Supreme Court dismisses appeal against High Court ruling on book publishing contract interpretation and costs allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the publisher's appeal against the High Court's decision awarding damages to the author. The High Court found a clear contractual agreement that publication costs were borne solely by the publisher, rejecting the publisher's claim of a gap in the contract requiring interpretation. The Supreme Court upheld this finding, ruling that the lower court correctly applied contract law principles and did not err in its assessment of the evidence or legal provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; Article 281 of the Civil Code: An appellate court's finding of a clear contractual agreement regarding cost allocation precludes an appeal based on alleged gaps requiring interpretation, and the rejection of a claim of abuse of right is valid if the lower court correctly applied the relevant legal provisions to the established facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1629 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1629/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Π. ανώνυμη εκδοτική εισαγωγική εμπορική εταιρία επιστημονικών βιβλίων", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μπούτσικο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Β. του Ζ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Ξενάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1383/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1009/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 23-1-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 23-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1009/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την έφεση της εδώ της αναιρεσείουσας κατά της 1383/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητου και του επιδικάσθηκε το ποσό των 6.417,04 ευρώ. (νομιμοτόκως). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ].
2. Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔικ "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνον: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού η διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς -ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές ... Περαιτέρω οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως και η καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη.
Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών, και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Έτσι κάθε δήλωση βουλήσεως πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας (κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του) διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων.
Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθή έννοια της δήλωσης βουλήσεως των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του ,κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου [ΟλΑΠ 7/2002].
Μόνη δε η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός εάν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος [ΑΠ 1574/ 2007].
3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Στην Αθήνα στις 26.04.2000 ο ενάγων, ο οποίος είναι βιολόγος, δυνάµει του από 26.04.2000 ιδιωτικού συµφωνητικού, συνήψε µε τη Μ. Γ. Π., η οποία είναι εκδότρια διατηρώντας την επιχείρηση Επιστηµονικές εκδόσεις Γ.
Π. "Μ. Π.", σύµβαση µε την οποία συµφώνησαν ότι η ως άνω εκδότρια θα εξέδιδε σε 1.000 αντίτυπα το βιβλίο µε τίτλο "Σεξουαλική αγωγή", το οποίο είχε συγγράψει ο ενάγων, προκειµένου να το διαθέσει στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων για τη δωρεάν διανοµή στους φοιτητές, στο λιανικό εµπόριο καθώς και δωρεάν σε κρατικές βιβλιοθήκες.
Συµφωνήθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων - συγγραφέας θα λάµβανε ποσοστό 50% επί των εισπράξεων και η εκδότρια ποσοστό 50% επί των καθαρών κερδών, αφαιρουµένων των εξόδων της έκδοσης. Ως καθαρό κέρδος ορίσθηκε το σύνολο των εισπράξεων των πωλήσεων του ελευθέρου εµπορίου αφαιρουµένου του βιβλιοπωλικού ποσοστού 35% επί της τιµής πώλησης και το σύνολο των κρατικών εισπράξεων από τη διάθεση του έργου στο Υπουργείο Παιδείας.
Η δε αµοιβή του συγγραφέα θα καταβαλλόταν µία φορά το χρόνο µετά την είσπραξη του ποσού από το Κράτος. Η δε εκδότρια εγγυήθηκε ότι θα εξέδιδε το έργο µε αποκλειστικά δικά της έξοδα και δαπάνες εντός ορισµένου χρονικού διαστήµατος από την παράδοση της τελικής διόρθωσης ... Ακολούθως ο ενάγων συνήψε µε την εναγοµένη εκδοτική εταιρεία έτερη προφορική σύµβαση µε το ίδιο περιεχόµενο, όρους και εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώµατα µε αυτήν που είχε συνάψει µε τη Μ.
Π., µε την οποία η εναγοµένη ανέλαβε την υποχρέωση να εκδώσει το ανωτέρω βιβλίο, συγγραφής του ενάγοντος, ο τίτλος του οποίου τροποποιήθηκε σε "Η αναπαραγωγή Γνωρίστε τα µυστικά της και πώς να την ελέγχετε". Σε εκτέλεση της ανωτέρω σύµβασης η εναγοµένη το έτος 2002 εξέδωσε σε 1.000 αντίτυπα το προαναφερθέν βιβλίο του ενάγοντος, µε δικά της αποκλειστικά έξοδα.
Εν συνεχεία, η εναγοµένη καθόρισε τη λιανική τιµή πώλησης του βιβλίου στο ποσό των 40,00 ευρώ για κάθε αντίτυπο, ενώ µε την υπ' αριθµ. 53452/Ε5/2003 (ΦΕΚ τ. Β 730/09.06.2003) απόφαση των Υπουργών Οικονοµίας και Οικονοµικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευµάτων καθορίσθηκε η τιµή του για τη διάθεση του στο τελευταίο Υπουργείο στο ποσό των 25,80 ευρώ ανά αντίτυπο.
