Legislator Case Law & Legislation
1629/2017 AI generated

1629/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1629/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η υπό κρίση από 7-6-2016 αίτηση αναίρεσης με αριθμό κατάθεσης .../10-6-2016 στρέφεται κατά της με αριθμό 3457/13-06-2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από αναίρεση με τη με αριθμό 14/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου της με αριθμό 6116/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-09-2007 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 1421/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχεν απορρίψει την από 24-09-2005 αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, και απέρριψε την ως άνω έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κρίνοντας ότι ορθώς απερρίφθη η ως άνω αγωγή ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τα άρθρα 552, 553, 556, 558 και 564 του ΚΠολΔ, καθόσον ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης, καθόσον από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι δεν προκύπτει επίδοση αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1629/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α) Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη. β) Υπό την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του παρόντος Π.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1629 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1629/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Διάκο, που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καραγκούνη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1421/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 6116/2008 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 14/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 3457/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/6/2016 αίτησής της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Η υπό κρίση από 7-6-2016 αίτηση αναίρεσης με αριθμό κατάθεσης .../10-6-2016 στρέφεται κατά της με αριθμό 3457/13-06-2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε μετά από αναίρεση με τη με αριθμό 14/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου της με αριθμό 6116/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 20-09-2007 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 1421/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχεν απορρίψει την από 24-09-2005 αγωγή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη, και απέρριψε την ως άνω έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κρίνοντας ότι ορθώς απερρίφθη η ως άνω αγωγή ως μη νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τα άρθρα 552, 553, 556, 558 και 564 του ΚΠολΔ, καθόσον ασκήθηκε εντός της προθεσμίας των τριών ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης, καθόσον από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι δεν προκύπτει επίδοση αυτής.

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ. 16/18-7-1920. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 3 παρ.1 και 2 του ΠΔ 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας "τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, τον διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας". Η εν λόγω Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50, αντίστοιχη, προς προσαρμογή δε σλ αυτή εκδόθηκε το 178/2002 Π.Δ., με το άρθρο 11 του οποίου καταργήθηκε το ΠΔ 572/1988 από 17-7-2001.

Στα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του 178/2002 Π.Δ. "Προστασία εργαζομένων σε μεταβιβαζόμενες επιχειρήσεις" ορίζεται: (άρθρο 1) Σκοπός του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1998 "για την τροποποίηση της οδηγίας 77/187/ΕΟΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών-μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων" (άρθρο 2) "1.

α) Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη. β) Υπό την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του παρόντος Π.

Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. γ) Το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες.

Η διοικητική αναδιοργάνωση δημοσίων διοικητικών αρχών ή η μεταβίβαση διοικητικών αρμοδιοτήτων μεταξύ δημοσίων διοικητικών αρχών δεν θεωρείται ως μεταβίβαση κατά την έννοια του παρόντος Διατάγματος.

2. Το παρόν διάταγμα εφαρμόζεται όταν και εφόσον η μεταβιβαστέα επιχείρηση, ή εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρηση^ ή εγκατάστασης βρίσκεται στο πεδίο εδαφικής εφαρμογής της συνθήκης.

3.Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται στα πλοία θαλάσσης" (άρθρο 3) α) Μεταβιβάζων νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

β) Διάδοχος νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

γ) Εκπρόσωποι των εργαζομένων νοούνται αυτοί που ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του Νόμου 1767/1988 "Συμβούλια εργαζομένων και άλλες εργατικές διατάξεις -κύρωση της 135 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας" (Α"63), όπως ισχύει κάθε φορά. Προκειμένου για επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις που απασχολούν κάτω των πενήντα (50) εργαζομένων, εφόσον σ' αυτές δεν υπάρχουν εκπρόσωποι των εργαζομένων, οι εργαζόμενοι εκπροσωπούνται από τριμελή επιτροπή που εκλέγεται από αυτούς κατ' ανάλογο εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν. 1767/1988. δ) Εργαζόμενος νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο το οποίο συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με επιχείρηση, που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος.

2. Στο πεδίο εφαρμογής του διατάγματος εμπίπτουν:

α) συμβάσεις εργασίας ή εργασιακές σχέσεις ανεξαρτήτως του αριθμού των ωρών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν ή θα πραγματοποιηθούν, β) εργασιακές σχέσεις που διέπονται από σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν τεθεί σε συμμόρφωση προς το άρθρο 1 παρ. 1 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ και γ) πρόσκαιρες εργασιακές σχέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις που έχουν τεθεί σε συμμόρφωση προς το άρθρο 1 παρ. 2 της οδηγίας 91/383/ΕΟΚ.

Ενώ στο άρθρο 4 του ιδίου Διατάγματος με τίτλο "Διατήρηση δικαιωμάτων των εργαζομένων" ορίζεται:

"1. Δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.

2. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που Προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.

3. Σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, είτε με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική επιχείρηση, είτε με μορφή λογαριασμού που λειτουργεί στο πλαίσιο της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, είτε με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο (PRIVATE PENSION FUND), σε περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης, ισχύουν τα εξής:

Α) Αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης με τους ίδιους όρους που ίσχυαν για τον μεταβιβάζοντα, ανανεώνεται η σύμβαση ασφάλισης. Αν μεσολαβεί ασφαλιστική επιχείρηση ή ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο, ο διάδοχος ανανεώνει τη σύμβαση ασφάλισης και με αυτήν ή αυτό.

Β) Αν ο διάδοχος αποδέχεται τη συνέχιση της σύμβασης ασφάλισης, με διαφορετικούς όρους από εκείνους που ίσχυαν για τον μεταβιβάζοντα, στην περίπτωση αυτή πληροφορεί τους εκπροσώπους των εργαζομένων για τη μεταβολή των όρων, διαβουλεύεται με αυτούς και με τον μεταβιβάζοντα και καταρτίζει νέα σύμβαση ασφάλισης. Αν μεσολαβεί ασφαλιστική επιχείρηση ή ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο, στις διαβουλεύσεις συμμετέχει ή εκπρόσωπος της ασφαλιστικής επιχείρησης ή ο διαχειριστής (TRUSTEE) του ιδιωτικού συνταξιοδοτικού ταμείου για να υποβάλει νέες προτάσεις προς κατάρτιση νέας ασφαλιστικής σύμβασης, λαμβάνοντας υπόψη το υφιστάμενο μαθηματικό απόθεμα ή το υφιστάμενο πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού διαχειρίσεως των συνταξιοδοτικών κεφαλαίων.

Γ) Αν ο διάδοχος, πριν από τη μεταβίβαση, αρνηθεί τη συνέχιση της ασφαλιστικής σύμβασης είτε με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική επιχείρηση, είτε με μορφή λογαριασμού που λειτουργεί στο πλαίσιο της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, είτε με μορφή ομαδικού προγράμματος σε ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο, τα σχετικά κεφάλαια με μορφή είτε μαθηματικού αποθέματος είτε λογαριασμού συνταξιοδοτικών κεφαλαίων ανήκουν στους εργαζόμενους. Στην περίπτωση αυτή, τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων ως και τα δικαιώματα προσδοκίας για περιοδικές ή εφάπαξ παροχές των εργαζομένων, των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε κατά τον χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης, εξασφαλίζονται ως εξής:

α) Στην περίπτωση ομαδικού προγράμματος σε ασφαλιστική επιχείρηση ή σε ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο, τα σχετικά κεφάλαια τα οποία συγκεντρώνονται στην ασφαλιστική επιχείρηση ή στο ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο, εκκαθαρίζονται από τον μεταβιβάζοντα και τους εκπροσώπους των εργαζομένων και διανέμονται στους εργαζόμενους από την ασφαλιστική επιχείρηση ή το ιδιωτικό συνταξιοδοτικό ταμείο είτε με βάση το μαθηματικό απόθεμα, όταν πρόκειται για εγγυημένα ομαδικά προγράμματα εγγυημένο τεχνικό (προεξοφλητικό) επιτόκιο, εγγυημένη παροχή, είτε με βάση την συσσωρευμένη καθαρή εισφορά (περίπτωση προγραμμάτων με καθορισμένη εισφορά) , είτε με βάση την δεδουλευμένη παροχή (ACCRUED BENEFIT) ή την παρούσα αξία μελλοντικής παροχής (PROJECT BENEFIT) (περίπτωση προγραμμάτων με καθορισμένη παροχή).

