία Α - Β - Γ - Δ - Ε - Ζ -Η - Θ - Α στο από Ιουνίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Χ. Ρ., ως έχον έκταση 840,67 τ.μ., και συνορεύει βορεια, σε πλευρά Α - Θ, μήκους 18,00 μ., με τη με αριθμό ΚΑΕΚ …ιδιοκτησία του Κτηματολογίου, ήτοι πολυκατοικία, αποτελούμενη από οριζόντιες ιδιοκτησίες διαφόρων ιδιοκτησιών (πρώην ιδιοκτησία….), νότια, σε πλευρά Β - Γ, μήκους 14,00 μ., με κοινόχρηστο ανώνυμο πεζόδρομο, ανατολικα, σε πλευρά Α - Β, μήκους 55,00 μ., με την οδό Αριστοτέλους, αρ. 88, και δυτικά, εν μέρει σε πλευρά Γ - Η, μήκους 39,00 μ., με τη με αριθμό ΚΑΕΚ ….

ιδιοκτησία του Κτηματολογίου, πρώην ιδιοκτησία…, ήτοι πολυκατοικία αποτελούμενη από οριζόντιες ιδιοκτησίες διαφόρων ιδιοκτητών και εν μέρει σε πλευρά Η - Θ, μήκους 25,80 μ., με ιδιοκτησία…, που συνιστά τη με αριθμό ΚΑΕΚ … ιδιοκτησία του Κτηματολογίου. Το επίδικο διαμορφώθηκε ως αυτοτελές οικόπεδο από 17.06.1952, με την επέκταση του σχεδίου πόλεως της Κοινότητας Χολαργού και ειδικότερα με την ένταξη στο σχέδιο πόλεως παλιάς κοινόχρηστης, κοινοτικής - αγροτικής οδού και τον αποχαρακτηρισμό της ως τοιαύτης.

Ειδικότερα η ως άνω παλαιά αγροτική - κοινοτική οδός βρισκόταν στους πρόποδες του Λόφου Τσακού, ξεκινούσε από το σημείο τομής με την οδό σήμερα της 17ης Νοεμβρίου (πρώην Χαλανδρίου), στο οποίο σημείο σήμερα είχε ανεγερθεί το 3ο Δημοτικό Σχολείο Χολαργού και εκτεινόταν κατά μήκος στους πρόποδες του Λόφου Τσακού, από τη δυτική πλευρά του, με κατεύθυνση προς το Δήμο της Αγίας Παρασκευής και συνόρευε ανατολικά με το Λόφο Τσακού, δυτικά με ιδιοκτησίες Δ.

…..συνέχιζε βόρεια όπου και τεμνόταν με άλλη οδό, ήδη σήμερα οδό Αριστείδου. Η ως άνω οδός ενωνόταν με άλλες οδούς περιμετρικά του Λόφου Τσακού και επίσης ένα τμήμα της οδηγούσε ανατολικά, προς την κορυφή του Λόφου, όπου βρισκόταν παλαιό λατομείο. Επί της αγροτικής κοινοτικής οδού είχαν πρόσοψη, μεταξύ άλλων, και οι όμορες σήμερα στο επίδικο ιδιοκτησίες, ήτοι οι ιδιοκτησίες των κληρονόμων…...

Η ως άνω οδός βρισκόταν αρχικώς εκτός του εγκεκριμένου από Μαΐου 1928 σχεδίου ρυμοτομίας, εντός όμως των ορίων του ενάγοντος Δήμου, τότε Κοινότητος, Χολαργού, τα διοικητικά όρια της οποίας εκτείνονταν κατά το έτος 1952 βόρεια - βορειοανατολικά με το Δήμο Αγίας Παρασκευής με όριο την οδό Αναστάσεως και τα οποία τελείωναν στη μέση του Λόφου Τσακού, όπου άρχιζαν τα όρια της τότε Κοινότητας και ήδη Δήμου Αγίας Παρασκευής.

