Supreme Court dismisses appeal against bank liability judgment due to lack of material impact on trial outcome.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment regarding the bank's liability for theft. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate evidence concerning the unavailability of the online banking system and the lack of a second teller, which allegedly prevented immediate deposit and caused the theft. The court rejected this claim, ruling that the appellate court's assessment of factual evidence is unreviewable and that the alleged procedural flaws did not materially affect the final judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 §1 and §2 of the Code of Civil Procedure; The appellate court's evaluation of factual evidence is unreviewable on appeal, and procedural irregularities must have material impact on the trial outcome to justify overturning a judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1629 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1629/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νεκτάριο Ψύλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", (όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε") που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Κοκκαλιάρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1 Ιουνίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5345/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1195/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 13 Αυγούστου 2010 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 1195/2005 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 1.12.2004 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 5272/2003 οριστικής απόφασης του ΠολΠρωτΑθηνών, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 1.6.2001 αγωγή της με αίτημα, όπως αυτό παραδεκτά περιορίσθηκε, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη της οφείλει, λόγω της ιστορούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των οργάνων και υπαλλήλων της, το ποσό των 56.390.000 δραχμών ως αποζημίωση και το ποσό των 150.000.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση για την προξενηθείσα σ' αυτή ηθική βλάβη, νομιμοτόκως αμφότερα τα ποσά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 §3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στα άρθρ. 297 και 298 ΑΚ. Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, συνάγεται ότι παράνομη είναι κάθε προσβολή στα δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου που προστατεύονται από το νόμο.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν με προηγούμενη πράξη του δημιούργησε κάποιος κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 906/2001? 508/2003? 647/2004? 996/2004? 174/2005? 831/2005? 118/2006).
Τέτοια υποχρέωση προστασίας υπάρχει και όταν επιχείρηση έχει απευθύνει στο κοινό πρόσκληση να επισκέπτεται ή να χρησιμοποιεί ορισμένο χώρο της, οπότε οφείλει να έχει λάβει κάθε μέτρο αναγκαίο και πρόσφορο για την ασφάλεια των επισκεπτών (ΑΠ 5/2001). Ο ειδικότερος προσδιορισμός των μέτρων αυτών με αντικειμενικά αξιολογικά κριτήρια, ώστε να ισχύουν αορίστως σε περισσότερες όμοιες περιπτώσεις, αποτελεί εξειδίκευση (ερμηνεία) της αόριστης νομικής έννοιας της παράνομης συμπεριφοράς ως όρου της αδικοπραξίας, στην οποία θα πρέπει να μπορούν να υπαχθούν τα πραγματικά περιστατικά της ατομικής περίπτωσης για να θεμελιώνεται αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη.
Στο πλαίσιο αυτό η υπ' αριθ. 3015/30/3-δ/4.7.1997 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 276 Β/ 8.4.1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των ν. 1481/1984 και 2076/1992, ορίζει , μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: ΑΡΘΡΟ 1 " Οι διατάξεις της παρούσας απόφασης εφαρμόζονται σε όλα τα καταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρ.2 του ν. 2076/1992, και των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος που λειτουργούν ή πρόκειται να λειτουργήσουν σε ολόκληρη την επικράτεια".
ΑΡΘΡΟ 2 παράγραφος 1 "Ως όροι ασφάλειας για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας απόφασης νοούνται τα μέτρα φυσικής και τεχνικής προστασίας των καταστημάτων του προηγούμενου άρθρου, τα οποία υποχρεούνται να λάβουν οι φορείς στους οποίους ανήκουν τα εν λόγω καταστήματα προς πρόληψη εγκληματικών πράξεων κατά της περιουσίας, του προσωπικού και της πελατείας των εν λόγω καταστημάτων.
