Supreme Court allows appeal against partial rejection of tort claim, remanding case for full trial on merits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's partial rejection of a tort claim. The appellant argued that the lower court erred in dismissing the claim for illegal appropriation of a foreign movable property. The Court found the appeal admissible but noted a procedural defect regarding the scope of the appeal, leading to a decision to uphold the appeal while remanding the case for a full trial on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure; Article 914 of the Civil Code; Article 375 of the Penal Code: The Supreme Court may allow an appeal against a partial rejection of a claim and remand the case for full trial when the lower court's decision leaves substantive issues unresolved.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1628 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1628/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Β., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γεωργόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Τελούσας υπό εκκαθάριση εταιρείας με την επωνυμία "EXPORT ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΙ ΚΑΙ ΕΞΑΓΩΓΑΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΕΠΕ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Δημακόπουλο, που ανεκάλεσε την από 23-1-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5751/2001 μη οριστική, 8041/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1950/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 13-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 1950/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 8041/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν είχε γίνει δεκτή εν μέρει αγωγή της εδώ αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να της καταβάλει το ποσό των 30.772 ευρώ, νομιμοτόκως από 20-7-1990 ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, καθώς και το ποσό των 2.935 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνεπώς είναι παραδεκτή [άρθρα 552,553,556,558,564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [ άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ] .
2.Κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αδικοπραξία αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση κινητού ξένου πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ.1 και 2 ΠΚ, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/96. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως απαιτείται, αντικειμενικώς μεν ιδιοποίηση χωρίς δικαίωμα ξένου κινητού πράγματος που περιήλθε στην κατοχή του δράστη με οποιονδήποτε τρόπο, υποκειμενικώς δε δόλος του δράστη που ενέχει τη γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο και ότι το κατέχει, καθώς και την θέλησή του να το ενσωματώσει στην περιουσία του.
Η υπεξαίρεση προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα (παράγραφος 2), όταν το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο προβλεπόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας.
Διαχειριστής τέτοιας περιουσίας είναι εκείνος που ενεργεί, όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί από τον νόμο ή από σύμβαση. Η νέα διάταξη του άρ θρου 375 παρ.2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 2408/96, είναι επιεικέστερη από την αρχική, αφού η κακουργηματική μορφή της υπεξαιρέσεως προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επιπλέον συντρέχει μία από τις ειδικά και περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις καταχρήσεως ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, ενώ στην προηγούμενη διάταξη η απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών ήταν ενδεικτική.
Επομένως η νέα αυτή διάταξη έχει εφαρμογή κατά το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την ισχύ της. Ειδικά όμως για τις πράξεις αυτές, όταν ο κακουργηματικός χαρακτήρας της υπεξαιρέσεως με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, βασίζεται αποκλειστικά στην ιδιότητα του δράστη ως εντολοδόχου, η προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 375 παρ.2 ΠΚ, είναι ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, διότι για την στοιχειοθέτηση του κακουργήματος αξιώνει και το επιπλέον στοιχείο της κατάχρησης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, σε αντίθεση με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 9 ν. 2408/96, η οποία αποβαίνει αυστηρότερη για τον κατηγορούμενο, αφού αρκείται μόνο στην ιδιότητα του εντολοδόχου, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να θεωρείται πάντοτε δράστης κακουργηματικής υπεξαιρέσεως.
Εξάλλου, η ακόμη νεότερη προσθήκη στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 375 ΠΚ και δεύτερου εδαφίου με το άρθρο 14 παρ. 3 του ν. 2721/99, κατέστησε αυτήν αυστηρότερη κατά περιεχόμενο και συνεπώς ως προς τα εγκλήματα υπεξαιρέσεως που είχαν διαπραχθεί προηγουμένως, δεν μεταβάλλονται τα όσα πιο πάνω εκτέθηκαν[ΑΠ 2294/2002].
3.Το άρθρο 937 ΑΚ ορίζει: " Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".
