Legislator Case Law & Legislation
1628/2012 AI generated

1628/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1628/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4, 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Legislator headnote

AI generated

1628/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία του αναιρεσείοντα, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1628 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1628/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Λ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Κ. του Γ., ήδη συζ. Δ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Οκτωβρίου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5415/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4311/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4, 498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση από τη με αριθμό 9722β/5-3-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης, από 16-1-2012, αίτησης του αναιρεσείοντα, για αναίρεση της 4311/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την κάτω από αυτήν, από 23-1-2012 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμος, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, η οποία δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Αθανασίου Θάνου, επισπεύδει τη συζήτηση, νομίμως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, στη δηλωθείσα με τη κρινόμενη αίτηση κατοικία του, με θυροκόλληση με την παρουσία του μάρτυρα Ε.

Έ., καθόσον αν και αναζητήθηκαν δεν βρέθηκαν σ' αυτήν ο ίδιος, ούτε άλλο από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 128 παρ. 1 ΚΠολΔ, και τη εν συνεχεία 1) παράδοση την ίδια ημέρα αντιγράφου της αίτησης αυτής στον Προϊστάμενο του Α/Τ Εξαρχείων στη περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η κατοικία του, όπως βεβαιώνεται με την υπό ιδία ημερομηνία απόδειξη παραλαβής του αρμοδίου οργάνου και 2) αποστολή με το ταχυδρομείο της ειδοποίησης για το έγγραφο που επιδόθηκε, όπως βεβαιώνεται στην από 5-3-2012 απόδειξη του αρμοδίου υπαλλήλου του ταχυδρομικού γραφείου, επί της ..., αρ.5, Γ.

Χ. που παρέλαβε την ειδοποίηση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 128 παρ. 4 εδ. α, β, και γ ΚΠολΔ. Πλην όμως ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση στην αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντιθέτως στη δήλωση αυτή προέβη η αναιρεσίβλητη, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της.

Επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει, παρά την απουσία του αναιρεσείοντα, κατ' άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των γαμικών διαφορών, υπ' αριθ. 4311/ 2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου , η οποία απέρριψε την από 22-12-2010 έφεση του αναιρεσείοντα κατά της 5410/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία απαγγέλθηκε η λύση του γάμου των διαδίδων, λόγω του τεκμαιρομένου, από τη διετή διάσταση των συζύγων, χωρίς πρόθεση επανασυμβίωσης, ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης.

Η αίτηση, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ) 3.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του ΑΚ 1438, 1439 παρ.3, όπως η τελευταία παράγραφος ισχύει, από 26-11-2008, μετά την τροποποίηση της, με το άρθρο 14 ν. 3719/2008 και 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως των συζύγων, που τεκμαίρεται αμάχητα από την διετή διάσταση τους, αρκεί να αναφέρεται σ' αυτήν ότι οι διάδικοι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση η οποία διήρκεσε συνεχώς επί μία διετία, υπολογιζόμενη αναδρομικώς από το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής.