β) Στην περίπτωση λογαριασμού που λειτουργεί στο πλαίσιο της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, τα σχετικό κεφάλαια εκκαθαρίζονται από τον μεταβιβάζοντα και τους εκπροσώπους των εργαζομένων και διανέμονται στους εργαζόμενους, είτε με βάση την συσσωρευμένη Καθαρή εισφορά (περίπτωση προγραμμάτων με καθορισμένη εισφορά), είτε με βάση την δεδουλευμένη παροχή ή την παρούσα αξία μελλοντικής παροχής (περίπτωση προγραμμάτων με καθορισμένη παροχή).

Δ) Εφόσον στην επιχείρηση δεν υπάρχουν συμβούλια εργαζομένων, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 1767/88, στις διαβουλεύσεις, στην εκκαθάριση και στη διανομή συμμετέχει τριμελής επιτροπή που εκλέγεται από τους εργαζόμενους με άμεση, μυστική και καθολική ψηφοφορία, σε συνέλευση που συγκαλείται από τη συνδικαλιστική οργάνωση που έχει τα περισσότερα μέλη στην επιχείρηση.

Ε) Αντιρρήσεις κατά του πίνακα διανομής εκδικάζονται από το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

ΣΤ) Υφιστάμενα δικαιώματα για περιοδικές ή εφάπαξ παροχές των εργαζομένων περιλαμβανομένων και των εργαζομένων που η σχέση εργασίας τους λύθηκε κατά το χρόνο μεταβίβασης της επιχείρησης, (παροχές επιζώντων) δεν παραβλάπτονται συνεπεία της μεταβίβασης και λαμβάνονται υπόψη κατά την διαδικασία διανομής των υποπαραγράφων Γ, Δ και Ε ως ανωτέρω." Κατά τις διατάξεις των ως άνω άρθρων του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια αυτού του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.

Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση.

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή συνεπάγεται ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων.

Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών, να επηρεάζονται, από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό.

Διατήρηση της ταυτότητας της σημαίνει ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας του προσωπικού της και συνεπώς δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 Π.Δ. 572/1988 και Π.Δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 ΑΚ, 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχειρήσεώς του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική ζημία στο μισθωτό κατά παράβαση διατάξεως νόμου ή της ατομικής συμβάσεως εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που παρέχει στο μισθωτό, αν δεν αποδέχεται τη μεταβολή, το δικαίωμα, είτε να εμείνει στη σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Ο εργοδότης που δεν αποδέχεται την προσφορά αυτή μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση τηρώντας τις προϋποθέσεις του νόμου, γιατί αλλιώς περιέρχεται, κατά το άρθρο 349 ΑΚ σε υπερημερία και υποχρεούται στην καταβολή κατά το άρθρο 656 ΑΚ των μισθών. Εφόσον, όμως, καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση εργασίας η καταγγελία αυτή δεν είναι καταχρηστική εκ μόνου του λόγου ότι έγινε ύστερα από την αντίκρουση της βλαπτικής μεταβολής, εκτός αν συντρέχουν στην περίπτωση αυτή οι προϋποθέσεις του άρθρου 281 ΑΚ, όπως είναι η ύπαρξη εκδικητικών κινήτρων του εργοδότη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως, δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού δικαίου, αυτό όμως προϋποθέτει διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη, ή δέχεται ή απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση κατ' ουσίαν (Α.Π. 14/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2005 αγωγή της, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, κατ" εκτίμηση του περιεχομένου της, εξέθετε ότι προσελήφθη από την εναγόμενη αεροπορική ανώνυμη εταιρεία την 12.6.1995 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετά από διαδοχικές ανανεώσεις κατέστη από 1.1.1999 αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε σ' αυτήν ως υπάλληλος επίγειας εξυπηρέτησης με κύριο έργο την εξυπηρέτηση πελατών - επιβατών πριν την επιβίβασή τους στο αεροσκάφος.

Ότι τα καθήκοντα που ασκούσε καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως ήταν εκείνα της υπαλλήλου επίγειας εξυπηρέτησης, απασχολούμενη με την εξυπηρέτηση των πελατών - επιβατών της ... στο χώρο του Αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" πριν από την επιβίβαση στο αεροσκάφος (έλεγχο εισιτηρίων κ.λπ.). Ότι προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη από της προσλήψεώς της, μέχρι και την 8.7.1995, ημερομηνία κατά την οποία η αντίδικος της ανακοίνωσε ότι μεταβίβασε τις υπηρεσίες της επίγειας εξυπηρέτησης πελατών της στην εταιρεία με την επωνυμία "...

Ανώνυμη Εταιρεία"! και το διακριτικό τίτλο "... S.A." και ότι εξαιτίας της δήθεν συντελεσθείσας μεταβίβασης η αντίδικος ισχυρίστηκε ότι είχε καταστεί προσωπικό της "... S.A." και έπαψε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και δε την δέχθηκε έκτοτε για εργασία. Ότι η ενάγουσα εναντιώθηκε σε αυτή τη μετακίνηση και την 13.7.2005 η "...

S.A.". της απέστειλε εξώδικη πρόσκληση - δήλωση, με την οποία της δήλωσε ότι απουσιάζει αδικαιολόγητα από την εργασία της και ότι βάσει τούτων, η εναγομένη επέφερε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, αφού κλήθηκε να εργαστεί σε νέο εργοδότη χωρίς τη συναίνεση της, με διαφορετικό ωράριο και συνθήκες εργασίας και με διαφορετικές μισθολογικές παροχές και εξέλιξη, απώλεια του δικαιώματος να συνταξιοδοτηθεί από τον κλάδο του ασφαλιστικού φορέα του ΙΚΑ, που αφορά εργαζόμενους υπαγόμενους στα βαρέα ένσημα, όπως ίσχυε για τους εργαζομένους αεροπορικών εταιρειών" και, επιπροσθέτως, κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της επικαλείται τη διαδοχή εργοδότη.

Ότι η εναγομένη εταιρεία, μη αποδεχόμενη τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, κατήγγειλε, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακύρως, προφορικώς τη σύμβαση εργασίας της, χωρίς ναι της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και κατά κατάχρηση του δικαιώματος της και υπέστη δε από την παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης ηθική βλάβη.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, η ήδη αναιρεσείουσα ρητώς αποκρούει ότι ή υπήρξε διαδοχή εργοδότη υπό την έννοια του ΠΔ 178/2002, αφού, όπως υποστηρίζει, η αναιρεσίβλητη δεν μεταβίβασε εξ ολοκλήρου το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών στην "... S.A.", αλλά μέρος αυτής, ενώ εξακολουθεί να εξυπηρετεί τους πελάτες της στο αεροδρόμιο με προσωπικό της στο τμήμα επίγειας εξυπηρέτησης που εξακολουθεί να διατηρεί και στο οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή (βλ.