Η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως θεσπίσθηκε για τον λόγο, ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της αστικής προς αποζημίωση απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν, ποινική δίωξη και στην συνέχεια καταδίκη.
Για την εφαρμογή δε της διάταξης αυτής πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις :1) Η αδικοπραξία πρέπει ν'αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως. 2) Η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμώρηση της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.
Για την διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος, πλημμελήματος ή πταίσματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή όπως αυτή, ως προς τη διάρκειά της, καθορίζεται στο άρθρο 111 ΠΚ ή σε διάταξη άλλου, ειδικού ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί κακουργημάτων ανέρχεται σε δέκα πέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στη παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ[ΟλΑΠ 21/2003].
Στην ίδια δε δεκαπενταετή παραγραφή υπόκειται και η απαίτηση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αξιόποινη πράξη που συνιστά κακούργημα, με αφετηρία τον ίδιο πιο πάνω χρόνο [πρβλ.ΑΠ 779/2002].Τέλος από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 250 αρ.15, 251 και 253 AΚ, σαφώς συνάγεται, ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι τόκοι υπερημερίας, οι οποίοι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ οφείλονται από την όχληση, η δε βραχυπρόθεσμη αυτή παραγραφή αρχίζει από την αρχή εκάστου επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο έχουν παραχθεί και κατά το οποίο o δικαιούχος μπορούσε να εγείρει σχετική αγωγή.
4.Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή [ ΟλΑΠ 7/2006 και Ολ ΑΠ 4/2005].
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν αντιστοιχούν σε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά, τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων.
Τέλος, από το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες του ουσιαστικού δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.19 και 20 ΚΠολΔικ, είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο [ΑΠ 224/2012].
5.Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ήδη εκκαλών εργαζόταν κατά το έτος 1990 στην ήδη εφεσίβλητη εταιρία περιορισμένης ευθύνης, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα εμπορίας ηλεκτρικών και συναφών ειδών, ως εμπορικός διευθυντής με εκτεταμένα καθήκοντα, ιδία ως υπεύθυνος για την επίβλεψη και προώθηση των εταιρικών πωλήσεων.
Η ανάθεση στον εκκαλούντα των προαναφερομένων εκτεταμένων αρμοδιοτήτων διοικήσεως και διαχειρίσεως ωφείλετο στην εμπιστοσύνη την οποία αυτός απολάμβανε προσωπικώς από τον διαχειριστή της εφεσιβλήτου Θ. Θ., λόγω γνωριμίας τους από μακρόν (ήσαν συνάδελφοι στην εταιρία ΕΛΙΝΤΑ). Μεταξύ των ανατεθειμένων στον εκκαλούντα καθηκόντων και στα πλαίσια της προωθήσεως των εταιρικών πωλήσεων ήταν και να παραλαμβάνει τις εισπράξεις των πωλήσεων και να τις παραδίδει στο ταμείο της εφεσιβλήτου εταιρίας, ενεργών ως αποκλειστικός διαχειριστής της εμπορικής της δραστηριότητος.
Όπως αποδείχθηκε ο εκκαλών, στις 27.6.1990, υπό την προαναφερομένη ιδιότητά του και κατά κατάχρηση της ιδιαιτέρας εμπιστοσύνης την οποία απολάμβανε από την εφεσίβλητη και των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, υπεξήρεσε εις βάρος της το συνολικό ποσό των 10.579.085 δραχμών. Ειδικότερον, ο ήδη εκκαλών ενεργών ως διαχειριστής ξένης (εταιρικής) περιουσίας παρέλαβε από το ταμείο της ήδη εφεσιβλήτου τα υπ'αριθμούς 165-166-167 και 168/1990 πινάκια εκχωρήσεως επιταγών, καθώς και τις εξής επιταγές εκδόσεως πελατών αγοραστών της [εφεσιβλήτου] οι οποίες ενσωμάτωναν χρηματικές απαιτήσεις της εις βάρος των άνω οφειλετών της συνολικού ύψους 12.521.085 δραχμών:...........Τις επιταγές αυτές ο ήδη εκκαλών παρέλαβε από την ήδη εφεσίβλητη με την εντολή να τις εισπράξει για λογαριασμό της ή να τις προεξοφλήσει σε πιστωτικά ιδρύματα όπως έπραττε συνήθως και να τις αποδώσει τα εισπραχθέντα ποσά.