Άλλη περαιτέρω εξειδίκευση του νομικού όρου "διάσταση" δεν είναι απαραίτητη και συγκεκριμένα δεν απαιτείται η ειδική αναφορά του ψυχικού στοιχείου, ότι δηλαδή υφίσταται βούληση των διισταμένων συζύγων να αποστούν της έγγαμης σχέσεως, αφού με τον όρο αυτό νοείται τόσο η φυσική όσο και η ψυχική αποξένωση των συζύγων με τη θέληση να μη έχουν πλέον κοινωνία βίου καθώς επίσης ότι συνεπεία της διαστάσεως κλονίσθηκε τόσο ισχυρά η έγγαμη σχέση, ώστε αυτή κατέστη αφόρητη, αφού επί διετούς διαστάσεως ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης, που συνιστά αυτοτελή λόγο διαζυγίου, τεκμαίρεται αμάχητα Ούτε, εξάλλου, είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η λύση του γάμου λόγω διετούς διάστασης, και άλλα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να συνάγεται ότι συντρέχουν αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης συμβίωσης γεγονότα σχετιζόμενα με το πρόσωπο του εναγομένου συζύγου ή και των δυο συζύγων, που να δικαιολογούν τη διάσπαση της (έγγαμης συμβίωσης), καθόσον τέτοια περιστατικά είναι αναγκαία για την θεμελίωση της αγωγής που ερείδεται στην παρ. 1 της εν λόγω διατάξεως.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή ενστάσεως, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ένστασης, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής διαζυγίου, που επισκοπείται παραδεκτά, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, η αναιρεσίβλητη ζήτησε τη λύση του γάμου με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για το λόγο ότι βρίσκονται σε διάσταση, με πρόθεση διακοπής της έγγαμης σχέσης, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών, αρχόμενο από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005, από την οποία (διάσταση) τεκμαίρεται αμάχητα ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη αφού περιέχει όλα τα κατά το νόμο, από τις προαναφερόμενες διατάξεις 1439 εδ. γ ΑΚ και 216 ΚΠολΔ, στοιχεία. Κατά συνέπεια, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχτηκε ότι η αγωγή με το πιο πάνω περιεχόμενο και αίτημα είναι ορισμένη και απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο τελευταίος υπέβαλε παράπονο για τη μη απόρριψη της αγωγής ως αόριστης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που οι προμνησθείσες διατάξεις, απαιτούν για τη θεμελίωση της αγωγής και δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 14 ΚΠολΔ, τις οποίες ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως του, κατ' ορθή εκτίμηση, του δικογράφου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 221 παρ. 1 και 222 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες η κατάθεση της αγωγής συνεπάγεται, μεταξύ των άλλων, και την εκκρεμοδικία, μετά την επέλευση της οποίας και κατά τη διάρκεια αυτής δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου, κατόπιν μεταγενέστερης αγωγής, νέα δίκη, για την ίδια διαφορά, ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους, συνάγεται ότι, για να υπάρξει εκκρεμοδικία δεν αρκεί η ταυτότητα του αιτήματος των δυο αγωγών, αλλά απαιτείται και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, η οποία, προκειμένου περί αγωγών διαζυγίου, δεν συντρέχει, όταν καθεμιά από αυτές στηρίζεται σε διαφορετικό λόγο διαζεύξεως, με συνέπεια η ένσταση εκκρεμοδικίας της αγωγής, που στηρίζεται στο άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, να μη μπορεί να εμποδίσει τη συζήτηση της άλλης αγωγής που βασίζεται στη διάταξη της παρ. 3 του ίδιο άρθρου, οπότε οι δίκες διεξάγονται παράλληλα και ο γάμος θα λύεται με την απόφαση, η οποία θα γίνεται αμετάκλητη πρώτη Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε ότι από την προγενέστερη αγωγή της αναιρεσίβλητης (από 13-10-2005), με την οποία ζητούσε τη λύση του γάμου της με τον αναιρεσείοντα, με επίκληση περιστατικών που συνιστούν λόγο διαζυγίου κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ (ισχυρός κλονισμός που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου), δεν δημιουργείται εκκρεμοδικία για την ένδικη αγωγή, με την οποία η ίδια ζήτησε τη λύση του γάμου με βάση την διετή διάσταση και κατά συνέπεια δεν ήταν απαράδεκτη η ερευνά της.

Στη συνέχεια δε απέρριψε μετ' επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, τον αντίθετο περί εκκρεμοδικίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που είχε προβάλλει πρωτοδίκως και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη κήρυξης παρά τον νόμο απαραδέκτου και ο δεύτερος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν, όμως, πράγματα, κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης, εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, οι αλυσιτελείς, οι επουσιώδεις ισχυρισμοί, καθώς και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί η μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως. Ακόμη ο λόγος αναιρέσεως αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ των πραγμάτων, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδεχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που είχαν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, τον νομίμως προταθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην κατ' έφεση δίκη με λόγο εφέσεως, ισχυρισμό του για την εκ μέρους της αντιδίκου του καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, και συνακόλουθα κατέληξε σε επιζήμιο γι' αυτόν αποτέλεσμα. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τούτο διότι από την παραδεκτή, κατά άρθρο 561 παρ. 2 επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως μη νόμιμο.

6. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία ή δεν προκύπτουν σαφώς, από την απόφαση, τα περιστατικά, που απαιτούνται από το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή όταν οι αιτιολογίες αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο, εξάλλου, αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών στοιχείων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Ούτε είναι αναγκαίο, καθόσον διάταξη δεν το επιβάλλει, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου των αποδεικτικών στοιχείων. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς δεν αποτελούν αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης να επιδέχεται αυτή μομφή για την αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561§1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμιά από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση όπως από αυτήν προκύπτει, δέχτηκε, όσον αφορά την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, μετά την κατά νόμο εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο σύμφωνα με τους Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας στη Γλυφάδα Αττικής στις 6-7-2002. Από το γάμο τους αυτό απέκτησαν ένα τέκνο, τον Π., ηλικίας σήμερα 8 ετών. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων έχει διακοπεί με πρόθεση του εναγόμενου και ήδη εφεσίβλητου να μην έχει "κοινωνία βίου" από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2005, που αυτός αποχώρησε από τη συζυγική οικία, επί της οδού ..., αριθ. 9, στο ... και εγκαταστάθηκε σε χωριστή κατοικία και από τότε οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς μέχρι της πρώτης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζητήσεως της κρινόμενης αγωγής (17-5-2010).

Συνεπώς, αφού οι διάδικοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο και πλέον έτη, ο κλονισμός της έγγαμης σχέσης τους, τεκμαίρεται αμάχητα και η κρινόμενη αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και είχε λυθεί ο γάμος των διαδίκων, για τον πιο πάνω λόγο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αναφέρονται με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία συνέτρεχαν οι όροι του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση.

Επομένως ο τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης με τον οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτόν, κατά το άλλο μέρος του, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 ΚΑΙ 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 16-1-2012 αίτηση του Δ. Λ. του Π., για αναίρεση της 4311/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