πλην άλλων και σελ. 14) η αναιρεσείουσα παρείχε την εργασία της. Ζήτησε δε, βάσει τούτων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 8/7/2007 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτής για την καταβολή αυτών και να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, όπως στην αγωγή της εξειδικεύονται τα κύρια και παρεπόμενα υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 7.450 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως, και, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Δηλαδή, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, η ενάγουσα, προβάλλει τα πιο πάνω αιτήματα, ισχυριζόμενη ότι η εναγομένη με την αναφερομένη στην αγωγή συμπεριφορά της μετέβαλε βλαπτικώς μονομερώς και κατά κατάχρηση του δικαιώματος [της τις συνθήκες εργασίας της, ότι η ενάγουσα αρνήθηκε την μεταβολή αυτή και η εναγομένη αφού αρνήθηκε να αποδεχθεί τις προσηκόντως, όπως και προηγουμένως, προσφερόμενες υπηρεσίες της, κατήγγειλε ατύπως και καταχρηστικώς τη σύμβαση εργασίας.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του το Εφετείο δέχθηκε την ως άνω αγωγή ότι είναι νόμιμη, δεσμευόμενο άλλωστε προς τούτο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, από την 14/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή δεχόμενο ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγομένη είναι ολλανδική αεροπορική εταιρεία που πραγματοποιεί πτήσεις κυρίως μεταξύ Άμστερνταμ και Αθηνών.

Στις 12.6.1995 προσέλαβε την ενάγουσα με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας έξι μηνών για να την απασχολήσει ως υπάλληλο. Η σύμβαση αυτή, μετά από διαδοχικές ανανεώσεις, την 1.1.1999 μετατράπηκε από ορισμένου σε αορίστου χρόνου. Από την αρχή της πρόσληψής της η ενάγουσα εντάχθηκε στο τμήμα της εναγομένης, που αφορούσε την επίγεια εξυπηρέτηση των επιβατών της.

Ειδικότερα ασχολείτο με τον έλεγχο των εισιτηρίων, με την επίλυση διαφόρων προβλημάτων κατά την άφιξη των επιβατών, με την πραγματοποίηση ελέγχου της κάρτας επιβίβασης των επιβατών, με τον έλεγχο των διαβατηρίων κ.λ.π. κα| εκτελούσε την εργασία ης με επιμέλεια, ζήλο και φιλοτιμία. Ενόψει της έναρξής της λειτουργίας του νέου αεροδρομίου "Ελευθέριος Βενιζέλος" στην Αττική και προκειμένου να προσαρμοσθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας αριθμ. 96/67 του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας, εκδόθηκε η με αριθμό Δ3/Β/55470/8714/1998 απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, που δημοσιεύθηκε στο με αριθμό 6 ΦΕΚ (τεύχος Β) της 15.1.1999 και με αυτή θεσπίσθηκε ο Βασικός Κανονισμός Επίγειας Εξυπηρέτησης.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό αυτό (άρθρο 2 περ. ε και Παράρτημα Α) οι κατηγορίες των επίγειων υπηρεσιών (υπηρεσιών εδάφους) ορίσθηκαν στις ακόλουθες έντεκα: 1) Οι διοικητικές υπηρεσίες εδάφους, που περιλαμβάνουν τις υπηρεσίες αντιπροσώπευσης και επαφών με τις τοπικές αρχές ή με κάθε άλλο πρόσωπο, τις πληρωμές που πραγματοποιούνται για λογαριασμό του χρήστη και την παροχή χώρων στους αντιπροσώπους του, τον έλεγχο της φόρτωσης των μηνυμάτων και των τηλεπικοινωνιών, την επεξεργασία, την αποθήκευση, το χειρισμό και ΐη διοίκηση των μονάδων φόρτωσης, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία εποπτείας, πριν, κατά ή μετά την πτήση και κάθε άλλη διοικητική υπηρεσία που ζητεί ο χρήσης. 2) Η εξυπηρέτηση επιβατών, που περιλαμβάνει κάθε μορφή εξυπηρέτησης τους κατά την αναχώρηση, την άφιξη, τη διέλευση ή την ανταπόκριση, ιδίως δε τον έλεγχο των εισιτηρίων, τίτλων ταξιδιού, την παράδοση τω αποσκευών και τη μεταφορά τους μέχρι τα συστήματα διαλογής. 3) Οι υπηρεσίες αποσκευών, που περιλαμβάνουν τη διαχείριση των αποσκευών στην αίθουσα διαλογής, τη διαλογή τους, την προετοιμασία τους ενόψει της αναχώρησης, τη φόρτωση και εκφόρτωση τους από τα συστήματα που τις μεταφέρουν από το αεροσκάφος στην αίθουσα διαλογής και αντιστρόφως, καθώς και τη μεταφορά αποσκευών από την αίθουσα διαλογής στην αίθουσα διαμονής. 4) Οι υπηρεσίες φορτίου και ταχυδρομείου, που περιλαμβάνουν υπηρεσίες για το φορτίο τόσο κατά την εξαγωγή όσο και κατά την εισαγωγή ή;

τη διέλευση του και υπηρεσίες για το ταχυδρομείο, τόσο κατά την άφιξη όσο και κατά την αναχώρηση του αεροσκάφους. 5)Οι υπηρεσίες στην πίστα περιλαμβάνουν την καθοδήγηση του αεροπλάνου κατά την άφιξη και την αναχώρηση, την εξυπηρέτηση κατά τη στάθμευση αεροπλάνου και την παροχή κατάλληλων μέσων, την οργάνωση των επικοινωνιών μεταξύ του αεροσκάφους και του παρέχοντος τις υπηρεσίες πίστας κλπ, 6)Οι υπηρεσίες καθαρισμού και συντήρησης του αεροπλάνου, ... 10) Οι υπηρεσίες μεταφοράς επί του εδάφους, που περιλαμβάνουν την οργάνωση και εκτέλεση της μεταφοράς των επιβατών, του πληρώματος, των αποσκευών, του φορτίου και του ταχυδρομείου μεταξύ διαφόρων αεροσταθμών του ιδίου αερολιμένα, εκτός από κάθε μεταφορά μεταξύ του αεροπλάνου και κάθε άλλου σημείου εντός της περιμέτρου του ιδίου αερολιμένα, και οποιαδήποτε ειδική μεταφορά ζητεί ο χρήστης και 11) Οι υπηρεσίες τροφοδοσίας "catering", που περιλαμβάνουν τις επαφές με τους προμηθευτές και τη διοικητική μέριμνα, την αποθήκευση των τροφίμων, των ποτών και των συσκευών παρασκευής τους, τον καθαρισμό των συσκευών και την παρασκευή και την παράδοση των συσκευών και τροφίμων.

Τις ίδιες ακριβώς κατηγορίες διατηρεί τώρα και ο Νέος Κανονισμός Επίγειας Εξυπηρέτησης, που αποφασίσθηκε με τη με αριθμό Δ3/Β/16067/3831 της 3.6.2011 Υπουργική Απόφαση. Για την άσκηση δραστηριότητας σε οποιαδήποτε κατηγορία παροχής υπηρεσίας επίγειας εξυπηρέτησης προαπαιτείται αντίστοιχη έγκριση, η οποία χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου (άρθρο 4).

Κατά το χρόνο που αναφέρεται στην αγωγή οι φορείς, στους οποίους είχε χορηγηθεί έγκριση να παρέχουν υπηρεσίες επίγειας εξυπηρέτησης, ήταν η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" και η Ολυμπιακή Αεροπορία. Με τήν έναρξη λειτουργίας του αεροδρομίου "Ελευθέριος Βενιζέλος" και την ταυτόχρονη κατάργηση της λειτουργίας του αεροδρομίου του Ελληνικού, η εναγομένη ανέθεσε τις υπηρεσίες πίστας (κατηγορία 5) και τις υπηρεσίες φορτίου και ταχυδρομείου (κατηγορία 4) στην εταιρεία "...

