Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite substantive law violated.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four women against a final judgment regarding property co-ownership. The appellants argued the lower court failed to provide clear reasoning on critical issues, but the court found their grounds vague and incomplete. The decision was based on the requirement that appeals must explicitly cite the specific substantive law violated and fully expose the facts to allow for effective review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague, fail to cite the specific substantive law violated, or do not sufficiently expose the facts for effective judicial review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1628 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1628/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Μ. συζ. Σ. Φ., το γένος Μ. Δ., 2) Ε. χήρας Π. Κ., το γένος Μ. Δ., 3) Α. Δ. του Μ., κατοίκων ...., 4) Ο. συζ. Σ. Β., το γένος Μ. Δ., κατοίκου ... Α., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέργο Λεβέντη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Χ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ρουπακιώτη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, την από 10-1-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 4-3-2010 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καρπάθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 1/2014 μη οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία παραπέμφθηκαν οι ένδικες αγωγές προκειμένου να συνεκδικασθούν στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, 174/2018 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, 173/2020 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 10-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10.09.2021 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 173/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δέχθηκε την από 20.11.2018 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ.174/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 15.05.2009 αγωγή αναγνωριστική (συγ)κυριότητας ακινήτου των αναιρεσειουσών εις βάρος της αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§2, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Με την από 15.05.2009 αγωγή τους, που απηύθηναν στο Ειρηνοδικείο Καρπάθου και έστρεψαν κατά της αναιρεσίβλητης και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Ε. συζύγου Ν. Α., το γένος Μ. Π., οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες παράγωγο, άλλως πρωτότυπο, τρόπο κτήσεως της (συγ)κυριότητας του περιγραφόμενου ακινήτου και αμφισβήτηση του δικαιώματός τους εκ μέρους των εναγομένων, ζήτησαν να αναγνωρισθεί το δικαίωμά τους επί του ακινήτου.
Ακολούθως, με την από 10.01.2010 αγωγή της, που απηύθηνε στο Ειρηνοδικείο Καρπάθου και έστρεψε κατά των μη διαδίκων στην παρούσα δίκη Μ. Π. του Η. και Ε. συζύγου Ν. Α., το γένος Μ. Π., η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου και διατάραξη του δικαιώματος κυριότητάς της επ' αυτού εκ μέρους των εναγομένων, ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμά της επί του ακινήτου να διαταχθεί η παύση των διαταρακτικών πράξεων εκ μέρους των εναγομένων.
Τέλος, με την από 04.03.2010 αγωγή της, που απηύθηνε στο Ειρηνοδικείο Καρπάθου και έστρεψε κατά των διαδίκων της παρούσης δίκης, η μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ε. σύζυγος Ν. Α., το γένος Μ. Π., επικαλούμενη παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου και αμφισβήτηση του δικαιώματός της εκ μέρους των εναγομένων, ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμά της επί του ακινήτου.
Οι ως άνω αγωγές ενώθηκαν και συνεκδικάσθηκαν από το Ειρηνοδικείο Καρπάθου, το οποίο, με την οριστική, υπ' αριθμ. 38/2011, απόφασή του, απέρριψε τις πρώτη και τρίτη αγωγές και δέχθηκε τη δεύτερη αγωγή, διατάξαν τα στο διατακτικό αυτής. Κατά της ως άνω αποφάσεως ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ως Εφετείου δικάζοντος στη μεταβατική έδρα αυτού στην Κάρπαθο, οι από 05.09.2011 και 10.05.2012 εφέσεις των ηττηθέντων διαδίκων.
Οι εφέσεις αυτές ενώθηκαν και συνεκδικάσθηκαν από το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου, το οποίο, με την, υπ' αριθμ. 1/2014, τελεσίδικη απόφασή του (κατ' ορθή απόδοση του διατακτικού της) δέχθηκε τις εφέσεις και παρέπεμψε τις ως άνω αγωγές στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Μετά ταύτα, οι αγωγές εισήχθησαν με κλήση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 174/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού διατάχθηκαν η ένωση και συνεκδίκαση των αγωγών, απορρίφθηκαν η δεύτερη και η τρίτη αγωγές και έγινε δεκτή η πρώτη, του Δικαστηρίου διατάξαντος όσα στο διατακτικό της αποφάσεώς του αναφέρονται.
Κατά της αμέσως προηγουμένως δικαστικής αποφάσεως, ασκήθηκαν από τους ηττηθέντες διαδίκους οι από 20.11.2018 και 13.12.2018 εφέσεις, απευθυνθείσες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 173/2020 τελεσίδικη απόφαση αυτού, με την οποία, αφού διατάχθηκε η ένωση και συνεκδίκαση των εφέσεων, απορρίφθηκε η πρώτη των ανωτέρω εφέσεων τυπικά και κατ' ουσίαν, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έτερη έφεση, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση, συνεκδικάσθηκαν οι από 15.05.2009 και 10.01.2010 αγωγές, απορρίφθηκε η πρώτη εξ αυτών και έγινε δεκτή η δεύτερη, του Δικαστηρίου διατάξαντος τα στο διατακτικό της αποφάσεως διαλαμβανόμενα.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει το δικαστήριο να επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε από τον αναιρεσείοντα και όχι από τον αναιρεσίβλητο, ή να επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν από τον αναιρεσείοντα και, τέλος, να άφησε αίτηση αδίκαστη του αναιρεσείοντος (Α.Π. 795/2004).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 17 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις ολικά ή μερικά. Η αντίφαση των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και στο ίδιο διαδικαστικό έγγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως, και όχι στο αιτιολογικό.
Η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπουμένης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 13/1995, Α.Π. 503/2009, Α.Π. 336/2004).
