Legislator Case Law & Legislation
1629/2018 AI generated

1629/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1629/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1629/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 26/2004). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 2§1, 6§1, 10§1 και 11 § 1 του ν.489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2§1).

Keywords

AI generated
substance addiction narcotics law violation qualified narcotics offense substances subject to restriction narcotics investigation aggravated drunk driving
AI generated
602/2008
Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability for drunk driving accident death.
835/2017
Supreme Court dismisses appeal on traffic accident liability, ruling the lower court's finding of exclusive driver fault was legally sound.
155/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Ιουλίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4273/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1006/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Αυγούστου 2005 αίτησή του και τους από 3 Νοεμβρίου 2006 πρόσθετους λόγους αυτής.
1685/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
172/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1629 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1629/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαΐου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ντανάκα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται για την "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς ως άνω αναιρεσείουσας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Κότσιφα, που δεν κατέθεσε προτάσεις και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2010 αγωγή φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 14-7-2010 και 15-11-2010 παρεμπίπτουσες αγωγές της ανώνυμης εταιρείας "... ΑΕ" και της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4229/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3283/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ'αριθμ. …69Γ/21-2-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πατρών Α. Κ., προκύπτει ότι αυτός μετά από γραπτή παραγγελία του επισπεύδοντος τη συζήτηση Δ. Ν., δικαστικού πληρεξουσίου της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." η οποία μετά από συγχώνευση δια απορροφήσεώς της νομίμως εκπροσωπείται από την "...", ως καθολική της διάδοχο, αντίγραφο της από 16-6-2017 αίτησης για αναίρεση της 3283/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με πράξη κατάθεσης του αρμόδιου Γραμματέα του οικείου Εφετείου Αθηνών με αριθμό …67/19-6-2017 και πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση να παραστεί σ'αυτή επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία της ανωτέρω αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση, στην προκείμενη περίπτωση, συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή για τη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 26/2004). Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 2§1, 6§1, 10§1 και 11 § 1 του ν.489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", ορίζονται μεταξύ άλλων τα εξής: Ο κύριος, ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2§1).

Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6§1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε, έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10§1). 0 ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 § 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 §1).

Περαιτέρω, με το άρθρο 17 του ν.3557/2007, που ισχύει από τις 14-5-2007, καταργήθηκε η υπ' αριθμ. Κ4/585/1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 795 ΤΑΕ και ΕΠΕ), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 4 του ίδιου ως άνω νόμου (ν. 3557/2007), μετά το άρθρο 6 του πδ 237/1986 προστίθενται δύο νέα άρθρα, τα 6α' και 6β' από τα οποία το δεύτερο αναφέρει:" 1.

Εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)...., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ν. 2696/1999, ΦΕΚ 57 Α1), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος...., γ)...". 2) α)...

β) Ο ασφαλιστής δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη του έναντι των ζημιωθέντων τρίτων, προβάλλοντας τις εξαιρέσεις των προηγούμενων παραγράφων, οι οποίες ισχύουν αποκλειστικά στο πλαίσιο της σχέσης του με τον ασφαλισμένο." Παρόμοια απαλλακτική ρήτρα υπέρ του ασφαλιστή, που αφορά την οδήγηση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από οδηγό που τελεί σε μέθη η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των όρθρων 1 επ.

του ν. 2496/1997 και του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ. (που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής από δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά"), μπορεί εγκύρως να συμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου και να συμπεριληφθεί ως συμβατικός όρος στην ασφαλιστική σύμβαση, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την υποχρέωση του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει, όμως, σε αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας του.

Η απαλλακτική αυτή ρήτρα δεσμεύει τον ασφαλισμένο ακόμη και αν αυτός δεν υπέγραψε τη σύμβαση ασφαλίσεως που την περιέχει, αρκεί να έλαβε γνώση αυτής και να την αποδέχθηκε (ΑΠ 426/2002, 843/2001, 588/2001).