ΑΕ", με σχετική σύμβαση, που συνήψαν μεταξύ τους και στο νέο αεροδρόμιο έλαβε τη με αριθμό Δ3/ΒΒ/24262/4995/8.6.2001 έγκριση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών για τη δραστηριοποίησή της ως αυτοεξυπηρετούμενος χρήστης στις κατηγορίες 1,2,8 και 9 του προαναφερθέντος παραρτήματος. Με βάση την έγκριση αυτή οργάνωσε α)τμήμα διοικητικών υπηρεσιών (κατηγορία 1), β) τμήμα εξυπηρέτησης επιβατών (κατηγορία 2), γ) τμήμα τεχνικής εξυπηρέτησης αεροσκαφών (κατηγορία) 80 και τμήμα κατηγορίας πτήσεων (κατηγορία 9).

Καθένα από τα τμήματα αυτά στελέχωσε με τον αναγκαίο αριθμό υπαλλήλων, τον οποίο εμφάνιζε στις καταστάσεις προσωπικού, που μετά τη θεώρησή τους από την οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, ήσαν ανηρτημένες σε εμφανές σημείο των γραφείων της. Ειδικότερα στο τμήμα εξυπηρέτησης επιβατών (κατηγορία 2) ενέταξε την ενάγουσα, καθώς και τους υπαλλήλους της Ζ.

Μ., Σ. Μ., Λ. Κ., Σ. Α., Ζ. Β., Μ. Β., Δ. Μ., Τ. Α., Δ. Γ., Κ. Π., Γ. Κ., Γ. Ε., Τ. Α., Λ. Ε., Ο. Κ., και Π. Δ., σύμφωνα με τη θεωρημένη από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας κατάσταση προσωπικού, ισχύος από 12.1.2001 μέχρι 31.12.2001, που μετ' επικλήσεως σε αντίγραφο προσκομίζεται από την εναγομένη. Επίσης, σύμφωνα με τη θεωρημένες από την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας καταστάσεις προσωπικού της εναγομένης, που αφορούν στα έτη 2002, 2003,2004 και 2005, που μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από την ίδια, στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών απασχολούντο: 1)το έτος 2002 η ενάγουσα, καθώς και οι συνάδελφοι της Ζ.

Μ., Σ. Α., Ζ. Β., Δ. Μ., Τ. Α., Δ. F., Κ. Π., Γ. Κ., Γ. Ε., Τ. Α., Λ. Ε., Ο. Κ., Π. Δ. και Λ. Κ.. 2) το έτος 2003 η ενάγουσα, καθώς και οι συνάδελφοι της Σ. Α., Ζ. Β., Δ. Μ., Τ. Α., Δ. Γ., Κ. Π., Γ. Κ., Γ. Ε., Τ. Α., Λ. Ε., Ο. Κ., Π. Δ., Λ. Κ., Μ. Α., Μ. Μ., Π. Δ., Π. Μ. και Π. Ι., 3) το έτος 2004 η ενάγουσα, καθώς και οι συνάδελφοι της Σ. Α., Ζ. Β., Τ. Α., Δ. Γ., Γ. Κ., Γ. Ε., Λ. Ε., Ο. Κ., Π.

Δ. και Λ. Κ.. και 4) το έτος 2005 απασχολούντο οι ίδιοι εργαζόμενοι, καθώς και οι Μ. Α. και Δ. Π., οι οποίοι εργάζονταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο τέλος του έτους 2004 η εναγομένη αποφάσισε, για λόγους εξοικονόμησης λειτουργικών δαπανών, να περιορισθεί σταδιακά στο πτητικό έργο και να αναθέσει σε παγκόσμιο επίπεδο την παροχή των υπηρεσιών εδάφους στην εταιρεία ..., η οποία εξυπηρετεί επίγεια σε κάθε αεροδρόμιο πολλούς παράλληλα αερομεταφορείς και έχει, εξ αυτού του λόγου, προβεί στις αναγκαίες επενδύσεις και με την οποία στις 31.12.2008 υπέγραψε παγκόσμια συμφωνία -πλαίσιο.

Σε εφαρμογή αυτής της επιλογής της, στις αρχές του έτους 2005 αποφάσισε να μεταβιβάσει το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών, που διέθετε στο αεροδρόμιο "Ελευθέριος Βενιζέλος" των Αθηνών Την απόφασή της αυτή ανακοίνωσε στους εκπροσώπους των εργαζομένων της, στους οποίους συμμετείχαν και οι Β. Ζ. και Α. Σ., που ανήκαν στο προς μεταβίβαση τμήμα, συμμορφούμενη με τις παραγράφους 1, 2, 3, και 4 του άρθρου 8 του π.δ. 178/2002, οι οποίες ορίζουν ότι "1.0 μεταβιβάζων και ο διάδοχος υποχρεούνται να πληροφορούν τους εκπροσώπους των εργαζομένων τους, που θίγονται από μία μεταβίβαση, για τα ακόλουθα σημεία:

α) την ημερομηνία ή την προτεινόμενη ημερομηνία μεταβίβασης, β)τους λόγους της μεταβίβασης, γ)τις νομικές, οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για τους εργαζόμενους από τη μεταβίβαση, δ)τα προβλεπόμενα μέτρα όσον αφορά τους εργαζόμενους. Ο μεταβιβάζων υποχρεούται να γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων του εγκαίρως και οπωσδήποτε πριν οι εργαζόμενοι1 του θιγούν άμεσα από τη μεταβίβαση, ως προς τις συνθήκες απασχόλησης και εργασίας τους. 2.

Όταν ο μεταβιβάζων ή ο διάδοχος προτίθενται να λάβουν μέτρα αλλαγής του καθεστώτος των εργαζομένων τους, είναι υποχρεωμένοι να προβαίνουν εγκαίρως σε διαβουλεύσεις για τα μέτρα αυτά με τους εκπροσώπους των εν λόγω εργαζομένων, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία. 3. Τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων καταγράφονται σε πρακτικό, στο οποίο διατυπώνονται οι τελικές θέσεις των ενδιαφερομένων. 4.

Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο ισχύουν ανεξάρτητα από το αν η απόφαση περί μεταβίβασης έχει ληφθεί από τον εργοδότη ή από επιχείρηση που ελέγχει τον εργοδότη" και οι οποίες δεν θίγονται από τις διατάξεις του π.δ. 240/2006, "περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου" (όπως ορίζεται στο άρθρο 9 αυτού).

Συγκεκριμένα στις(28-3-2005 η διοίκηση της εναγόμενης σε σύσκεψη που είχε με τους εκπροσώπους των εργαζομένων της, τους ενημέρωσε για τους λόγους της μεταβίβασης του τμήματος επίγειας εξυπηρέτησης επιβατών στην εταιρεία "... ΑΕ", για τις συνέπειες που θα είχε η μεταβίβαση για τους απασχολούμενους στο ανωτέρω τμήμα και για τα κίνητρα που σχεδίασε για την εθελούσια έξοδο εκείνων των υπαλλήλων που δεν θα ήθελαν να εργασθούν στη διάδοχο εταιρεία (σύμφωνα με τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα από την ενάγουσα - εκκαλούσα πρακτικά της από 28.3.2005 συνάντησης της Διοίκησης της εφεσίβλητης και του σωματείου των εργαζομένων της).

Στις 16.5.2005 ακολούθησε νέα σύσκεψη μεταξύ της διοίκησης της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων της, με θέμα την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με τους όρους και το ποσό της αποζημίωσης για την εθελούσια έξοδο. Στην ίδια σύσκεψη η εναγομένη ενημέρωσε τους εκπροσώπους των εργαζομένων της ότι η διάδοχος εταιρεία είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην απολύσει το προσωπικό της ...

που εργαζόταν στο προς μεταβίβαση τμήμα και να μην το απασχολήσει εκτός Αθηνών για ένα έτος (βλ. τα με ίδια ημερομηνία πρακτικά της σύσκεψης, που μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από την ενάγουσα εκκαλούσα). Μετά τις δύο αυτές συσκέψεις, στις 26.5.2005 συγκλήθηκε γενική συνέλευση των εργαζομένων της εναγομένης.