Με το από 17.06.1952 Βασιλικό Διάταγμα "περί επεκτάσεως και τροποποιήσεως του σχεδίου ρυμοτομίας Χολαργού Αττικής και των όρων δομήσεως αυτού", που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α' 167/17.06.1952), επεκτάθηκε και τροποποιήθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο του συνοικισμού Χολαργού, όπως εμφαίνεται στο σχετικό (με δυσανάγνωστη ημερομηνία) διάγραμμα που θεωρήθηκε με τη με αριθ….πράξη του Γενικού Διευθυντή Οικισμού Σπ.

…. Σύμφωνα με αυτό η ρυμοτομική γραμμή εκτείνεται και υπερβαίνει προς τα ανατολικά την ως άνω οδό, η οποία συνόρευε με το Λόφο Τσακού. Παράλληλα, με την επέκταση του ρυμοτομικού σχεδίου καταργήθηκε η παλαιά οδός, διότι χαράχθηκε και διανοίχθηκε νέα (ήδη οδός Αριστοτέλους) οδός, η οποία δεν χαράχθηκε, ούτε αποτυπώθηκε, ούτε διανοίχθηκε ακριβώς πάνω, καθόλο το μήκος της παλαιάς υφιστάμενης οδού, αλλά εν μέρει επί αυτής, κυρίως δε παράπλευρα αυτής, καταλαμβάνοντας το τμήμα από το Λόφο Τσακού.

Μετά δε τη χάραξη και την επέκταση της νέας οδού, καταργήθηκε τμήμα της παλαιάς οδού, που αποτελεί το επίδικο, και οι ως άνω περιγραφόμενες νέες ιδιοκτησίες έπαψαν πλέον να έχουν πρόσοψη επί της παλαιάς οδού, ενώ δημιουργήθηκε νέο οικόπεδο, αποτελούμενο από το τμήμα της παλαιάς αγροτικής οδού που καταργήθηκε, συνορεύον (το έτος 1952) δυτικά με ιδιοκτησίες Δ…., ανατολικά με τη νέα οδό, βάσει του νέου σχεδίου (ήδη οδός Αριστοτέλους), βόρεια με ιδιοκτησίες αγνώστων, νότια με ιδιοκτησίες αγνώστων, ευρισκόμενο εντός του Ο.Τ. 115, έχον επιφάνεια 1174,36 τμ, σύμφωνα με το από 06.05.1978 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α..

Μ., που θεωρήθηκε στις 15.05.1978 από την Προϊσταμένη του Τμήματος Α.. Μ. και συνοδεύει τη με αριθμό …πράξη εφαρμογής, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω και σύμφωνα με το από 30.01.1979 τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α.. Τ., που θεωρήθηκε στις 31.01.1979 από την Προϊσταμένη του 2ου τμήματος Θ. Ο. και συνοδεύει τη με αριθμό …πράξη εφαρμογής, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω.

Ακολούθως, το ως άνω ρυμοτομικό σχέδιο τροποποιήθηκε ως προς τους όρους δόμησης εκδοθέντος του από 20.03.1955 Βασιλικού Διατάγματος, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α' 72/22.03.1955), όπως εμφαίνεται στο από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Συγκοινωνιών με τη με αριθμό …πράξη του. Περαιτέρω, με την προδιαληφθείσα ένταξη στο ρυμοτομικό σχέδιο του Δήμου Χολαργού της περιοχής στην οποία βρίσκεται το επίδικο και τον αποχαρακτηρισμό της από κοινοτική οδό τμήματα της καταργούμενης από το σχέδιο της ρυμοτομίας κοινόχρηστης περιοχής (ήτοι της κοινοτικής οδού) διατέθηκαν για τους σκοπούς της παρ. 4 του άρθρου 3 του ΝΔ 690/1948 (ήδη 302§4 ΚΒΠΝ), δηλαδή με προσκύρωση και αποζημίωση, προκειμένου να τακτοποιηθούν παρακείμενα οικόπεδα μη άρτια ή προκειμένου να τακτοποιηθούν οικόπεδα άρτια μεν, έχοντα δε ανάγκη τακτοποίησης.

