Supreme Court allows appeal against appellate court decision for insufficient and contradictory reasoning regarding company dissolution and asset valuation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's decision to dissolve a company and determine partner shares. The appellant argued that the lower court's reasoning regarding the company's dissolution and the valuation of its intangible assets was insufficient and contradictory to its final ruling. Consequently, the Supreme Court annulled the contested judgment and remanded the case for retrial by a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 93 para. 3 of the Constitution: An appeal is admissible if the decision lacks legal basis due to insufficient or contradictory reasoning on matters affecting the case outcome, requiring the lower court to justify the application of relevant statutes.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1628 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1628/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β. ΕΠΕ ΕΜΠΟΡΙΚΗ - ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ -ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ - ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Κούτη.
Του αναιρεσιβλήτου: Χ.Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Σούρλα.
Κοινοποιούμενη και στους προσθέτως παρεμβάντες εταίρους: 1.Α.Γ. και 2. Ε.-Η. Π. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο υπέβαλε αίτημα αναβολής της υποθέσεως σε άλλη δικάσιμο για τους λόγους που ανέπτυξε. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιανουαρίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείου Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7162/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 342/2008, 909/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Ιουνίου 2009 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 7 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος, ο τρίτος και ο τέταρτος, ως προς το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι (πρώτος και τέταρτος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως).
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες ( Ολ. ΑΠ 30/1997, Ολ.
ΑΠ 28/1997 ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 2 του ν. 3190/1955 "περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης", κάθε εταίρος μπορεί να εξέλθει από την εταιρεία για σπουδαίο λόγο με απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών, και ήδη του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ.
ΚΠολΔ, κατ' άρθρο 3 παρ. 2 Εισ.Ν.ΚΠολΔ, το οποίο μάλιστα τέμνει οριστικά τη συγκεκριμένη διαφορά, καθόσον δεν πρόκειται για τοιαύτη των ασφαλιστικών μέτρων, αλλά τηρείται η εν λόγω διαδικασία με σκοπό την ταχύτερη εκδίκαση της και ως εκ τούτου επιτρέπονται κατά της απόφασης που εκδίδεται τα ένδικα μέσα της εφέσεως και της αναιρέσεως ( Ολ.
ΑΠ 754/1986, ΑΠ 1205/1986, ΑΠ 1071/1996). Με την ίδια απόφαση προσδιορίζεται και η αξία της μερίδας συμμετοχής του εξερχόμενου εταίρου, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 29 του ίδιου ως άνω νόμου. Στη παρ. 1 του τελευταίου αυτού άρθρου προβλέπεται ότι στο καταστατικό δεν μπορεί να ορίζεται ότι απαγορεύεται η μεταβίβαση του εταιρικού μεριδίου λόγω θανάτου ή προικός, μπορεί όμως να ορίζεται, στις περιπτώσεις αυτές, ότι το μερίδιο θα εξαγοράζεται από πρόσωπο υποδεικνυόμενο από την εταιρεία, στην πραγματική του αξία, που προσδιορίζει ο Πρόεδρος Πρωτοδικών (ήδη Μονομελές Πρωτοδικείο).
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 22, 41 και 42 του ίδιου ως άνω νόμου (3190/1955), καθώς και εκείνες των άρθρων 42α, 42δ, 43 και 43α του κ.ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", που εφαρμόζονται αναλόγως, προκύπτει ότι ο εξερχόμενος της εταιρείας εταίρος δικαιούται να λάβει την πραγματική αξία των μεριδίων του, η οποία υπολογίζεται για την περίπτωση εξόδου του απ' αυτήν για σπουδαίο λόγο, κατά το χρόνο συζητήσεως της σχετικής αιτήσεως στο Μονομελές Πρωτοδικείο.
Η ανωτέρω πραγματική αξία της μερίδας συμμετοχής, σε αντιδιαστολή με την ονομαστική αξία που προκύπτει από το καθοριζόμενο στο καταστατικό ελάχιστο ποσό μερίδας συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο, προσδιορίζεται λογιστικώς με βάση την καθαρή εταιρική περιουσία, η οποία διαιρούμενη με τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων δίνει την αξία καθενός απ'αυτά (μερίδια).