Στο ψήφισμα, που εγκρίθηκε παμψηφεί από αυτή, διατυπώθηκαν κατά λέξη τα εξής: "με τη μεταφορά αυτή, δημιουργείται βλαπτική μεταβολή προς τους εργαζόμενους από πλευράς συνθηκών και οικονομικών όρων εργασίας λόγο) διαφορετικής Σ.Σ.Ε. και κανονισμού εργασίας που έχει η ... (μισθοί, επιδόματα, ένσημα). Επιπροσθέτως, μία εταιρία που δηλώνει μέσο} του διευθυντή της, τη δυσχερέστατη οικονομική θέση που βρίσκεται σήμερα (e-mail 23/5/2005), κάνει πιο επισφαλή τη θέση των εργαζομένων.

Βλαπτική μεταβολή και για την ίδια την ..., διότι θα μειωθεί η μέχρι σήμερα εξαιρετική παρεχόμενη υπηρεσία προς τους πελάτες της και επίσης η ασφάλεια των πτήσεων, η οποία δεν θα ελέγχεται πλέον από εκπρόσωπο της ..." (βλ. το αντίγραφο του ψηφίσματος, που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται από την ενάγουσα - εκκαλούσα).

Στις 23.6.2005 πραγματοποιήθηκε συνάντηση της διοίκησης της εναγομένης και των νομίμων εκπροσώπων του σωματείου των εργαζομένων της στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας και την ίδια ημέρα επακολούθησε και τρίτη (και τελευταία) σύσκεψη της εναγομένης με το σωματείο των εργαζομένων της στα γραφεία της στο αεροδρόμιο Αθηνών.

Σύμφωνα με το αντίγραφο των πρακτικών των συναντήσεων αυτών ( που επίσης μετ' επικλήσεως προσκομίζονται από την ενάγουσα - εκκαλούσα), η εναγομένη διατύπωσε την πάγια απόφασή της να μεταβιβάσει το συγκεκριμένο τμήμα της στη ..., επανέλαβε ότι δεν επιθυμεί να απολυθεί κανένας από τους υπαλλήλους της που απασχολούντο στο προς μεταβίβαση τμήμα της και δήλωσε ότι θα προέβαινε σε απολύσεις μόνο μετά τη γραπτή συναίνεση του σωματείου, στην οποία θα αναγράφονται τα ονοματεπώνυμα των υπαλλήλων που θέλουν να απολυθούν λαμβάνοντας την επαυξημένη αποζημίωση που προέβλεπε το συμφωνηθέν πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου.

Στο τέλος της συνεδρίασης αυτής το σωματείο ανέλαβε την υποχρέωση να ενημερώσει το προσωπικό για τους όρους και τα ποσά που προέβλεπε η συμφωνία για εθελούσια έξοδο και η εναγομένη συμφώνησε να γνωστοποιήσει εγγράφως τους όρους και τις συμφωνίες της μεταφοράς του προαναφερθέντος τμήματος και να εκθέσει τις επιλογές που είχαν οι εργαζόμενοι σε αυτό.

Στις ημερομηνίες 27/6/2005 και 28/6/2005 υπογράφηκε μεταξύ της εταιρείας "..." και της εναγομένης, το σύμφωνο συνεννόησης, το οποίο σε ακριβή μετάφραση από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από την εναγομένη. Από το περιεχόμενο της σύμβασης αυτής προκύπτει ότι η εταιρεία ... ανέλαβε όλους τους υπάρχοντες υπαλλήλους της εναγομένης στο πλαίσιο της "μεταφοράς της επιχείρησης" και συμφώνησε να τους απασχολεί και να τους αμείβει, καθόλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης και μέχρι τη λήξη της (είτε, αυτή είναι παραίτηση, είτε συνταξιοδότηση είτε απόλυση) με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας συλλογικής σύμβασης εργασίας των ξένων αεροπορικών εταιρειών, ενώ τη διαφορά μεταξύ του μισθού και της αποζημίωσης απόλυσης που θα δίδει στους υπαλλήλους της εναγομένης και εκείνων που η διάδοχος εταιρεία καταβάλει στους υπαλλήλους που η ίδια έχει προσλάβει και απασχολεί, ανέλαβε να την.

καταβάλλει η εναγομένη ως μεταβιβάζουσα επιχείρηση. Στις 29.6.2005 και αφού είχε ολοκληρωθεί η σύμβαση μεταβίβασης του προαναφερθέντος τμήματος της εναγομένης, ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας επέδωσε στο Β. Ζ., ως πρόεδρο του "Συλλόγου Προσωπικού Αεροπορικής Εταιρείας ...", τη με ημερομηνία 28.6.2005 γνωστοποίηση, την οποία με δικαστικό επιμελητή κοινοποίησε και σε όλους υπαλλήλους του τμήματος επίγειας εξυπηρέτησης επιβατών, που εκείνη την περίοδο ήταν οι Τ.

Α., Δ. Γ., Γ. Κ., Γ. Ε., Λ. Ε., Ε. Μ. (δηλαδή η ενάγουσα - εκκαλούσα) Ο. Κ., Π. Δ., Λ. Κ. και Τ. Δ., αφού οι συμβάσεις εργασίας των Α. Μ. και Δ. Π. είχαν λήξει. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής της γνωστοποίησης, που μετ' επικλήσεως προσκομίζεται και από τις δύο διαδίκους, η εναγομένη εξέθετε τους οικονομικούς λόγους που την οδήγησαν στην απόφαση να περιορίσει τον κύκλο των εργασιών της παγκοσμίως μόνο στο πτητικό πεδίο, ανέφερε ότι η νέα εταιρεία, στην οποία συμφωνήθηκε να μεταφερθεί το τμήμα της επίγειας εξυπηρέτησης πελατών, ήταν η "...

ΑΕ", ανέφερε τις συζητήσεις που είχε κάνει για το θέμα αυτό με το σωματείο των εργαζομένων της, επιβεβαίωσε ότι "η μεταβίβαση εκ μέρους της: του εν λόγω τμήματος της επιχείρησής της δεν έχει συνέπειες για τους εργαζόμενους είτε νομικές είτε οικονομικές είτε κοινωνικές, καθότι συνεχίζουν να εργάζονται στον ίδιο τόπο, με τους ίδιους μισθολογικούς όρους και με τη συλλογική σύμβαση εργασίας στην οποία μέχρι σήμερα υπάγονται", όσο δε αφορά στην ιδιωτική ασφάλιση ότι "θα ενταχθούν στο ομαδικό πρόγραμμα ιδιωτικής ασφάλισης που παρέχει η εταιρεία ...

στους υπαλλήλους της" και ανακοίνωνε ότι από τις 8.7.2005 όλοι οι υπάλληλοι της, που απασχολούντο στο μεταβιβαζόμενο τμήμα, υποχρεούνται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στη διάδοχο εταιρεία.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 30-5-2005 η' ενάγουσα, μαζί με τις συναδέλφους της Ε. Λ., Α. Τ., Κ. Γ., Γ. Δ. και Ε. Γ., επέδωσαν στην εναγομένη εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία και προειδοποίηση και με αυτή εξέφρασαν την αντίθεσή τους να μετακινηθούν1 μόνο αυτές από τόσους συναδέλφους τους στην εταιρία ..., θεώρησαν τη μετακίνησή τους, σε περίπτωση που υλοποιείτο, βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής τους σύμβασης και την κάλεσαν να ανακαλέσει τη σχετική της απόφαση.