Σύμφωνα με τα ανωτέρω κατόπιν υποβολής της από 22.02.1978 αιτήσεως του Θ. Κ., ιδιοκτήτη όμορης ιδιοκτησίας και ήδη δικαιοπαρόχου των ιδιοκτητών της με αριθμό ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας, με την οποία συνορεύει κατά το βόρειο σύνορό του το επίδικο, εκδόθηκε η με αριθμό 89/1978 Πράξη της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Ανατολικού Τομέα) περί προσκύρωσης καταργούμενου κοινόχρηστου χώρου σε ιδιοκτησίες που βρίσκονται παρά την οδό Αριστοτέλους, στο Χολαργό, στο ΟΤ 115, κυρωθείσα με τη με αριθμό 37225/2041/1978 Απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής.

Με αυτήν ορίστηκε ότι οι κληρονόμοι Γ. Κ.υ αποζημιώνουν λόγω προσκύρωσης τον ενάγοντα Δήμο Χολαργού για την έκταση με τα στοιχεία (1 - 2 - 3 - 4 - 5 - 1), ήτοι για 276,00 τ.μ., η Δ. Τ. αποζημιώνει λόγω προσκύρωσης το Δήμο Χολαργού για την έκταση με τα στοιχεία (1 - 2 - 6 - 7 - 1), ήτοι για 71,50 τ.μ. και ο Β. Π. αποζημιώνει λόγω προσκύρωσης το Δήμο Χολαργού για την έκταση με τα στοιχεία (4 - 5 - 8 - 9 - 4), ήτοι για 383,16 τ.μ., τα δε προσκυρωτέα τμήματα του κοινόχρηστου χώρου, που σημειώνεται ως αγροτική οδός καθώς και οι ωφελούμενες παρακείμενες ιδιοκτησίες αποτυπώνονται στο από 06.05.1978 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Αικ.

Ν. θεωρηθέν από την Προϊσταμένη του Τμήματος, που συνοδεύει την εν λόγω Πράξη και προσκομίζεται με επίκληση από τον ενάγοντα. Προς εκτέλεση και υλοποίηση της μνησθείσας απόφασης του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής καταρτίστηκε το με αριθμό 41295/19.07.1979 πωλητήριο συμβόλαιο τμήματος χώρου λόγω προσκύρωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ.

Π., νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αγίας Παρασκευής, δυνάμει του οποίου ο ενάγων Δήμος μεταβίβασε την προσκυρωτέα έκταση προς τους κληρονόμους του Γ. Κ., ήτοι προς τους Θ. Κ., Χ. Κ. και Ι. Κ., της ανωτέρω απόφασης μη υλοποιηθείσας, όσον αφορά στην ιδιοκτησία του Βασιλείου Παπαδόπουλου.

Εξάλλου, κατόπιν υποβολής της από 21.11.1975 και 27.06.1978 αιτήσεως των Νικολάου και Ευγενίας Πρινέα, ιδιοκτητών όμορης ιδιοκτησίας και ήδη ιδιοκτητών της με αριθμό ΚΑΕΚ 051480419022 ιδιοκτησίας επί των οδών Αριστοτέλους, Χαλανδρίου και Θεμιστοκλέους, εκδόθηκε η με αριθμό 30/1979 Πράξη της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Ανατολικής Αττικής) περί προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας των οικοπέδων τους κειμένων στο ΟΤ 115, κυρωθείσα με τη με αριθμό 25120/1658/1979 Απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής.

Με αυτήν ορίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο Ν. Π. αποζημιώνει λόγω προσκύρωσης τον ενάγοντα Δήμο Χολαργού για την έκταση με τα στοιχεία (Ι - 2 - 29 - 28 - Ι), ήτοι για 226,40 τ.μ., και η Ε. Π. αποζημιώνει λόγω προσκύρωσης το Δήμο Χολαργού για την έκταση με τα στοιχεία (2 - 8 - 36 - 29 - 2), ήτοι για 217,30 τ.μ., τα δε προσκυρωτέα τμήματα του κοινόχρηστου χώρου αποτυπώνονται στο από 30.01.1979 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Α..