Όμως, η αξία της πραγματικής μερίδας του εξερχόμενου από την εταιρεία εταίρου, δεν εξάγεται μόνο με βάση τον κατά τον χρόνο της εξόδου ενδεικτικώς αναγραφομένων στον ετήσιο ισολογισμό μεμονωμένων στοιχείων της επιχείρησης, αλλά και από άλλα στοιχεία, όπως αφανή αποθεματικά και άϋλα αγαθά, δηλαδή φήμη, πελατεία, επωνυμία, σήμα, καθώς και από εκκρεμείς υποθέσεις, ζημίες προηγούμενων χρήσεων, υποχρεώσεις προς τρίτους κλπ, και συγκεκριμένα ο λογιστικός προσδιορισμός της περιουσίας της εταιρείας θα γίνει, προκειμένου να καθορισθεί η καθαρή μερίδα του εξερχόμενου εταίρου, βάσει του ενεργητικού και παθητικού που παρουσιάζει η εταιρεία κατά τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως του τελευταίου στο Μονομελές Πρωτοδικείο για την έξοδο του απ' αυτήν για σπουδαίο λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, βάσει των αποδεικτικών μέσων που συνεκτίμησε και αναφέρονται σ' αυτήν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: " Η ενταύθα εδρεύουσα διάδικος εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Β. ΕΠΕ - Εμπορική, Βιοτεχνική, Κατασκευαστική Εταιρία Εξαρτημάτων Πλοίων - Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης", συστάθηκε με το υπ' αριθμό ...
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αγγέλου Γοργία, που δημοσιεύθηκε στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό ... και στο ΦΕΚ ... (τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), με μοναδικούς εταίρους και συνδιαχειριστές τους λοιπούς διαδίκους (Χ. Σ., Α. Γ. και Ε.Π.), που συμμετέχουν κατ' ίσα μέρη (έκαστος κατά το ένα τρίτο) στο εταιρικό κεφάλαιο, το οποίο ανέρχεται σε 839.970,00 Ευρώ και διαιρείται σε 27.999 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας καθενός 30,00 Ευρώ.
Οι παραπάνω εταίροι συμμετέχουν στο εταιρικό κεφάλαιο με μία μερίδα συμμετοχής έκαστος που αντιπροσωπεύει 9333 εταιρικά μερίδια και αντιστοιχεί σε 279.990,00 Ευρώ. Το καταστατικό της εν λόγω εταιρίας, όπως ισχύει σήμερα, περιέχεται στην Πράξη υπ' αριθμ. ... της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίνας Καραγιαννοπούλου-Ποθητού και έχει καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία του Πρωτοδικείου Πειραιώς με αριθμό ..., ενώ περίληψη του δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ... (τεύχος Α.Ε.
και Ε.Π.Ε.). Ως αντικείμενο δραστηριότητας (σκοπός) της παραπάνω εταιρίας έχει ορισθεί η κατασκευή, επισκευή, μεταποίηση και εμπορία θαλάσσιων σκαφών διαφόρων τύπων, καθώς και εξαρτημάτων πλοίων, μεταξύ των άλλων και επωτίδων, αλλά και γενικά σιδηροκατασκευές, που περιλαμβάνουν τη συντήρηση συσκευών και μηχανισμών σωστικών μέσων σκαφών.
Στην οδό ..., που είναι η έδρα της εν λόγω εταιρίας, αυτή, προς υλοποίηση του σκοπού της, εγκατέστησε τα γραφεία της, στον ίδιο δε χώρο λειτουργούν οι βιοτεχνικές-βιομηχανικές εγκαταστάσεις παραγωγής, συντηρήσεως και αποθηκεύσεως. Η επιχείρηση λειτούργησε ομαλά επί σειρά ετών με σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ των εταίρων και συνδιαχειριστών της εταιρίας.
Οι σχέσεις αυτές, εν τούτοις, διαταράχθηκαν σοβαρά κατά τα τελευταία έτη (κυρίως μετά το 2001), τούτο δε είχε ως συνέπεια τον περιορισμό των εργασιών της εταιρίας, τη μεταβίβαση σε τρίτους σημαντικού τμήματος του εξοπλισμού της και της υλικοτεχνικής υποδομής της, παράλληλα δε αυτή έπαυσε να απασχολεί το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της και όλοι οι εταίροι ήδη συνεργάζονται ή παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, ο αιτών Χ.Σ. έγινε μέτοχος μειοψηφίας και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Α.Ε.Β.Ε.", που έχει την έδρα της ..., με συναφές αντικείμενο δραστηριότητας στα είδη και μέσα ναυτιλίας. Στην εν λόγω εταιρία, κύριος μέτοχος της οποίας είναι ο Ν.Σ., υιός του αιτούντος και πρώην εργαζόμενος στην καθ' ής, η τελευταία πώλησε και παρέδωσε τμηματικά κατ' έτος 2006 είδη του μηχανολογικού της εξοπλισμού, συνολικής αξίας υπερβαίνουσας τα 20.000,00 ευρώ.