Τελικά, από τους υπαλλήλους της εναγομένης που τα έτη 2004 και 2005 υπηρετούσαν στο τμήμα επίγειας εξυπηρέτησης πελατών, δηλαδή την ενάγουσα και τους συναδέλφους της Σ. Α., Ζ. Β., Τ. Α., Δ. Γ., Γ. Κ., Γ. Ε., Λ. Ε., Ο. Κ., Π. Δ., και Λ. Κ.., επτά υπάλληλοι, μετά από αίτηση τους, έλαβαν την αποζημίωση απόλυσής τους προσαυξημένη κατά 50% και επιπλέον έξι μισθούς αποχώρησαν και η Κ.

Λ. συνέχισε να εργάζεται στη διάδοχο επιχείρηση. Επίσης οι υπάλληλοι Α. Σ. και Β. Ζ., λίγο πριν ολοκληρωθεί η συμφωνία μεταβίβασης του τμήματος επίγειας εξυπηρέτησης πελατών, μετακινήθηκαν στο τμήμα της εναγομένης που ασχολείτο με την έκδοση εισιτηρίων. Η επιλογή αυτή της εναγομένης να μετακινήσει μόνο τους συγκεκριμένους υπαλλήλους της από το προς μεταβίβαση τμήμα της σε άλλο που διατηρούσε, έγινε με βάση τα εξής κριτήρια:

Ο Α. Σ. είχε προσληφθεί στις 11.10.1977 και ο Β. Ζ. είχε προσληφθεί στις 4.2.1985, ήταν οι αρχαιότεροι υπάλληλοι του υπό μεταβίβαση τμήματος (πολύ αρχαιότεροι της ενάγουσας, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε, προσλήφθηκε στις 12.6.1995), βρίσκονταν κοντά στα όρια της συνταξιοδότησής τους και θα έχαναν το δικαίωμά τους να συνταξιοδοτηθούν υπό το ευνοϊκό νομικό καθεστώς που ισχύει για τους υπαλλήλους αεροπορικών εταιρειών, μολονότι είχαν εργασθεί σε αεροπορική εταιρεία, ο πρώτος επί 28 έτη και ο δεύτερος επί 20 έτη, αφού η διάδοχος εταιρεία δεν ήταν αεροπορική επιχείρηση.

Τα κριτήρια αυτά είναι αντικειμενικά και δεν συνιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εναγομένης να τους μετακινήσει ενόψει της μεταβίβασης του τμήματος που υπηρετούσαν. Εξάλλου, οι υπάλληλοι της εναγομένης Μ. Δ., Δ. Α., Μ. Φ., Β. Χ. και Χ. Κ. συνέχισαν και μετά την 8.7.2005 να εργάζονται σε αυτή, γιατί, όπως εμφαίνεται και από τις προαναφερθείσες θεωρημένες καταστάσεις προσωπικού της εναγομένης των ετών 2003 - 2005, αυτοί είχαν προ πολλού ενταχθεί σε άλλα τμήματα επίγειων υπηρεσιών της εναγομένης στο αεροδρόμιο "Ελευθέριος Βενιζέλος".

Ειδικότερα η Μ. Δ. υπηρετούσε στη Γραμματεία, η Δ. Α. ήταν επιμελήτρια πτήσεων, ο Φ. Μ. ήταν υπάλληλος πωλήσεων εισιτηρίων, ο Χ. Β. ήταν επιμελητής πτήσεων και αναπληρωτής διευθυντής αεροδρομίου και ο Κ. Χ. ήταν διευθυντής του αεροδρομίου, δηλαδή υπηρετούσαν στο τμήμα της εναγομένης που υπάγεται στις δραστηριότητες της κατηγορίας 9 του Βασικού Κανονισμού Επίγειας Εξυπηρέτησης, που προαναφέρθηκε.

Επομένως, δεν εργάζονταν στο προς μεταβίβαση τμήμα της εναγομένης, ώστε από 8.7.2005 να πρέπει να συνεχίσουν να παρέχουν την εργασία τους στη διάδοχο εταιρεία, ούτε μετακινήθηκαν από αυτό ενόψει της ανάθεσής του στη διάδοχο εργοδότρια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι στις 8.7.2005 η ενάγουσα δεν προσήλθε να εργασθεί στη διάδοχο εταιρεία, με συνέπεια η τελευταία στις 13.7.2005 να της επιδώσει την από 12.7.2005 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία την καλούσε να προσέλθει άμεσα στην εργασία της, άλλως να της προσκομίσει άμεσα τα, απαραίτητα κατά το νόμο δικαιολογητικά απουσίας, την προειδοποιούσε δε ότι, σε περίπτωση μη προσέλευσης στην εργασία της εντός δύο ημερών από την επίδοση, ή σε περίπτωση μη προσκόμισης των απαιτούμενων δικαιολογητικών μέσα στην παραπάνω προθεσμία, θα θεωρήσει την αδικαιολόγητη απουσία της από την άσκηση των καθηκόντων της ως καταγγελία εκ μέρους της εργαζόμενης της εργασιακής σύμβασης και ότι δεν θα αποδεχθεί έκτοτε τις υπηρεσίες της.

Σε απάντηση του πιο πάνω εγγράφου, από κοινού η ενάγουσα με τη Γ. Δ. επέδωσαν τόσο στην εναγομένη, όσο και στη διάδοχο εταιρεία την από εξώδικη δήλωσή τους, στην οποία ανέφεραν ότι δεν ανήκουν στο προσωπικό της εταιρείας "... ΑΕ" και κάλεσαν την εναγομένη να σταματήσει τον "εργασιακό τους παραγκωνισμό", και να προβεί σε άμεση ανάθεση καθηκόντων με βάση την ατομική σύμβαση κάθε δηλούσας, διότι, άλλως, θα προβούν σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους.

Στις 21.7.2005 η διάδοχος εταιρία ... ΑΕ επέδωσε στην ενάγουσα την από 20.7.2005 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία, αφού επισήμανε ότι η προθεσμία που της είχε τάξει με την από εξώδικη δήλωσή της είχε παρέλθει άπρακτη, χωρίς δηλαδή η ενάγουσα να επιστρέφει στην εργασία της και χωρίς να προσκομίσει δικαιολογητικά έγγραφα για την απουσία της, της δήλωσε ότι θεωρεί την μακρά και αδικαιολόγητη απουσία της από την εργασία της ως καταγγελία από αυτή της σύμβασης εργασίας και ότι αρνείται εφεξής να αποδέχεται οποιαδήποτε παροχή υπηρεσιών από την πλευρά της.

Επίσης, στις 26-7-2005 η εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα την από 25.7.2005 απάντηση της στην από 19.7.2005 κοινή εξώδικη δήλωση αυτής και της Γ. Δ., στην οποία ανέφερε ότι στις 28.6.2005 γνωστοποίησε τόσο στο σωματείο των εργαζομένων της, όσο και στην ίδια ατομικά, ότι από 8-7-2005 ανέθετε το έργο της επίγειας εξυπηρέτησης των επιβατών της στο αεροδρόμιο Έλ.

Βενιζέλος" στην εταιρεία "... ΑΕ", που είναι διάδοχος εργοδότρια κατ' εφαρμογή του π.δ. 178/2002 και ότι οι εργαζόμενοι που υπηρετούν στο μεταβιβασθέν τμήμα της επιχείρησής της, αρνούμενοι να εργασθούν στη νέα εταιρεία, θεωρούνται ως παραιτηθέντες από τη θέση τους. Μετά από αυτά η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αγωγή, το περιεχόμενο και τα αιτήματα της οποίας ήδη αναφέρθηκαν.