Τ. θεωρηθέν από την Προϊσταμένη του 2ου Τμήματος Πολεοδομίας, που συνοδεύει την εν λόγω Πράξη και προσκομίζεται με επίκληση από τον ενάγοντα, της ανωτέρω απόφασης όμως ουδέποτε υλοποιηθείσας. Ακολούθως, κατόπιν της με αριθμό 11270/01.12.1987 αίτησης του Δήμου Χολαργού, με την οποία επιδιώχθηκε η ακύρωση της μνησθείσας με αριθμό 89/1978 Πράξης της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Ανατολικού Τομέα), όσον αφορά στην προσκύρωση τμήματος της ιδιοκτησίας του μέσα στο Ο.Τ. 115, καθόσον δεν είχε υλοποιηθεί, όσον αφορά στην ιδιοκτησία του Β.

Π…, εκδόθηκε η με αριθμό 27308/2071/1987 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση (του Δήμου) και ανακλήθηκε μερικώς η με αριθμό 37225/2041/1978 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, ακυρωθείσας της με αριθμό 89/1978 Πράξης, όσον αφορά στην παράγραφο 3 αυτής, δεδομένου ότι το τμήμα ιδιοκτησίας του Δήμου με τα στοιχεία (4 - 5 - 8 - 9 - 4) μαζί με το συνεχόμενο τμήμα της ιδιοκτησίας του, του οποίου προβλεπόταν η προσκύρωση σε όμορο ακίνητο με τη με αριθμό 30/1979 πράξη, για την οποία έγινε λόγος ανωτέρω, αποτελεί άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο σύμφωνα με τις διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ) του 1985 (ν. 1577/1985).

Τέλος, κατόπιν της με αριθμό 3388/14.03.1986 αίτησης του Δήμου Χολαργού, με την οποία επιδιώχθηκε η ακύρωση της μνησθείσας με αριθμό 30/1979 Πράξης της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Ανατολικής Αττικής), όσον αφορά στην προσκύρωση τμήματος του επιδίκου και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας, καθόσον δεν είχε υλοποιηθεί ακόμα και στο μεταξύ εκδόθηκε ο ΓΟΚ του 1985 εφαρμοζομένης της διάταξης του άρθρου 31 αυτού, εκδόθηκε η με αριθμό 9155/692/1986 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και ανακλήθηκε μερικώς η με αριθμό 25120/1658/1979 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής ακυρωθείσας της με αριθμό 30/1979 Πράξης, όσον αφορά στις παραγράφους 1 εδ.

α', γ' και 2 εδ. α', β', δεδομένου ότι δεν επέρχεται στέρηση της οικοδομησιμότητας κανενός από τα παρακείμενα στο οικόπεδο του Δήμου Χολαργού οικόπεδα. Κατόπιν των ανωτέρω και μετά την εν μέρει υλοποίηση και εν μέρει ακύρωση των προδιαληφθεισών πράξεων προσκύρωσης απέμεινε το επίδικο οικόπεδο, όπως διαμορφώθηκε στη σημερινή του μορφή, συνολικής επιφάνειας 826,86 τ.μ., όπως εμφαίνεται στα προδιαληφθέντα από 06.05.1978 και 30.01.1979 τοπογραφικά διαγράμματα που συνοδεύουν τις προαναφερθείσες με αριθμούς 89/1978 και 30/1979 πράξεις αντίστοιχα, κατά νεότερη δε καταμέτρηση συνολικής επιφάνειας 840,67 τμ., όπως εμφαίνεται στο από Ιουνίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού Χ.