Η εν λόγω αποδοχή μπορεί να γίνει και σιωπηρώς, ήτοι, να συνάγεται από διάφορες πράξεις του ασφαλισμένου, οι οποίες ενέχουν και συνιστούν αποδοχή εκ μέρους αυτού του ως άνω όρου, όπως η παραλαβή από αυτόν του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαιώσεως ασφαλίσεως του αυτοκινήτου, η επικόλληση αυτών στο παρ-μπρίζ του αυτοκινήτου του, η καταβολή των ασφαλίστρων και η δήλωση του ατυχήματος στον ασφαλιστή (ΑΠ. 1063/2007, 1491/2006).

Εκ των ως άνω διατάξεων προκύπτει: α) ότι απαγορεύεται η οδήγηση οδικού οχήματος από οδηγό ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, β) ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες οι οποίες προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ν.2696/1999, όπως αυτός εκάστοτε ισχύει, γ) σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007, για να τύχει εφαρμογής ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης περί εξαίρεσης από την κάλυψη του ατυχήματος λόγω μέθης του υπαίτιου οδηγού, πρέπει η μέθη αυτού να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αναφορικά με την από 14-7-2010 (και με αριθμό καταθ. …11/16-7-2010) παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, ο πρώτος ως οδηγός και η δεύτερη κύρια του ασφαλιζομένου απ'αυτή με αριθμό κυκλ. ...90 Φ.Ι.Χ. Βυτιοφόρου φορτηγού αυτοκινήτου μεταφορά υγρών καυσίμων να της καταβάλουν όσα ποσά υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της από 7-4-2010 (και με αριθμό κατάθ.

…44/8-4-2010) κύριας αγωγής, καθόσον από υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού, τελούντος κατά τα εκτιθέμενα σε μέθη, προκλήθηκε το αναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, διότι με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποκλείσθηκαν της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό, που τελεί υπό την επήρεια τοξικών ουσιών, δέχθηκε,ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στον συνυπαίτιο κατά 70% οδηγό έγινε αιματολογική τοξικολογική εξέταση και σύμφωνα με την με αριθμ. πρωτ. 3022/... α' και 3022/...β'/28-12-2009 Εκθέσεις της Δ/νσης Εγκληματολογικών Ερευνών του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, στο αίμα του δεν ανιχνεύθηκε οινόπνευμα, ούτε οπιούχες ή οπιοειδείς ουσίες, αλλά το συστατικό 11-nor-Δ9-THC-9- καρβοξυλικό οξύ που είναι μεταβολίτης της Δ9 - τετραϋδροκανναβινόλης (των προϊόντων της κάνναβης) και αποτελεί τοξική ουσία.

Συνεπώς αποδεικνύεται κατ' αρχήν ότι ο ως άνω οδηγός καθόν χρόνο συνέβη το ένδικο ατύχημα βρίσκονταν υπό την επήρεια της ως άνω απαγορευμένης τοξικής ουσίας (άρθρο 42 του ΚΟΚ). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι : 1) με το με αριθμό ...13-8/01-10-2009 ανανεωτήριο ασφαλιστήριο η ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσα εταιρεία ανέλαβε την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης του ιδιοκτήτη και του οδηγού του ανωτέρω ζημιογόνου φορτηγού για τις ζημιές, που θα προκαλούσε σε τρίτους κατά την κυκλοφορία του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (από 12-10-2009 έως 12-4-2010), 2) στο ασφαλιστήριο αναγράφεται ρητά, ότι η σύμβαση υπάγεται στις διατάξεις του Ν.489/1976, του Ν.Δ 400/1970, και του Ν. 3557/2007 και διέπεται από τις διατάξεις της απόφασης του Υπουργού Εμπορίου Κ4/585/1978 η οποία ίσχυε κατά την κατάρτιση του αρχικού συμβολαίου (...903), ήδη καταργηθείσα με το άρθρο 17 του Ν. 3557/2007, ο οποίος ισχύει στην κρινόμενη περίπτωση, αφού το ατύχημα συνέβη μετά την έναρξη ισχύος του ...