Από, τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδεικνύονται από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, που μετ' επικλήσεως προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, εναργώς συνάγονται τα εξής: Η εναγομένη ολλανδική αεροπορική εταιρεία, έχοντας αποφασίσει να περιορίσει τις δραστηριότητές της 'αμιγώς στο πτητικό πεδίο, στο τέλος του έτους 2004 συνήψε παγκόσμια Συμφωνία -πλαίσιο με την εταιρεία "...", προκειμένου να μεταβιβάσει σταδιακά τα τμήματά της που παρείχαν υπηρεσίες:

επίγειας εξυπηρέτησης σε όλα τα αεροδρόμια. Το έτος 2005 αποφάσισε να μεταβιβάσει τη μία από τις τέσσερις κατηγορίες υπηρεσιών επίγειας εξυπηρέτησης, που διέθετε στο αεροδρόμιο των Αθηνών "Ελευθέριος Βενιζέλος". Συγκεκριμένα αποφάσισε να μεταβιβάσει το τμήμα της που ενέπιπτε στην κατηγορία 2 -εξυπηρέτηση επιβατών του Βασικού Κανονισμού Επίγειας Εξυπηρέτησης, που προαναφέρθηκε.

Για το λόγο αυτό, αφού τήρησε τις υποχρεώσεις πληροφόρησης των εργαζομένων, όπως- αυτές προβλέπονται στο άρθρο 8 παρ. 1, 2, 3, και 4 του π.δ. 178/2002 που προεκτέθηκε, στις 28.6.2005 μεταβίβασε στην εταιρία ... ΑΕ εξ ολοκλήρου το τμήμα της επιχείρησής της, που αφορούσε στην εξυπηρέτηση των επιβατών. Το τμήμα αυτό αποτελούσε αυτόνομη οργανωτική ενότητα και οικονομική οντότητα, γιατί 1) είχε λάβει ειδική έγκριση από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών για να λειτουργήσει, 2) είχε συγκεκριμένες αρμοδιότητες που ήσαν διακριτές από τις λοιπές υπηρεσίες εδάφους, που η εναγομένη διέθετε ως αυτοεξυπηρετούμενος χρήστης, αφού ασχολείτο αποκλειστικά με κάθε μορφή εξυπηρέτησης των επιβατών κατά την αναχώρηση, την άφιξη, τη διέλευση ή την ανταπόκριση, ιδίως δε με τον έλεγχο των εισιτηρίων, των τίτλων ταξιδιού, την παράδοση των αποσκευών και τη μεταφορά τους μέχρι τα συστήματα διαλογής, 3)είχε δική του υλικοτεχνική υποδομή και 4)απασχολούσε συγκεκριμένους εργαζόμενους με συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι οποίοι στα έτη 2004 και 2005 ανέρχονταν σε δέκα και οι οποίοι είχαν εξειδικευθεί, ώστε να παρέχουν άριστες υπηρεσίες στους επιβάτες της εναγομένης.

Επιλέχθηκε δε η διάδοχος εταιρεία για τους εξής λόγους: 1) το προς μεταβίβαση τμήμα δεν αφορούσε τον πυρήνα του αντικειμένου της εναγομένης, που είναι οι αερομεταφορές, αλλά ένα επικουρικό έργο, δηλαδή τις υπηρεσίες επίγειας εξυπηρέτησης των επιβατών της, 2) σύμφωνα με τον Οικείο Κανονισμό Επίγειας Εξυπηρέτησης του νέου Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών "Ελευθέριος Βενιζέλος" (Υπ.

Αποφ. Δ3/Β/37626/6702 ΦΕΚ Β φύλ. 1836/5.10.99) το τμήμα αυτό δεν μπορούσε να μεταβιβασθεί σε άλλη αεροπορική εταιρεία, με εξαίρεση την Ολυμπιακή Αεροπορία, αλλά μόνο σε επιχείρηση, στην οποία έχει παραχωρηθεί άδεια για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας και 3) η διάδοχος εταιρεία είχε τη δυνατότητα και την τεχνογνωσία να συνεχίσει τη λειτουργία του μεταβιβαζόμενου τμήματος, υπό τη μορφή που λειτουργούσε, επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό, δηλαδή την άριστή παροχή υπηρεσιών στην εξυπηρέτηση των επιβατών της εναγομένης.

Στις 8-7-2005 η νέα επιχείρηση ανέλαβε ως διάδοχος εργοδότρια τη λειτουργία του μεταβιβασθέντος τμήματος της εναγομένης και αξίωσε να απασχολήσει όλους τους υπαλλήλους της τελευταίας που υπηρετούσαν σε αυτό και δεν είχαν αποχωρήσει πριν από την μεταβίβαση του, υπαγόμενοι εκουσίως στους ευνοϊκούς όρους της εθελούσιας εξόδου που συμφώνησε η εναγομένη με το συνδικαλιστικό σωματείο των εργαζομένων της.

Με βάση λοιπόν τα γεγονότα αυτά και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του π.δ. 178/2002, οι οποίες αναλυτικά εκτέθηκαν στην αρχή της απόφασης, από 8.7.2005 για τους εργαζόμενους που απασχολούντο κατά το χρόνο της μεταβίβασης στο τμήμα εξυπηρέτησης πελατών της εναγομένης, επήλθε διαδοχή εργοδότη από το νόμο, διότι μεταβιβάσθηκε ολόκληρο το συγκεκριμένο τμήμα ως οργανωτική και οικονομική οντότητα, που διατήρησε την ταυτότητά της και δεν μεταβιβάσθηκαν ορισμένες αρμοδιότητες, ούτε, μετακινήθηκαν στη νέα εργοδότρια ορισμένοι υπάλληλοι της εναγομένης και συγκεκριμένα αυτοί που δεν ήσαν αρεστοί στη Διοίκησή της, όπως η ενάγουσα αβάσιμα ισχυρίζεται.

Το γεγονός ότι η εναγομένη αποφάσισε πριν να γίνει η μεταβίβαση του προαναφερθέντος τμήματος οι δύο αρχαιότεροι στο τμήμα αυτό υπάλληλο! της (δηλαδή ο Α. Σ. και ο Β. Ζ.) να μετακινηθούν στο τμήμα έκδοσης εισιτηρίων, δεν αναιρεί τη διαδοχή εργοδότη, διότι ή εναγομένη ως εργοδότρια έχει την εξουσία, εφαρμόζοντας αντικειμενικά κριτήρια, όπως είναι αυτά της αρχαιότητας στην υπηρεσία της, να μετακινεί τους υπαλλήλους της που πλησιάζουν να συνταξιοδοτηθούν σε άλλο τμήμα της που διατηρεί, ώστε αυτοί να μη χάσουν τα δικαιώματα που έχουν από την εικοσαετή και πλέον προϋπηρεσία τους σε ξένη αεροπορική εταιρεία.

Επομένως, η άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος της δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του εργοδοτικού δικαιώματος, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού της ενάγουσας, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει στο άρθρο 281 ΑΚ.

Επίσης, με τη μεταβίβαση από την εναγομένη του τμήματος της που δραστηριοποιείται στην επίγεια εξυπηρέτηση επιβατών στην εταιρεία ... ΑΕ, δεν επήλθε ανεπίτρεπτη μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας, διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, με το από 27/28-6-2005 σύμφωνο συνεννόησης ρητά συμφωνήθηκε μεταξύ της εναγομένης και της διαδόχου εταιρείας για τους υπάρχοντες υπάλληλους στο μεταβιβαζόμενο τμήμα να ισχύουν καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης και μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση αυτής οι όροι! και οι προϋποθέσεις της εκάστοτε ισχύουσας συλλογικής σύμβασης εργασίας των ξένων αεροπορικών εταιρειών.