Ρ., για το οποίο έγινε λόγος ανωτέρω. Εξάλλου, προέκυψε ότι από την ως άνω αναφερθείσα επέκταση και τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου και των όρων δόμησης του Δήμου Χολαργού με το από 1706.1952 Βασιλικό Διάταγμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α' 167/17.06.1952), ο ενάγων Δήμος εγκαταστάθηκε στη νομή του διαμορφωθέντος αστικού ακινήτου και μέχρι την 19.03.2003 (οπότε τέθηκε σε ισχύ ο ν. 3127/03) άσκησε επ' αυτού δια των αρμοδίων οργάνων του διανοία κυρίου συνέχεια και αδιατάρακτα όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του και αρμόζουσες στον προορισμό του υλικές, εμφανείς, διακατοχικές πράξεις, δηλωτικές κατά τις αντικειμενικές συναλλακτικές αντιλήψεις της βούλησής του να το εξουσιάζει ως κύριος, επιμελούμενος για τον καθαρισμό του από χόρτα, απορρίμματα, επικίνδυνα υλικά και μπάζα, που είχαν επιρριφθεί εντός του κατά την ανοικοδόμηση των όμορων ιδιοκτησιών, και την ευπρεπή διατήρηση της εικόνας του χάριν της ασφάλειας και της υγείας των δημοτών του και χρησιμοποιώντας το ανά τακτά χρονικά διαστήματα ως χώρο για τη στάθμευση των οχημάτων του, ιδίως εκείνων της υπηρεσίας καθαριότητας, που βρίσκεται σε παρακείμενη με το επίδικο έκταση (βλ.

με αριθμό 5999/2010 ένορκη βεβαίωση του Χ. Σ., δημάρχου του ενάγοντος κατά τη χρονική περίοδο 01.01.1983-31.12.2002). Κατά την κτήση της νομής του επίδικου, στις 17.06.1952, ο ενάγων δεν τελούσε σε κακή πίστη. Αντίθετα είχε την ακλόνητη πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα στο ακίνητο, το οποίο πριν την ένταξή του χρησιμοποιούνταν ως κοινοτική οδός για την εξυπηρέτηση των δημοτών του και ως κοινόχρηστο περιήλθε στην κυριότητα της Κοινότητας Χολαργού μετά την απόσπασή της ως συνοικισμού από την κοινότητα Χαλανδρίου και την αναγνώρισή της ως ιδιαίτερη κοινότητα με το από 04.09.1933 ΠΔ (ΦΕΚ Α' 257/07.9.1933), παραμένον σε αυτήν (κυριότητα) και μετά την αναγνώρισή της στον ομώνυμο Δήμο με το με αριθμό 212/15.03.1963 ΒΔ (ΦΕΚ Α' 45/19.04.1963), ενώ μετά την ένταξη στο σχέδιο πόλεως αποχαρακτηρίστηκε ως κοινοτική οδός και διαμορφώθηκε σε αστικό ακίνητο περιελθόν στην ιδιωτική περιουσία του Δήμου.

Άλλωστε, από όσα ανωτέρω εκτέθηκαν για την ρυμοτομική απαλλοτρίωση της ευρύτερης περιοχής του Δήμου εντός της οποίας βρισκόταν το επίδικο ακίνητο προκύπτει ότι τόσο οι ιδιοκτήτες των παρακείμενων ακινήτων που αιτήθηκαν την προσκύρωση τμημάτων του κοινόχρηστου δρόμου (εντός του οποίου το επίδικο) στα ακίνητά τους για την τακτοποίηση των ιδιοκτησιών τους, όσο και η διοίκηση, που με πράξη της αποφάνθηκε επί των αιτήσεων, αντιμετώπισαν τον ενάγοντα Δήμο ως κύριο των προσκυρωτέων εδαφικών τμημάτων της ευρύτερης ιδιοκτησίας εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο και γιαυτό οι μεν πρώτοι επιδίωξαν συντέλεση της προσκύρωσης, η δε δεύτερη όρισε τις καταβληθείσες συνεπεία της προσκύρωσης αποζημιώσεις υπέρ του Δήμου και την υποχρέωση αυτού να προβεί στην προσκύρωση των ορισθέντων εδαφικών τμημάτων της ιδιοκτησίας του, από την οποία διαμορφώθηκε το επίδικο.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη με αριθμό 89/1978 Πράξη της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Ανατολικού Τομέα) και τη με αριθμό 30/1979 Πράξη της Υπηρεσίας Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αττικής (Διαμέρισμα Ανατολικής Αττικής), στις οποίες τα προσκυρωτέα εδαφικά τμήματα χαρακτηρίζονται ως παλαιά καταργούμενη οδός και ο ενάγων Δήμος ως δικαιούχος αποζημίωσης λόγω της προκύρωσης.