Όπως όμως αποδείχθηκε ο ήδη εκκαλών, αν και τα εισέπραξε, κατά παράβαση της σχετικής υποχρεώσεώς του, δεν απέδωσε στην εφεσίβλητη ει μη μόνο το ποσό των 1.950.000 δραχμών, ιδιοποιούμενος παρανόμως το υπόλοιπο ποσό των 10.579.085 δραχμών κατά το οποίο προξένησε ισόποση περιουσιακή ζημία στην ήδη εφεσίβλητη, στην οποία όμως ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε εκ του λόγου τούτου το αιτηθέν ποσό των 10.485.745 δραχμών.
Ισχυρίζεται ο εκκαλών, με το δεύτερο λόγο της ενδίκου εφέσεώς του, ότι μη ορθώς απορρίφθηκε σιγή με την εκκαλουμένη η "ένσταση ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της εναγούσης" διότι οι επίδικες επιταγές ήταν ατομικές και ανήκαν στον Θ. Θ.. Ο ισχυρισμός του κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος και ορθώς - έστω σιγή - απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη, διότι δεν συνιστά ένσταση αλλ'άρνηση της ενδίκου αγωγής της ήδη εφεσιβλήτου, όπως δε αποδείχθηκε, οι προαναφερόμενες επιταγές ενσωμάτωναν απαιτήσεις της εναγούσης - εφεσιβλήτου από πελάτες της και ο ήδη εκκαλών τις παρέλαβε από αυτή (εφεσίβλητη) με την εντολή να τις εισπράξει για λογαριασμό της...
Ο ήδη εκκαλών, προς απόκρουση της αγωγής, προέβαλε πρωτοδίκως τον και με τον τρίτο λόγο της ένδικης έφεσης επαναφερόμενο ισχυρισμό ότι η αξίωση της εφεσιβλήτου έχει υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ καθόσον από τις 27.6.1990 "που δήθεν εγεννήθησαν οι αξιώσεις της εναγούσης" κατ'αυτού μέχρι την προς αυτόν επίδοση της κρινόμενης αγωγής που έγινε στις 3.7.1998, συμπληρώθηκε ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη χρόνος της παραγραφής και ότι μη ορθώς η άνω υπ'αριθμόν 5751/01 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η εκκαλουμένη υπ'αριθμόν 8041/08 οριστική απόφασή του δέχθηκαν, χωρίς να ταχθεί σχετική περί της ιδιότητος του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας απόδειξη, ότι η φερόμενη ως διαπραχθείσα από αυτόν πράξη είχε κακουργηματικό χαρακτήρα.
Ο ισχυρισμός αυτός ορθώς απορρίφθηκε ως αβάσιμος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επομένως απορριπτέος κρίνεται και ο λόγος αυτός της ενδίκου εφέσεώς του, καθ' όσον, αφού κατά τα προαναφερθέντα η διαπραχθείσα από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα αδικοπραξία αποτελεί συνάμα και ποινικώς κολάσιμη πράξη που φέρει το χαρακτήρα της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, η ένδικη απαίτηση υπάγεται στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρ. 111 ΠΚ μακρότερη δεκαπενταετή παραγραφή, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί κατά τον παραπάνω χρόνο ασκήσεως (3.7.1998) της αγωγής.