Επιπλέον η διάδοχος εταιρεία εγγυήθηκε, εφόσον οι λειτουργικές συνθήκες είναι ομαλές, οι εργαζόμενοι να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους και να μην μετακινηθούν σε σταθμό έξω από το αεροδρόμιο των Αθηνών για τους πρώτους δώδεκα μήνες. Εξάλλου, οι όροι ασφάλισης και συνταξιοδότησης των εργαζομένων ρυθμίζονται με νόμο και δεν συνιστούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις ή από ατομική σύμβαση εργασίας, ώστε να συνεπάγεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση σε αυτούς του διαδόχου εργοδότη, όταν μεταβιβάζεται η επιχείρηση ή μεταβιβάζεται τμήμα αυτής, το οποίο συνιστά ανεξάρτητη οικονομική μονάδα.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του προσωπικού εδάφους αεροπορικών επιχειρήσεων ρυθμίζονται ειδικώς στο άρθρο, 1 (το οποίο ήδη έχει τροποποιηθεί με την παράγραφο 15 Β του άρθρου 10 του ν. 3863/2010) και στο άρθρο 4 του β.δ. 649/1968 και εφαρμόζονται όταν ο εργοδότης είναι αεροπορική επιχείρηση και ο εργαζόμενος ανήκει στο προσωπικό εδάφους, ενώ δεν τυγχάνουν εφαρμογής όταν το τμήμα αεροπορικής επιχείρησης που απασχολεί προσωπικό εδάφους μεταβιβάζεται ως αυτόνομη οργανωτική και οικονομική οντότητα σε μη αεροπορική επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην παροχή επίγειων υπηρεσιών στα αεροδρόμια.

Ο αποκλεισμός όμως της εφαρμογής, άλλου (δυσμενέστερου) νομοθετικού καθεστώτος ως προς τους όρους συνταξιοδότησης του προσωπικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, δεν περιλαμβάνεται στην παρεχόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του π.δ. 178/2002 προστασία των δικαιωμάτων και των εν γένει συμφερόντων των εργαζομένων, η οποία (προστασία) έχει τριπλή κατεύθυνση :

α) διασφαλίζει την υπόσταση της σχέσης εργασίας (προστασία κατά της απόλυσης), β)κατοχυρώνει το περιεχόμενο της σχέσης εργασίας (διατήρηση κεκτημένων δικαιωμάτων) και γ) εξασφαλίζει τις γεννημένες απαιτήσεις των μισθωτών και απέναντι στο νέο εργοδότη (βλ. Ιωάννη Δ. Κουκιάδη: Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, β έκδοση, σελ 319), αλλά δεν αναφέρεται στους όρους συνταξιοδότησης των εργαζομένων, γιατί αυτό το θέμα ορίζεται αναγκαστικά στο νόμο και δεν αποτελεί δικαίωμα του εργαζόμενου και υποχρέωση της εργοδότριας που ρυθμίζεται συμβατικά.

Τέλος, η επιλογή της εναγομένης να σταματήσει σταδιακά την παροχή επίγειων υπηρεσιών και να αναπτύξει μόνο το πτητικό της έργο, ανήκει στην εξουσία της να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή της με βάση τα κριτήρια που αυτή καθορίζει ως πλέον αποτελεσματικά για τους επιχειρηματικούς της σχεδιασμούς και τη μεγιστοποίηση της κερδοφορίας της και, ως μεταβιβάζουσα επιχείρηση δεν είχε υποχρέωση να ακολουθήσει κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια για τη μη μετακίνηση του προσωπικού που απασχολούσε στο τμήμα αυτό στη διάδοχο επιχείρηση, ούτε να εξακολουθήσει να απασχολεί τους εργαζόμενους, που εναντιώθηκαν σε αυτή τη μεταβίβαση, σε άλλο τμήμα παροχής επίγειων υπηρεσιών που διατήρησε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα αποδείχθηκαν, όταν στις 29.6.2005 η εναγομένη ανακοίνωσε στην ενάγουσα τη μεταβίβαση του τμήματος επίγειας εξυπηρέτησης πελατών και την υποχρέωση των σε αυτό απασχολουμένων από 8.7.2005 να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στη διάδοχο εργοδότρια και όταν μετά την 8-7-3005 αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα της ενάγουσας και να την απασχολήσει με τους ίδιους όρους και συνθήκες σε άλλο τμήμα της επιχείρησής της, δεν προέβη σε ανεπίτρεπτη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της ατομικής εργασιακής της σύμβασης που συνιστά άτακτη καταγγελία αυτής, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται στην αγωγή.

Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη στο σύνολο της".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν ^παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις τις διατάξεις των άρθρων του ΠΔ 178/2002 που ενσωμάτωσε την κοινοτική Οδηγία 98/50 178/2002, και το οποίο ΠΔ κατήργησε τις διατάξεις του ΠΔ 572/1988 που είχε ενσωματώσει την προηγούμενη σχετική κοινοτική Οδηγία με αριθμό 77/187, αλλ' ούτε και τη διάταξη του άρθρου 7 του ν 2112/1920 που ορίζει ότι "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο, θεωρείται ως καταγγελία αυτής, δι' ην ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος νόμου", και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα κατ' ουσίαν. Επομένως οι ως άνω δύο πρώτοι λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της αναίρεσης της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη, κατά μεν το πρώτο σκέλος του την εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη τον αυτοτελή αγωγικό ισχυρισμό της περί απώλειας του δικαιώματος ασφάλισής της στην κατηγορία των βαρέων ενσήμων η παραδοχή του οποίου θα στοιχειοθετούσε την ύπαρξη μονομερούς βλαπτικής μεταβολής στη σύμβαση εργασίας της, κατά δε το δεύτερο σκέλος του την από το αριθμό 11 του ιδίου ως άνω άρθρου πλημμέλεια, και συγκεκριμένα με το σκέλος του λόγου αυτού προβάλλεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη α) τη με αριθμό .../8-9-2006 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας κ.

Λ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Γ. Π. που λήφθηκε κατόπιν νόμιμης κλήτευσης, β) τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα των ασφαλιστικών ενσήμων της αναιρεσείουσας και γ) το από 17-6-2005 έγγραφο διαπραγματεύσεων μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της διαδόχου αυτής εταιρείας. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο του.

Ειδικότερα: Κατά μεν το πρώτο σκέλος του ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, που εκτίθενται παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της περί απώλειας του δικαιώματος ασφάλισής της στην κατηγορία των βαρέων ενσήμων και μάλιστα αναφέρει κατά λέξη ότι "οι όροι ασφάλισης και συνταξιοδότησης των εργαζομένων ρυθμίζονται με νόμο και δεν συνιστούν δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις ή από ατομική σύμβαση εργασίας, ώστε να συνεπάγεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση σε αυτούς του διαδόχου εργοδότη, όταν μεταβιβάζεται η επιχείρηση ή μεταβιβάζεται τμήμα αυτής, το οποίο συνιστά ανεξάρτητη, οικονομική μονάδα ...

Κατά δε το δεύτερο σκέλος του ως αόριστος, όσον αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της ένορκης βεβαίωσης με αριθμό .../8-9-2006 και του από 17-6-2005 εγγράφου διαπραγματεύσεων, επειδή δεν αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους. Σημειώνεται μάλιστα ότι, όσον αφορά την ως άνω ένορκη βεβαίωση, ρητά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη ότι η επικαλούμενη από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου ως άνω με αριθμό .../2006 ένορκη βεβαίωση δεν προσκομίστηκε έως το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης κατά τα άρθρα 670 και 674 του ΚΠολΔ και με το σχετικό αναιρετικό της λόγο η αναιρεσείουσα δεν ισχυρίζεται ότι την είχε προσκομίσει στο Εφετείο ούτε και πλήττει τη σχετική παραδοχή της αναιρεσιβαλλόμενης, όσον δε αφορά τα υπό στοιχείο β ως άνω έγγραφα, που αναφέρονται στον ως άνω λόγο ότι τα επικαλέστηκε και τα προσκόμισε ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού από την υπάρχουσα στην αναιρεσιβαλλόμενη βεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω υπό στοιχεία β έγγραφα.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να συμψηφισθεί στο σύνολο της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη τω διαδίκων επειδή η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ.β και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-6-2016 με αριθμό κατάθεσης .../10-6-2016 αίτηση της Ε. Μ. του Ε. περί αναιρέσεως της 3457/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών Και Συμψηφίζει στο σύνολο της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