Η καλή πίστη του Δήμου επιβεβαιώνεται προσέτι και από το γεγονός ότι μετά την έκδοση των ανωτέρω πράξεων προσκύρωσης, μόλις διαπίστωσε τη μη υλοποίησή τους, όσον αφορά στις μνησθείσες ιδιοκτησίες, και το γεγονός ότι λόγω μεταβολής των όρων δόμησης δεν επέρχεται στέρηση της οικοδομησιμότητας κανενός από τα εμπλεκόμενα ακίνητα, προέβη - τελών εν πεποιθήσει ότι είναι κύριος - στις με αριθμούς 3888/1986 και 11270/1987 αιτήσεις περί ακύρωσης των ανωτέρω πράξεων για την διασφάλιση της ιδιοκτησίας του επιτυγχάνοντας τις με αριθμό ….

πράξεις του Νομάρχη που τον δικαίωσαν. Από την άλλη πλευρά ουδόλως προέκυψε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο είχε προβάλει έως τότε την εμπράγματη αξίωσή του στο ακίνητο. Το τελευταίο ισχυρίζεται ειδικότερα με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρει νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με σχετικό λόγο έφεσης ότι διατάραξε την νομή του ενάγοντος, εν γνώσει του τελευταίου, και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 ν. 3127/2003, αφού "η επίδικη έκταση είναι καταγεγραμμένη ως δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ 94, από το έτος 1999 σύμφωνα με τη με αριθμό 489/1995 γνωμοδότηση του ΝΣΚ", ενώ γνωστοποίησε στον αντίδικο την κυριότητά του επ' αυτής (επίδικης έκτασης) με πληθώρα αλληλογραφίας, η οποία αναφέρεται αφενός μεν στην προοπτική προσκύρωσης ή εξαγοράς τμήματος της επίδικης έκτασης από τους Ι.

και Ν. Π., συγκυρίους ενός τυφλού οικοπέδου, όμορου με το επίδικο, αφετέρου δε στην πρόθεση αξιοποίησης της επίδικης έκτασης, με τη δια δημοπρασίας εκποίησή της. Όμως η καταγραφή της επίδικης έκτασης ως δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ …από το έτος 1994 αποτυπώνεται μόνο: α) στη με αριθμό ... δήλωση ιδιοκτησίας του ν. 2308/1995, που υποβλήθηκε μετά την ημερομηνία της Α' Ανάρτησης (09.10.2000) και δεν κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα, όπως αποδεικνύεται από τους προσκομιζόμενους κτηματολογικούς πίνακες της Β' ανάρτησης στην οποία σημειώνεται η ένδειξη "ανάρτηση χωρίς κοινοποίηση" καθώς και β) στο με αριθμό ...

έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής, που τέθηκε υπόψη του ενάγοντος στο πλαίσιο εκδίκασης της κρινόμενης υπόθεσης, ενώ η πρόθεση αξιοποίησης με τη δια δημοπρασίας εκποίηση της επίδικης περιοχής εξωτερικεύτηκε με τα με αριθμό 2421/1159/Φ.326086/01.03.2007 και 9666/5008/Φ.326086/2007 έγγραφα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου που απευθύνθηκαν στην Κτηματική Υπηρεσία Ανατολικής Αττικής και γνωστοποιήθηκε στον ενάγοντα με το με αριθμό 12322/31.08.2007 έγγραφο της Κτηματικής Εταιρίας Δημοσίου (ΚΕΔ) περί κήρυξης δημοπρασίας για την εκποίηση του ακινήτου και τέλος η πρόθεση προσκύρωσης ή εξαγοράς τμήματος της επίδικης έκτασης από τους Ι.