Τα μέτρα αυτά είναι: α. Η εγκατάσταση και λειτουργία σύγχρονου και ασφαλούς συστήματος συναγερμού (σιωπηλού), ο οποίος συνδέεται με την τοπική αστυνομική αρχή για την άμεση ειδοποίησή της στις περιπτώσεις ληστειών ή διαρρήξεων. β. Η χρήση χρηματοκιβωτίων κατασκευασμένων από ανθεκτικό υλικό και εφοδιασμένων με σύστημα χρονοκαθυστέρησης ή άλλο ανάλογο, ώστε το άνοιγμά τους ή η με οποιονδήποτε τρόπο παραλαβή χρημάτων από αυτά, να αποκλείεται πριν την πάροδο ορισμένου χρόνου.
Η λειτουργία των ανωτέρω συστημάτων χρονοκαθυστέρησης γνωστοποιείται με την ανάρτηση σε εμφανή σημεία του καταστήματος και επί του χρηματοκιβωτίου ανάλογων πινακίδων. γ. Η εγκατάσταση και λειτουργία σε κατάλληλες θέσεις συστήματος συνεχούς καταγραφής σκηνών, όλες τις ώρες λειτουργίας των καταστημάτων του άρθρου 1 της παρούσας.
δ. Η εγκατάσταση θυρών εισόδου-εξόδου διπλών ή περιστρεφόμενων υψηλής ασφάλειας με δυνατότητα αυτόματης λειτουργίας τους, εξοπλισμένων με σύγχρονα ηλεκτρονικά μηχανήματα ανίχνευσης μετάλλων, ώστε να παρεμποδίζεται η είσοδος στο κατάστημα ατόμων που φέρουν πυροβόλα όπλα ή άλλα μεταλλικά αντικείμενα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως όπλα.
Το μέτρο αυτό είναι υποχρεωτικό μόνο σε περίπτωση που το κατάστημα στο οποίο αφορούν αποτέλεσε στόχο ληστείας δύο (2) τουλάχιστον φορές κατά το τελευταίο έτος. ε. Η προαιρετική εγκατάσταση αλεξίσφαιρων υαλοπινάκων προστατευτικών των χώρων των ταμείων (γκισέ). Συνάγεται δηλαδή από το περιεχόμενο της παραπάνω υπουργικής απόφασης ότι με θετικές διατάξεις καθορίστηκαν συγκεκριμένα μέτρα ασφάλειας για την προστασία αορίστως όλων των πιστωτικών καταστημάτων, του προσωπικού και των πελατών τους και επομένως ούτε κατά την καλή πίστη υπό την αντικειμενική αυτής έννοια που απαιτείται κατά τα άρθρ. 200, 281 και 288 ΑΚ, δηλαδή τη συναλλακτική ευθύτητα που οφείλει να επιδεικνύει κάθε συνετός και εχέφρων συναλλασσόμενος, μπορούν να αξιωθούν πρόσθετα μέτρα ασφάλειας, όπως η διάθεση ατόμου (φρουρού) για τη φύλαξη του πιστωτικού καταστήματος και η εγκατάσταση και λειτουργία σ' αυτό των περιγραφόμενων στην υπουργική απόφαση θυρών υψηλής ασφάλειας, μολονότι το οικείο πιστωτικό κατάστημα δεν αποτέλεσε στόχο ληστείας δυο τουλάχιστον φορές κατά το τελευταίο έτος πριν από την ισχύ της απόφασης.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως άλλωστε είχε κρίνει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η ληστεία που άγνωστο άτομο διέπραξε με την απειλή πυροβόλου όπλου, στις 2.4.2001, σε βάρος της ..., υπαλλήλου της ήδη αναιρεσείουσας και ενώ αυτή βρισκόταν εντός του τραπεζικού υποκαταστήματος της αναιρεσίβλητης, στη συμβολή των οδών ..., αναμένοντας να καταθέσει στον τηρούμενο εκεί λογαριασμό όψεως της αναιρεσείουσας το ποσό των 56.390.000 δραχμών, δεν συνδέεται με παράνομη παράλειψη των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης σε σχέση με ενέργεια επιβαλλόμενη είτε από το νόμο είτε από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη και συνεπώς δεν θεμελιώνεται αντίστοιχη αδικοπρακτική ευθύνη της έναντι της αναιρεσείουσας, αφού ναι μεν δεν λειτουργούσε τότε το εγκατεστημένο από παλαιότερα στο ως άνω υποκατάστημά της σύστημα θυρών εισόδου-εξόδου υψηλής ασφάλειας, όμως η εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος αυτού δεν ήταν κατά τα οριζόμενα στην προαναφερθείσα υπουργική απόφαση υποχρεωτική, επειδή το υποκατάστημα αυτό δεν υπήρξε στόχος άλλης ληστείας κατά το διάστημα από 1.1 2000 έως 31.12.2001.