Επομένως πράγματι συνομολογήθηκε μεταξύ της εκκαλούσας και του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εφεσίβλητης - αντισυμβαλλόμενης εταιρείας - ο ως άνω επίμαχος όρος, του οποίου η τελευταία έλαβε γνώση και αποδέχτηκε, παραλαμβάνοντας αντίγραφο του ασφαλιστήριου συμβολαίου που εμπεριείχε τους γενικούς και ειδικούς αυτού όρους και συνεπώς, τόσον αυτή (η β' εφεσίβλητη) όσο και ο προστηθείς υπάλληλος της - (συν)υπαίτιος οδηγός δεσμεύονται, αφού, δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο απ' τον αντισυμβαλλόμενο - λήπτη της ασφάλισης, αλλά αρκεί το ότι η εφεσίβλητη εταιρεία παρέλαβε το ασφαλιστήριο και κατέβαλε τα ασφάλιστρα, γεγονός που συνάγεται από το ότι όχι μόνον δεν απέκρουσε την ασφαλιστική κάλυψη ως εναγόμενη στην κύρια αγωγή, αλλά επί πλέον αποδέχεται την ύπαρξη και το κύρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, αφού επικαλείται τις συνέπειες αυτού σε βάρος της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας.

Επομένως, οι πρωτόδικοι ισχυρισμοί των παρεμπιπτόντως εναγομένων ότι δηλαδή δεν συντρέχει σε βάρος τους και υπέρ της ασφαλιστικής εταιρίας συμβατικός λόγος αναγωγής, αρνούμενοι την συνομολόγηση και αποδοχή των όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, όπως αυτοί εκτίθενται στην παρεμπίπτουσα αγωγή, εκ του λόγου ότι δεν έχει υπογραφεί από μέρους τους η ασφαλιστήρια σύμβαση, ελέγχονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη.

Πλην όμως, παρά το γεγονός ότι ο υπαίτιος οδηγός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, βρισκόταν υπό την επήρεια του προαναφερόμενου ψευδαισθησιογόνου συστατικού, αυτό δεν συνετέλεσε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και συνακόλουθα δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα του οποίου η πρόκληση, όπως προαναφέρεται, οφείλεται στην υπερδιπλάσια υπέρβαση της μέγιστης επιτρεπόμενης ταχύτητας με την οποία κινούνταν το φορτηγό κατά το χρόνο του ατυχήματος.

Το γεγονός και μόνον ότι ο οδηγός του δεν αντιλήφθηκε από μεγαλύτερη απόσταση τον πεζό αλλά μόλις 21,5 μέτρα πριν την παράσυρσή του και ότι κινούνταν με υπερδιπλάσια της επιτρεπόμενης ταχύτητα, δεν καταμαρτυρεί ότι οι ως άνω παραβάσεις του ΚΟΚ (που δυστυχώς παραβιάζονται συχνά από οδηγούς που κινούνται σε εθνικές οδούς και διατρέχουν κατοικημένες περιοχές) οφείλονται στην επικαλούμενη από την ενάγουσα "ευφορία" και την υπερεκτίμηση των ικανοτήτων του συνεπεία της ανιχνευθείσας στο αίμα του τοξικής ουσίας, αφού αυτός μέχρι και εκείνη τη χρονική στιγμή οδηγούσε επιμελώς το βαρύ όχημα, μόλις δε, έστω καθυστερημένα αντελήφθη τον πεζό, δεν έχασε τον έλεγχο του οχήματος του αλλά προέβη άμεσα στην ενδεδειγμένη, έστω και ανεπιτυχή λόγω της μικρής απόστασης, τροχοπέδηση και συνάμα σε δεξί ελιγμό, οδική συμπεριφορά που θα είχε ακολουθήσει κάθε άλλος αμελής μεν οδηγός, πλην όμως μη ευρισκόμενος υπό την επίδραση της ως άνω ουσίας.