και Ν. Π. αποτυπώθηκε στην από 18.11.2004 αίτησή τους προς την Κτηματική Υπηρεσία, στην οποία ορίζεται το επίδικο ως δημόσιο κτήμα φέρον τα στοιχεία ΑΒΚ … Συνακόλουθα η εν αγνοία του ενάγοντος πράξη αμφισβήτησης της κυριότητάς του από το εναγόμενο και η διηγηματική αναφορά σε έγγραφο συνταχθέν - μετά μάλιστα την ισχύ του ν. 3127/2003 - από τρίτο, ότι το επίδικο ανήκει στην ιδιοκτησία του εναγομένου δεν συνιστά παρεμπόδιση της νομής του ενάγοντα εμποδίζουσα την εφαρμογή του άρθρου 4 ν. 3127/2003, ενώ μετά την έναρξη της ισχύος του (19.03.2003) ενδεχόμενη διαταρακτική της νομής του ενάγοντα συμπεριφορά του εναγομένου δεν ασκεί επιρροή, ούτε εμποδίζει τη συμπλήρωση της χρησικτησίας του ενάγοντα σύμφωνα με όσα διελήφθησαν στη μείζονα σκέψη.

Επομένως ο ανωτέρω ισχυρισμός του εναγομένου και ο αντίστοιχος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων κατά τον κρίσιμο χρόνο για την αναγνώριση του επικαλούμενου εγγραπτέου δικαιώματος επί του επιδίκου, ήτοι στις 03.01.2005, όταν με την με αριθμό 269/5/23.12.2004 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) [ΦΕΚ 1/Β'/03.01.2005] διαπιστώθηκε η ολοκλήρωση της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο του Δήμου Χολαργού και ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή αυτή η εν λόγω ημερομηνία, ο ενάγων Δήμος είχε αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου ακινήτου, η οποία μπορεί να αντιταχθεί έναντι του εναγομένου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, καθόσον συνέτρεξαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 στοιχ.

β' ν. 3127/2003, και ως εκ τούτου ο ίδιος νεμόταν αδιατάρακτα, για χρονικό διάστημα άνω των τριάντα ετών, από τις 17.06.1952 μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου (ΦΕΚ Α' 67/19.03.2003), το επίδικο ακίνητο, κείμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του ίδιου Δήμου, ευρισκόμενος κατά το χρόνο κτήσης της νομής σε καλή πίστη.

Το εναγόμενο με τις προτάσεις του ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι το επίδικο αποτελεί δασική έκταση και ως εκ τούτου δεν εμπίπτει στις διατάξεις του μνησθέντος νόμου, πλην όμως, όπως χωρίς αμφιβολία προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με μέριμνα του ενάγοντα αεροφωτογραφίες τόσο της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού ληφθείσα το έτος 1939, όσο και του Υπουργείου Χωροταξίας, Οικονομίας και Περιβάλλοντος, ληφθείσα στις 21.11.1953, η επίδικη έκταση δεν έχει δασικό χαρακτήρα απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου.

Περαιτέρω το εναγόμενο προέβαλε τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό ότι απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου: α) επειδή τούτο ανήκε στο οθωμανικό Δημόσιο, άλλως σε οθωμανούς πολίτες που δεν διατήρησαν την κατοχή του κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου έτους 1830 και της από 09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος", β) άλλως, επειδή ήταν δάσος κατά τη θέση σε ισχύ του β.δ.