Αντίθετα τηρούνταν στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης οι προβλεπόμενοι από την παραπάνω υπουργική απόφαση λοιποί όροι ασφάλειας, δηλαδή η εγκατάσταση και κανονική λειτουργία σιωπηλού συστήματος συναγερμού που μάλιστα ενεργοποιήθηκε, συστήματος συνεχούς καταγραφής σκηνών και χρηματοκιβωτίου με σύστημα χρονοκαθυστέρησης.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά, κατά τα προεκτεθέντα, εφάρμοσε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 914 ΑΚ και συνεπώς ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξ άλλου το Εφετείο, προσδιορίζοντας κατά τα ανωτέρω τα επιβαλλόμενα από το νόμο και την καλή πίστη μέτρα ασφάλειας για το υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης, στα οποία ορθώς δεν συμπεριέλαβε και τη διάθεση ατόμου για τη φύλαξη του υποκαταστήματος αυτού, έμμεσα, αλλά με σαφήνεια, έκρινε ότι η έλλειψη τέτοιου μέτρου στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν συνιστά παράνομη παράλειψη, θεμελιωτική αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης έναντι της αναιρεσείουσας και συνεπώς είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Β σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη της και να απαντήσει στον ουσιώδη ισχυρισμό της, που αποτέλεσε και λόγο της έφεσής της, ότι η έλλειψη ένοπλου φρουρού στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης στοιχειοθετεί, ως παράνομη παράλειψη, την αδικοπρακτική ευθύνη της.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος και κατά το υπό στοιχείο Δ σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι κατά τρόπο αντιφατικό δικαιολογείται σ' αυτή η διακοπή λειτουργίας του εγκατεστημένου στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης συστήματος θυρών εισόδου-εξόδου υψηλής ασφάλειας ως επακόλουθο (δήθεν) και του από 29.1.2003 πορίσματος της Ενώσεως Ελληνικών Τραπεζών, μολονότι το έγγραφο αυτό, με το οποίο αξιολογείται το παραπάνω σύστημα ως επικίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των πελατών και υπαλλήλων των τραπεζών, είναι μεταγενέστερο σε σχέση με τη διαπραχθείσα στο τραπεζικό υποκατάστημα ληστεία.
Όμως η κρίση αυτή του Εφετείου αποτελεί απλή επάλληλη αιτιολογία και δεν άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή πρόκειται για εσφαλμένη μεν αιτιολογία, χωρίς όμως επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. άρθρ. 578 ΚΠολΔ), αφού και χωρίς την αξιολόγηση του παραπάνω εγγράφου το Εφετείο δέχεται και πάλι ότι δεν επιβαλλόταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η εγκατάσταση και κατ' επέκταση η λειτουργία στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης συστήματος θυρών υψηλής ασφάλειας κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Συνακόλουθα και η αποδιδόμενη στην εφετειακή απόφαση περαιτέρω πλημμέλεια ότι δεν αξιολόγησε τον πρωτόδικο, αλλά και κατ' έφεση, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας για έλλειψη εγγράφου της αναιρεσίβλητης, από το οποίο να προκύπτει απόφασή της για διακοπή λειτουργίας του συστήματος θυρών υψηλής ασφάλειας στο ως άνω υποκατάστημά της, προβάλλεται αλυσιτελώς και συνεπώς ο σχετικός από το άρθρ. 559 αριθ.19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Γ σκέλος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού είναι τελικά αδιάφορη η αιτία της διακοπής λειτουργίας του παραπάνω συστήματος ασφάλειας, εφόσον συναφώς κρίθηκε ότι δεν επιβαλλόταν η όλη εγκατάσταση και λειτουργία του συστήματος αυτού.