Ελέχθη ήδη ανωτέρω ότι οι σχέσεις των εταίρων έχουν εισέλθει κατά τα τελευταία έτη σε στάδιο σκληρής δοκιμασίας, που περιλαμβάνει και δικαστικές διενέξεις σχετιζόμενες με την εταιρική τους ιδιότητα και δράση. Συντρέχει, επομένως, σπουδαίος λόγος, που δικαιολογεί την έξοδο του αιτούντος από την εταιρία, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του, περί της οποίας κρίσεως ουδέν παράπονο διατυπώνεται με τις ένδικες εφέσεις των διαδίκων.
Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι η υπόψη εταιρία "Β. Ε.Π.Ε.", δεν έχει λυθεί, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί, έστω και περιορισμένα, διατηρώντας το ακίνητο της στην οδό ..., που αποτελεί το σπουδαιότερο περιουσιακό της στοιχείο. Πρόκειται για οικόπεδο, εμβαδού 1191,90 τετραγωνικών μέτρων, με τριώροφο κτίριο και παλαιό ισόγειο μηχανοστάσιο, αλλά και τρία μικρά βοηθητικά βιοτεχνικά κτίσματα, που όλα κατασκευάσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1989-1997.
Το ισόγειο του κτιρίου περιλαμβάνει κατάστημα, εμβαδού 165,24 τετραγωνικών μέτρων, με μικρό πατάρι στο πίσω τμήμα του, εμβαδού 51,00 τετραγωνικών μέτρων, που δεν καλύπτεται από οικοδομική άδεια. Στο ισόγειο επίσης, υπάρχει η κύρια είσοδος του κτιρίου, ελεύθερη στοά για την είσοδο στο μηχανοστάσιο και τα βοηθητικά κτίσματα του μηχανοστασίου.
Ο ημιώροφος αποτελείται από κλιμακοστάσιο (15,50 τ.μ.), γραφειακούς χώρους (31,99 τ.μ.) και αποθηκευτικούς χώρους 58,56 τ.μ.). Οι βιοτεχνικοί βοηθητικοί χώροι του μηχανοστασίου είναι τρεις, συνολικής επιφάνειας 57,28 τ.μ. Ο πρώτος και δεύτερος όροφος της κύριας οικοδομής περιλαμβάνουν τα κλιμακοστάσια και μια ενιαία (ημιτελή) αίθουσα 110,00 τετραγωνικών μέτρων σε κάθε όροφο (στο βόρειο τμήμα τους) και κατά το υπόλοιπο γραφειακούς χώρου επιφάνειας 139,00 τετραγωνικών μέτρων σε κάθε όροφο.
Το μηχανοστάσιο, που επεκτείνεται στο υπόλοιπο τμήμα του οικοπέδου, καταλαμβάνει και 357,57 τετραγωνικά μέτρα του υποχρεωτικού ακάλυπτου χώρου, ενώ η υπόλοιπη (νομιμοποιημένη) επιφάνεια του είναι 504,71 τ.μ. Μέσα στο νομιμοποιημένο τμήμα του μηχανοστασίου υπάρχουν βοηθητικά κτίσματα, εμβαδού 57,28 τετραγωνικών μέτρων, προς χρήση των εργαζομένων.
Η αξία αυτού, μετά από στάθμιση και αξιολόγηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, υπολογίζεται ότι ανερχόταν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της επ' ακρατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (22.2.2007), που εκτιμάται ότι δεν έχει μεταβληθεί μέχρι σήμερα, στο ποσό των εννιακοσίων χιλιάδων (900.000,00) ευρώ.
Ως προς την αποτίμηση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας "Β. Ε.Π.Ε.", περί των οποίων έγινε λόγος στην παραπάνω νομική σκέψη της παρούσης αποφάσεως, οι απόψεις των διαδίκων μερών, αλλά και των εξετασθέντων απ' αυτούς μαρτύρων, είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Από τη στάθμιση και αξιολόγηση του συνόλου των εκατέρωθεν επικαλούμενων και προσκομιζόμενων αποδεικτικών στοιχείων, εν τούτοις, προκύπτει ότι η υπ' όψη εταιρία, όπως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, έχοντας πραγματοποιήσει πολυετή επιτυχημένη επιχειρηματική πορεία, εισήλθε κατά τα τελευταία έτη (κυρίως μετά το 2001) σε περίοδο κάμψεως, η οποία συνοδεύτηκε και από έντονη κρίση στις σχέσεις των εταίρων, που αποτελεί άλλωστε, τη βασική αιτία της δυσμενούς αυτής εξελίξεως.