από 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και οι ιδιοκτήτες του δεν προσκόμισαν τους τίτλους τους στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός έτους από τη δημοσίευση του ως άνω β.δ., γ) άλλως, επειδή ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, για την επικαρπία του οποίου ουδείς κατείχε ταπί, όπως ορίζεται με το άρθρο 1 του β.δ. από 3/15.12.1833, δ) άλλως, επειδή νεμόταν αυτό διανοία κυρίου από τη σύστασή του μέχρι σήμερα, φυλάσσοντας, αναδασώνοντας το ακίνητο και εκδίδοντας πράξεις χαρακτηρισμού και πρωτόκολλα διοικητικής αποβολής, και ε) άλλως, επειδή ήταν αδέσποτο κατά το άρθρο 16 του από 10.07.1837 νόμου "Περί διακρίσεως κτημάτων".

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, όπως και οι εμπεριεχόμενοι αυτούς λόγοι έφεσης, επειδή ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας, που επικαλείται ο ενάγων Δήμος είναι πρωτότυπος και καταλύει την τυχόν προϋπάρχουσα κυριότητα του Δημοσίου. Επομένως δοθέντος ότι το επίδικο ακίνητο έλαβε κατά την κτηματογράφηση, ως γεωτεμάχιο, εμβαδού 801,00 τ.μ., ΚΑΕΚ ..., εμφανίζεται δε εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του εναγομένου, με αποτέλεσμα η εν λόγω πρώτη εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου να είναι εσφαλμένη προσβάλλουσα το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων Δήμος είναι κύριος της επίδικης έκτασης και να διαταχθεί η διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Αγ.

Παρασκευής.".

Με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον μέμφεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, υποπέσαν στις αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν δέχθηκε ότι οι γενόμενες ενέργειές του (καταγραφή της επίδικης εκτάσεως ως ακινήτου ιδιοκτησίας του, υποβολή δηλώσεως ιδιοκτησίας του ν. 2308/1995 υπ' αριθμ. 25319/09.02.2021) συνιστούν διαταρακτικές, της νομής του αναιρεσιβλήτου ενέργειες και επιπλέον απήτησε οι ενέργειές του αυτές να γνωστοποιηθούν σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο).

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στην παραπάνω διάταξη, όπως η έννοια αυτής αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προεκτέθηκε, και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αποκτήσεως από τον ενάγοντα Ο.Τ.Α.

της κυριότητας, επί του επιδίκου, που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως, με πρωτότυπο τρόπο, νεμηθείς αυτό από τις 17.06.1952 έως τις 19.03.2003, δηλαδή για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών, καλόπιστα και αδιατάρακτα, καθ' όσον οι προκύψασες ενέργειες του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (καταγραφή της επίδικης εκτάσεως ως ακινήτου ιδιοκτησίας του, υποβολή δηλώσεως ιδιοκτησίας του ν. 2308/1995 υπ' αριθμ. ...) δεν συνιστούν διαταρακτικές, της νομής, πράξεις εφόσον οι εμπεριεχόμενες στις ενέργειες αυτές καταγραφή και δήλωση δεν μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από τον αναιρεσίβλητο και, τούτο, διότι η μεν καταγραφή συνιστά εσωτερική πράξη του αρμοδίου οργάνου του Ελληνικού Δημοσίου, η δε δήλωση ιδιοκτησίας δεν μπορούσε αντικειμενικά να γίνει αντιληπτή, κατά τα αμέσως κατωτέρω.

Στο σημείο τούτο αξίζει να σημειωθεί ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν απήτησε να λάβει γνώση ο αναιρεσίβλητος με πανηγυρικό τρόπο των ως άνω ενεργειών του αναιρεσείοντος, αλλά θεώρησε ότι δεν λειτουργούν διαταρακτικά ενέργειες οι οποίες δεν είναι δυνατό να γίνονται αντιληπτές από τον νομέα εφόσον η νομή του μπορεί να διαταραχθεί με πράξη που (κατά τη λεξιλογική σημασία του ρήματος διαταράσσω) αναστατώνει, ενοχλεί, κλονίζει, προκαλεί ανωμαλία, σύγχυση κτλ και, ως εκ της φύσεώς της, πρέπει να γίνει αντιληπτή.

Ενόψει τούτων, οι, περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, λόγω της ήττας του, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσιβλήτου), τα οποία θα καταλογισθούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.05.2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3441/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