Ακολούθως, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος κατά της καθ' ης εκδόθηκε η υπ' αριθµ. 2552/2006 απόφαση του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τµήµα ασφαλιστικών µέτρων), µε την οποία η καθ' ης - εδώ εναγοµένη υποχρεώθηκε να χορηγήσει στον ενάγοντα επίσηµα αντίγραφα των τιµολογίων πώλησης ή των τιµολογίων πώλησης και δελτίων αποστολής και των αποδείξεων λιανικής πώλησης του βιβλίου του αιτούντος ενάγοντος καθώς και αντίγραφα των αναλυτικών καθολικών στοιχείων πώλησής του, στα οποία είναι καταχωρηµένα κατ' έτος τα ανωτέρω παραστατικά στοιχεία για κάθε οικονοµικό έτος από το έτος 2000 µέχρι σήµερα.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το έτος 2002 πωλήθηκαν 264 αντίτυπα του βιβλίου και η εναγοµένη εισέπραξε από την πώλησή του το ποσό των 1.829,85 ευρώ, το έτος 2003 πωλήθηκαν 153 αντίτυπα του βιβλίου και η εναγοµένη εισέπραξε από την πώλησή του το ποσό των 5.010,35 ευρώ, το έτος 2004 πωλήθηκαν 221 αντίτυπα του βιβλίου και η εναγοµένη εισέπραξε από την πώλησή του το ποσό των 4.426,93 ευρώ και το έτος 2005 πωλήθηκαν 81 αντίτυπα του βιβλίου και η εναγοµένη εισέπραξε από την πώλησή του το ποσό των 1.566,98 ευρώ, εποµένως συνολικά πωλήθηκαν 719 αντίτυπα του βιβλίου και η εναγοµένη εισέπραξε από τις πωλήσεις του το συνολικό ποσό των 12.834,11 ευρώ, τα οποία (αριθμό πωληθέντων βιβλίων και εισπραχθέν ποσό) η εναγομένη συνομολογεί.
Επομένως η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα ποσοστό 50% επί του συνολικού ποσού των εισπράξεων των 12.834,11 ευρώ, δηλαδή οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 6.417,04 ευρώ, το οποίο δεν του έχει καταβάλει μέχρι σήμερα. Η δε παραδεκτώς και νομίμως επαναφερόμενη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, λόγω της μακροχρόνιας αδράνειας του ενάγοντος, ο οποίος άσκησε την αγωγή του έτος 2007, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι από την 03.11.2003 έως την 11.08.2005 εργάσθηκε στην εναγομένη ως πωλητής και επομένως μπορούσε να παρακολουθήσει τη εμπορική κίνηση του βιβλίου, χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί στην εναγομένη περί της μη διανομής των κερδών από τις πωλήσεις, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, εφόσον μόνη η επικαλούμενη από την εναγόμενη αδράνεια του ενάγοντος και η καλόπιστη πεποίθηση της αυτής ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί κατ' αυτής, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, η δε αναφερόμενη απασχόληση του ενάγοντος στην εναγομένη με σχέση εξαρτημένης εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από την 03.11.2003 έως την 11.08.2005, και η μετέπειτα άσκηση της αγωγής του δεν συνιστά μεταβολή της στάσης του.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία εν μέρει αντικαθίσταται με την παρούσα, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων, ως ουσιαστικά αβάσιμων των περί του αντιθέτου λόγων έφεσης ...".
4. Με τους πρώτο και δεύτερο αναιρετικούς λόγους, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε αφενός μεν τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αφετέρου δε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται αντίστοιχα:
α]ότι καίτοι διαπίστωσε έμμεσα, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων μερών κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους συμφωνίας για την έκδοση και διάθεση ενός βιβλίου που είχε συγγράψει ο αναιρεσίβλητος, δεν προσέφυγε, όπως όφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω άρθρων για να ανεύρει την αλήθεια των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των μερών, ώστε να διαπιστώσει την αληθή συμβατική τους δέσμευση ως προς τις δαπάνες έκδοσης του βιβλίου, ότι δηλαδή αυτές βάρυναν εξίσου τους συμβληθέντες διαδίκους, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι οι δαπάνες έκδοσης βαρύνουν αποκλειστικά την αναιρεσείουσα, παραδοχή όμως που έρχεται σε αντίθεση με τη καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, β] ότι παρά το γεγονός ότι αυτή [αναιρεσείουσα] για να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, δεν είχε επικαλεσθεί μόνον αδράνεια του δικαιούχου-ενάγοντα, αλλά και άλλες ειδικές συνθήκες, η εν λόγω ένστασή της απορρίφθηκε ως νομικά αβάσιμη.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και ειδικότερα: α] ο πρώτος από αυτούς επειδή δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι διαπίστωσε [έστω και έμμεσα] κενό και αμφιβολία στις εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως σε σχέση με το ποιός από τους συμβληθέντες διαδίκους θα επιβαρυνόταν με τα έξοδα έκδοσης του βιβλίου, ώστε να προσφύγει σε ερμηνεία του σχετικού όρου του καταρτισθέντος μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι υπήρξε ρητή συμφωνία των μερών ότι αυτά βάρυναν εξ ολοκλήρου την αναιρεσείουσα, εκδότρια του βιβλίου.
β] Ο δεύτερος από αυτούς, επειδή το δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, προέβη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου [άρθρο 281 ΑΚ], αφού τα περιστατικά που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε [και που έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση] αληθή υποτιθέμενα δεν συγκροτούν το πραγματικό της διατάξεως που φέρεται παραβιασθείσα.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο [άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔικ] και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου [άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ], όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση της εταιρίας "Π. ΑΝΩΝ. ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της 1009/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