3. Με το υπό στοιχείο Α σκέλος του δεύτερου λόγου της αναίρεσής της η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη, μεταξύ άλλων, ότι η προσωρινή διακοπή της λειτουργίας του συστήματος on line καταθέσεων στο ως άνω υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης κατά τη διαπραχθείσα εκεί ληστεία, δεν εμπόδιζε την παραλαβή χρηματικών καταθέσεων και μάλιστα της αναιρεσείουσας, η οποία είχε πάντοτε προνομιακή μεταχείριση ως πελάτισσα με σημαντικές καταθέσεις, διέλαβε ασαφή και ανεπαρκή αιτιολογία, αφού δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος με τον οποίο συνεχίσθηκε στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης η διενέργεια χρηματικών καταθέσεων παρά την προσωρινή εκεί διακοπή της λειτουργίας του συστήματος on line.
H παράλειψη αυτή αφορά, κατά την αναιρεσείουσα, σε ζήτημα που άσκησε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το οποίο, μολονότι επισημάνθηκε με την έφεσή της, κακώς δεν αξιολογήθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αν αυτή είχε εκτιμήσει σωστά τις αποδείξεις, θα είχε δεχθεί ότι κατά τη διακοπή λειτουργίας του συστήματος οn line στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης δεν γίνονταν εκεί καταθέσεις και συνεπώς θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, αλλά και της έλλειψης δεύτερου ταμία στο υποκατάστημα της αναιρεσίβλητης, υπήρχε αδυναμία άμεσης εξυπηρέτησης της υπαλλήλου της (δηλαδή της αναιρεσείουσας), που ανέμενε για να καταθέσει το ποσό των 56.390.000 δραχμών.
Η αδυναμία αυτή συνιστά κατά την αναιρεσείουσα υπαίτια παράλειψη προφύλαξης της υπαλλήλου της από τον κίνδυνο ληστείας, που θεμελιώνει επιπρόσθετα την αδικοπρακτική ευθύνη της αντιδίκου της. Ωστόσο η αξιολόγηση από την εφετειακή απόφαση των αποδείξεων ως προς το παραπάνω ζήτημα είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, αφού αφορά σε εκτίμηση πραγματικού γεγονότος (άρθρ. 561 §1 ΚΠολΔ), ενώ η όποια ασάφεια ή ανεπάρκεια της σχετικής αιτιολογίας της δεν αφορά σε ζήτημα που μπορούσε να ασκήσει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης στο Εφετείο και έπρεπε να ληφθεί ιδιαίτερα υπόψη, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρ. 561 §2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου της αναιρεσείουσας, ως παράνομη παράλειψη των οργάνων και υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, στην οποία αποκλειστικά στηρίζεται η αδικοπρακτική ευθύνη της, περιγράφεται μόνον η μη λειτουργία του συστήματος θυρών υψηλής ασφάλειας στο υποκατάστημά της και η έλλειψη εκεί ένοπλου φρουρού κατά τον κρίσιμο χρόνο, οπότε κατ' ανεπίτρεπτη μεταβολή (διεύρυνση) της αγωγικής βάσης επιχειρήθηκε με την έφεση της αναιρεσείουσας (άρθρ. 224, 526 ΚΠολΔ) να θεμελιωθεί αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσίβλητης και στην όποια παράλειψη των υπευθύνων της να εξυπηρετήσουν αμέσως την υπάλληλο της αναιρεσείουσας, εκθέτοντας έτσι αυτή σε αυξημένο κίνδυνο ληστείας.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το υπό στοιχείο Α σκέλος του, με το οποίο αποδίδονται στην εφετειακή απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρ. 559 αριθ. 8 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 §1, 191 §2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3.12.2007 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 1195/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