Δηλαδή, εκτιμάται ότι η ως άνω οδική συμπεριφορά του εναγόμενου οδηγού που αφορά μία, δυστυχώς, τυπική παράβαση του ΚΟΚ δεν είχε επηρεαστεί από την επίδραση της ως άνω τοξικής ουσίας, η οποία και δεν συντέλεσε στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, αφού δεν διατάραξε τις αντιδράσεις του, τους οδηγητικούς αυτοματισμούς ούτε αλλοίωσε την αντίληψη του περιβάλλοντος χώρου, καθόσον, πέραν της τροχοπέδησης προέβη και στον ενδεδειγμένο δεξί αποφευκτικό ελιγμό, θεωρώντας ότι ο πεζός θα αντιλαμβάνονταν την κίνηση του βαρέως οχήματος του και θα διέκοπτε την μοιραία κάθετη πορεία του.

Κατά συνέπεια, ενόψει του ότι η εκ μέρους του εναγόμενου οδηγού χρήση της προαναφερόμενης τοξικής ουσίας που συνιστά παράβαση του άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, δεν συντρέχει η προαναφερθείσα περίπτωση εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης και επομένως, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν έχει αναγωγική αξίωση κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων, όσον αφορά τις προαναφερθείσες αξιώσεις των κυρίως εναγόντων, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση του, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσία βάσιμης της σχετικής ένστασης των τελευταίων.

Και ναι μεν ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων προβλήθηκε απαράδεκτα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μόνον με τις έγγραφες προτάσεις των εναγομένων χωρίς δηλαδή και συνοπτική ανάπτυξή του και καταχώρηση του στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όπως βάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα (ΑΠ 602/2005), πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος παραδεκτά και νόμιμα τον επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις του, και λαμβάνεται υπόψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 527 παρ.1 του ΚΠολΔ, έστω και αν δεν είχε προταθεί παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, αφού η σχετική ένσταση προτείνεται κατά της έφεσης προς υπεράσπιση του διατακτικού της εκκαλουμένης, δεδομένου ότι, προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και οι απαραδέκτως προταθέντες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 2/2005, ΑΠ 1464/2013, ΑΠ 1055/2005).

Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνοντας η εκκαλουμένη ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία δεν έχει αναγωγική αξίωση κατά των παρεμπιπτόντως εναγομένων, ορθά κατ' αποτέλεσμα, απέρριψε, ως κατ ουσία αβάσιμη την παρεμπίπτουσα αναγωγή και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τους λόγους της ένδικης έφεσης ελέγχονται απορριπτέα, ως αβάσιμα.

Σημειώνεται ότι εφόσον κατά παραδοχή του ως άνω ισχυρισμού του προστηθέντα οδηγού καταλύεται η σε βάρος του (αν)αγωγική αξίωση της ασφαλιστικής εταιρείας, η τελευταία δεν διατηρεί αντίστοιχη αξίωση ούτε σε βάρος της προστήσασας ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος (β παρεμπιπτόντως εναγομένης - εφεσίβλητης εταιρείας) .

Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η έφεση στο σύνολο της, να καταδικαστεί η εκκαλούσα εταιρεία στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ), όπως ειδικότερα αυτά καθορίζονται στο διατακτικό της παρούσας και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που αυτή κατέθεσε κατά την άσκηση της έφεσης της (άρθ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ) ...".

To Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις του ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός του με αριθμό κυκλ. ...90 Δχ ζημιογόνου βυτιοφόρου φορτηγού αυτοκινήτου κατά τον χρόνο του ατυχήματος: α) οδηγούσε με ταχύτητα 85χ/ώρα αντί της επιτρεπομένης των 40χ/ώρα, β) δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και γ) βρισκόταν υπό την επήρεια της τοξικής ουσίας του 11-Νοr-Δ9-ΤΗC-9 καρβοξυλικού οξέος, που είναι μεταβολίτης της Δ9-τετραϋδροκανναβιόλης, πλην όμως, αυτό δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, το οποίο οφείλεται στην "υπερδιπλάσια" υπέρβαση της μέγιστης επιτρεπόμενης ταχύτητας, με την οποία κινούνταν φορτηγό κατά τον χρόνο του ατυχήματος, την οποία δεν επέτεινε το γεγονός ότι ευρισκόταν υπό την επήρεια της ως άνω τοξικής ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 69 και 6β παρ. 1 εδ.

α'του Ν. 3557/2007 και διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τις συνέπειες της χρήσης του 11-Nor-Δ9-THC-9 καρβοξυλικού οξέος, όσον αφορά το ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζήτημα του εάν η οδήγηση υπό την επήρεια της ως άνω τοξικής ουσίας ήταν πρόσφορος αιτία για την επέλευση του αποτελέσματος, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδήγησης υπό την επίδραση της ως άνω τοξικής ουσίας και της πρόκλησης του ατυχήματος.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό των ως άνω εφαρμοσθέντων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφορικά με την οδήγηση υπό την επήρεια τοξικής ουσίας, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η έλλειψη αιτιώδους συνάφειας της οδήγησης υπό την επήρεια της εν λόγω τοξικής ουσίας και της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος.

Ενόψει αυτών ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και το, κατ' ορθότερη υπαγωγή μόνο από τον αριθ. 19 και όχι και του αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερο τμήμα του τέταρτου λόγου αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης "Πράγματα" υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια υπό τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδήγησης του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού υπό την επήρεια της προαναφερομένης τοξικής ουσίας και της προκλήσεως του ένδικου ατυχήματος και ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, ιδιοκτήτρια του ζημιογόνου βυτιοφόρου οχήματος, παρά το γεγονός ότι η τελευταία μη παρασταθείσα στην κατ' έφεση δίκη δεν πρότεινε την εν λόγω ένσταση.

Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον τίθεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η από 14-7-2010 (και με αριθμό κατάθ. …11/16-7-2010) παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κατά της δεύτερης παρεμπιπτόντως εναγομένης, ως "ιδιοκτήτριας" ασφαλισμένης λήπτριας της ασφάλισης και προστήσασας στην οδήγηση τον πρώτο παρεμπιπτόντως εναγόμενο οδηγό και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης απορρίφθηκε με την εξής παραδοχή: "...

Σημειώνεται ότι εφόσον κατά παραδοχή του ως άνω ισχυρισμού του προστηθέντα οδηγού καταλύεται η σε βάρος του αναγωγική αξίωση της ασφαλιστικής εταιρίας, η τελευταία δεν διατηρεί αντίστοιχη αξίωση ούτε σε βάρος της προστήσασας ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος (β' παρεμπιπτόντως εναγομένης-εφεσίβλητης εταιρίας)" και όχι κατά παραδοχή της μη προταθείσας ενστάσεως ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδήγησης υπό την επίδραση της ως άνω τοξικής ουσίας και της προκλήσεως του ένδικου ατυχήματος Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί.

Με το πρώτο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τμήμα του τέταρτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6β παρ. 1 περ.β' του Ν. 3557/2007 και του άρθρου 42 παρ.2 του ΚΟΚ, καθόσον εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος, κατά λογική ακολουθία, έπρεπε να δεχθεί ότι η οδήγηση υπό την επήρεια τοξικών ουσιών τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα. Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω τμήμα του, είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι με την κατ' επίφαση επίκληση της πλημμέλειας του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη, αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του πρώτου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), καθόσον η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε και δεν υποβλήθηκε σε δικαστικά έξοδα. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-6-2017 αίτηση για αναίρεση της 3283/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Σεπτεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