Αν η αντίφαση εντοπίζεται στις αιτιολογίες της αποφάσεως, τότε δημιουργείται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον βέβαια το δικαστήριο της ουσίας δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, που διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 9α' και 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
διότι: α. Ενώ η αναιρεσίβλητη είχε ζητήσει με τη γενόμενη δεκτή από 10.01.2010 αγωγή της να αναγνωρισθεί κυρία ακινήτου, επιφανείας 811,10 τ.μ., μετά του εντός αυτού ναϋδρίου, επιφανείας 30,00 τ.μ., το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αναγνώρισε αυτή (αναιρεσίβλητη) κυρία ακινήτου, επιφανείας 273,12 τ.μ., μετά του εντός αυτού ναϋδρίου, επιφανείας 27,00 τ.μ., ήτοι αναγνώρισε αυτή (αναιρεσίβλητη) κυρία του ακινήτου που αποτελούσε περιεχόμενο του αιτήματος της δικής τους αγωγής.
Και β. Το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης και την περιγραφή του ακινήτου επί του οποίου αναγνωρίζεται σε αυτή δικαίωμα κυριότητας περιέχει αντιφατικές διατάξεις και τούτο διότι, ενώ η από 10.01.2010 αγωγή δεν γίνεται εν μέρει δεκτή, αλλά στο σύνολό της, εν τούτοις το ακίνητο μετά του ναϋδρίου, του οποίου η αναιρεσίβλητη αναγνωρίζεται κυρία δεν είναι το περιγραφόμενο στην αγωγή της, αλλά το περιγραφόμενο στη δική τους, από 15.05.2009, αγωγή.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ως προς το πρώτο αυτού σκέλος, που επιχειρείται να βρει νόμιμο έρεισμα στον αριθμό 9α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος και τούτο διότι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, οι αναιρεσείουσες δεν νομιμοποιούνται να προβάλλουν τον λόγο αυτό. Ως προς το δεύτερο σκέλος του, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, που επιχειρείται να βρει νόμιμο έρεισμα στον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος και, τούτο, διότι στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ουδεμία αντίφαση, κωλύουσα την εκτέλεστότητά της, διαπιστούται, ενόψει του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφήρμοσε την αρχή "εκ του μείζονος το έλασσον".
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 216§1 του Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α. Σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με τον νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα, σε τρόπο ώστε να παρέχεται στον μεν εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βασίμου, κατά τον νόμο, της αγωγής (Α.Π. 1569/2021, Α.Π. 381/2006).
Έτσι, η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου. Διαφορετικά, το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ενστάσεως, είτε αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1569/2021, Α.Π. 480/2010).
Η έλλειψη εξειδικεύσεως των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντιστοίχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (Α.Π. 1452/2008, Α.Π. 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 1573/1981, Α.Π. 119/2014).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι εκτίθενται με επάρκεια ή παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π. 443/2011, Α.Π. 480/2010). Για να ιδρύεται, πάντως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, πρέπει ο σχετικός για την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §2 του Κ.Πολ.Δ., να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναιρέσεως, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ενστάσεως, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναιρέσεως (Α.Π. 1569/2021, Α.Π. 78/2020, ΑΠ 1363/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που διαρθρώνεται σε δύο σκέλη, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β' και 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι το ως άνω Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως επικληθέντα ισχυρισμό τους περί αοριστίας της αγωγής της αναιρεσίβλητης αναφορικά με τον τρόπο κτήσεως του δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου επιπλέον δε δεν κήρυξε, ως όφειλε, απαράδεκτο δηλαδή δεν απέρριψε την αγωγή για τον αμέσως προαναφερόμενο λόγο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, υπ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν παρατίθενται τόσο το περιεχόμενο της σχετικής αγωγής, όσο και οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αλλά και το προκύπτον σχετικό σφάλμα της σε σχέση με το ορισμένο ή μη της αγωγής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118§4, 562§2, 566§1, 577§3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ.), η οποία μπορεί να συντελεσθεί και με τη μη εφαρμογή διατάξεων που ήσαν εφαρμοστέες, δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, οι διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, η έννοια που αποδίδει σ' αυτές ο αναιρεσείων και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως), αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση των σχετικών λόγων αναιρέσεως, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 578 του Κ.Πολ.Δ., από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και συνακόλουθα της ορθότητας του διατακτικού.
Εξάλλου, δεν επιτρέπεται συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ. Α.Π 27/1998, Α.Π. 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
και τούτο διότι, όπως διατείνονται, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο σε κρίσιμα ζητήματα της υποθέσεως είτε δεν διέλαβε καθόλου αιτιολογίες γι' αυτά είτε διέλαβε ασαφείς και αντιφατικές τέτοιες, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου και της ορθότητας ή μη του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας προεχόντως μεν διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η διάταξη (ή οι διατάξεις) του ουσιαστικού δικαίου της οποίας χώρησε εκ πλαγίου παράβαση, ακολούθως δε, διότι στο αναιρετήριο παρατίθενται αποσπάσματα των παραδοχών της αποφάσεως, κατ' επιλογήν των αναιρεσειουσών, και όχι το σύνολο των παραδοχών αυτής, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις στην απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, σχετικά με τα δικαστικά έξοδα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα περιληφθεί σχετική διάταξη και, τούτο, διότι το αίτημα για την επιβολή και τον προσδιορισμό τους υποβλήθηκε με το κατατεθέν, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, υπόμνημα της αναιρεσίβλητης και όχι πριν ή κατά τη συζήτηση αυτής (άρθρο 191§2 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.09.2021 αίτηση των Μ. συζύγου Σ. Φ., το γένος Μ. Δ., Ε. χήρας Π. Κ., το γένος Μ. Δ., Α. Δ. του Μ. και Ο. συζύγου Σ. Β., το γένος Μ. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 173/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