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με όσα σχετικώς εξετέθησαν στις ανωτέρω νομικές σκέψεις, η εφαρμογή της μακρότερης παραγραφής δεν προϋποθέτει την ύπαρξη καταδικαστικής αποφάσεως ούτε την υποβολή σχετικής μηνύσεως από τους παθόντες αλλά αρκεί το γεγονός ότι υπάρχει αντικειμενικώς κολάσιμη πράξη.... . ...Στην ένδικη, εξ άλλου, περίπτωση με την υπ'αριθμόν.....απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη με την υπ'αριθμόν 2294/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου (με την οποία απορρίφθηκε η από 20.9.2001 αίτηση αναιρέσεως του ήδη εκκαλούντος κατ'αυτής), ο εναγόμενος - εκκαλών καταδικάσθηκε για την εις βάρος της ήδη εφεσιβλήτου πράξη της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από διαχειριστή ξένης περιουσίας - άρθρο 375 παρ. 1β ΠΚ - σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών...........Με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο της εφέσεώς του ο εκκαλών παραπονείται ότι μη ορθώς η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι υπεξήρεσε αυτός "δήθεν από την περιουσία της εναγούσης το ποσό των 10.485.745 δρχ και όχι 10. 000.000 δρχ περιλαβούσα και τους τόκους που παρεκράτησε κατά την προεξόφληση των επιταγών ο ρηθείς τοκογλύφος Ι.
Ν.". Ο λόγος αυτός ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και εκ τούτου κρίνεται απορριπτέος, καθ'όσον το αγωγικώς αιτούμενο από την ήδη εφεσίβλητη ποσό ζητείται όχι ως κεφάλαιο και τόκοι αλλ' ως εν συνόλω υπεξαιρεθέντα από τον ήδη εκκαλούντα από αυτή χρήματα. Ακολούθως των αμέσως ανωτέρω και όσων σχετικώς με τον τρίτο λόγο της εφέσεως είχε αβασίμως προβάλει ο εκκαλών περί πενταετούς παραγραφής (ισχυούσης εν προκειμένω της μακροτέρας παραγραφής της παραγράφου 2 του άρθρου 937 ΑΚ), οι ισχυρισμοί του ότι "οι τόκοι αυτοί είχαν ως αξίωση υποκύψει στην πενταετή παραγραφή" και ότι η αξίωση για ηθική βλάβη παραγράφεται ως αδικοπραξία μετά την πάροδο πενταετίας, κρίνονται ομοίως αβάσιμοι και απορριπτέοι".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο και ειδικότερα με το να δεχθεί ότι υπάρχει αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, με την μορφή της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και ότι συνεπώς οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, δεν παραβίασε, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω νομικές σκέψεις, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου- ενόψει του ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες-τις ως άνω θεμελιωτικές της ευθύνης του αναιρεσείοντα, ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ.1 και 2 ΠΚ, καθώς επίσης και εκείνες των άρθρων 937 ΑΚ και 111 ΠΚ, τα οποία [πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως έγιναν δεκτά] αρκούσαν για την εφαρμογή τους.
Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε α] ότι αποτελεί αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, με τη μορφή της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, η παράνομη ιδιοποίηση εκ μέρους του, του συνολικού ποσού των επιταγών που εισέπραξε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης και που ήταν ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης και με την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας, σε κάθε δε περίπτωση με την ιδιότητά του ως εντολοδόχου, β] ότι η εν λόγω αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελεί, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές του Εφετείου σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προξενηθείσα στην αναιρεσίβλητη ζημία και γ] ότι η αξίωση της ενάγουσας για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, υπόκεινται σε δεκαπενταετή παραγραφή η οποία είχε διακοπεί με την από 20-7-1990 εξώδικη όχληση και δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής [29-7-1998].
Ενόψει αυτών είναι αβάσιμοι: α] Ο πρώτος και ο έκτος λόγος με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔικ. β] Ο δεύτερος λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την πλημμέλεια του άρθρου 559αρ.11α'ΚΠ Δικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του άρθρου 393 ΚΠολΔικ, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε μαρτυρικές καταθέσεις, δεδομένου ότι η αξία των επιταγών υπερέβαινε το ποσό των 5.869,405 ευρώ, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, καθόσον η αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικοπραξιών.
γ] Ο τρίτος λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11γ'ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις προσκομισθείσες επιταγές που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει. Τούτο δε καθόσον από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "όλα τα επικαλούμενα και νομίμως από τους διαδίκους προσκομιζόμενα έγγραφα τα οποία χρησιμεύουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια, εφόσον επιτράπηκε η εμμάρτυρη απόδειξη" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται σαφής αναφορά τόσο στα "πινάκια εκχωρήσεως επιταγών" όσο και συγκεκριμένα στις μνημονευόμενες σ' αυτήν 58 επιταγές, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
δ] Ο τέταρτος λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απέδωσε σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο [τους μάρτυρες στη συγκεκριμένη περίπτωση], μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη. Τούτο δε καθόσον με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας την κατά νόμο, αξιοπιστία των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, χωρίς να προσδόσει σ'αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη, έναντι των εγγράφων.
Οι λοιπές δε, διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις, πλήττουν, απαραδέκτως, με την επίφαση του λόγου αυτού, την ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων. ε] Ο πέμπτος λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης.
στ] Ο έβδομος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλούμενος την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων, και συγκεκριμένα των οπισθογραφημένων επιταγών. Τούτο δε καθόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των παραπάνω εγγράφων, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε απλώς, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο τους με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Τέλος ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων επικαλείται ότι παραβιάσθηκε η ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 ν.5960/1933 "περί επιταγής", [που αναφέρεται στην μεταβίβαση της επιταγής με οπισθογράφηση] καθώς και ο έκτος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης καθώς και ότι αυτός δεν είχε την ιδιότητα του διαχειριστή, είναι απαράδεκτοι αφού πλήττουν την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.
Αντιθέτως, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσείων οφείλει τόκους υπερημερίας από την ημέρα που οχλήθηκε εξωδίκως από την αναιρεσίβλητη [20-7-1990], λόγω της κακουργηματικής μορφής της υπεξαίρεσης, απορρίπτοντας τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντα περί πενταετούς παραγραφής αυτών κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250,251,252,253,340 και 345 ΑΚ, αφού η αξίωση των τόκων υπόκειται πάντοτε σε πενταετή παραγραφή, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην υπό στοιχείο 3 πιο πάνω νομική σκέψη.
Έτσι όμως υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔικ, όπως βάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων με το σχετικό μέρος του έκτου αναιρετικού λόγου, ο οποίος πρέπει, κατά τούτο και μόνον, να γίνει δεκτός. Κατά το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔικ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από την διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως• προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας, δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο [ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 448/2005].Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στη κρινόμενη περίπτωση.
Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και δικασθεί η έφεση από το παρόν δικαστήριο, πρέπει να γίνει αυτή δεκτή και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτελέσεως, ακολούθως δε να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος της η αγωγή της ενάγουσας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει:
α] το ποσό των 30.772 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 1-8-1993 β] το ποσό των 2.935 ευρώ από της επιδόσεως της αγωγής. Τέλος ο εναγόμενος-αναιρεσείων ως ηττηθείς, πρέπει να καταδικασθεί στην μερική δικαστική δαπάνη της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας αλλά και για την παρούσα διαδικασία, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1950/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά ένα μέρος της.
ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει επί της εφέσεως κατά της 8041/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την πιο πάνω εκκαλουμένη.
ΔΕΧΕΤΑΙ μερικώς την από 29-7-1998 αγωγή της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο να καταβάλει σ'αυτήν α] το ποσό των τριάντα χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα δύο [30.772 ] ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 1/8/1993, β] το ποσό των δύο χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα πέντε [2.935] ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα-εναγόμενο, στην μερική δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης -ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για την παρούσα διαδικασία, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 27η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22α Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