Με βάση όλα τα παραπάνω μπορεί να εξαχθεί το ασφαλές συμπέρασμα ότι η πραγματική αξία των υπολοίπων (πέραν του προαναφερθέντος ακινήτου) περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, περί της οποίας γίνεται εδώ λόγος, ανερχόταν κατά τον χρόνο της επ' ακροατηρίου συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (22.2.2007), που δεν έχει μεταβληθεί μέχρι σήμερα, στο συνολικό ποσό των οκτακοσίων χιλιάδων (800.000,00) ευρώ, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την αυτή, ως άνω, αν και πιο συνοπτική αιτιολογία, απόφαση, ώστε οι περί του αντιθέτου λόγοι των υπό κρίση εφέσεων των διαδίκων, που σχετίζονται με την ουσιαστική αυτή κρίση (τέταρτος λόγος της εφέσεως του αιτούντος και υπόλοιποι τρεις λόγοι της εφέσεως της πρώτης των καθ' ών) ελέγχονται ως αβάσιμοι κατ' ουσία και πρέπει να απορριφθούν.
Συνακόλουθα προκύπτει ότι η συνολική πραγματική αξία της περιουσίας της εταιρίας "Β. ΕΠΕ" ανερχόταν κατά τον παραπάνω χρόνο στο ποσό των 1.700.000,00 ευρώ και η αξία της επίδικης μερίδας συμμετοχής του αιτούντος στο ποσό των 566.662,00 ευρώ (ήτοι 1.700.000,00 διά 27.999 εταιρικά μερίδια ίσον 60,716 ευρώ ανά εταιρικό μερίδιο επί 9333 μερίδια)".
Με βάση τα όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, απέρριψε στην συνέχεια τις αντίθετες συνεκδικαζόμενες εφέσεις των διαδίκων και επεκύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου ,-Δικαστηρίου, το οποίο είχε κρίνει ομοίως. Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, ότι για τον προσδιορισμό της αξίας της μερίδας συμμετοχής του αιτούντος την έξοδο του (αναιρεσίβλητου) από την αναιρεσείουσα εταιρία, πρέπει να προηγηθεί ο προσδιορισμός της πραγματικής αξίας της καθαρής εταιρικής περιουσίας, που γίνεται βάσει του ενεργητικού και παθητικού της εταιρίας κατά τον χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Εν τούτοις το Εφετείο κατέληξε στον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας της καθαρής εταιρικής περιουσίας και ακολούθως της μερίδας συμμετοχής του αιτούντος στην εταιρία, χωρίς να γίνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του καμιά αναφορά στο παθητικό της εταιρίας, αν δηλαδή υπήρχαν ή όχι ζημίες αυτής από προηγούμενες χρήσεις, αν αυτή είχε ή όχι υποχρεώσεις προς τρίτους κλπ, και σε καταφατική περίπτωση να προσδιορίσει τις τυχόν ζημίες και υποχρεώσεις προς τρίτους.
Πέραν όμως αυτού το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αξία των υπολοίπων περιουσιακών στοιχείων της αναιρεσείουσας εταιρίας , εκτός του αναφερομένου σ' αυτήν ακινήτου, ανέρχεται στο ποσό των 800.000,00 ευρώ, χωρίς να κάνει καμιά αναφορά, σε τι συνίστανται τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας, ώστε να καθίσταται εφικτός ο προσδιορισμός της αξίας των τελευταίων, προκειμένου να μπορεί στη συνέχεια να οδηγηθεί στο προαναφερόμενο πόρισμα του.
Επίσης, ως προς τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της αναιρεσείουσας εταιρίας, το Εφετείο παραπέμπει τελείως ασαφώς στη μείζονα σκέψη, στην οποία αναφέρεται στα άϋλα αγαθά (φήμη, πελατεία κλπ), τα οποία ταυτίζει με "τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας", εκτιμώντας την αξία τους σε 800.000,00 ευρώ. Ωστόσο, βάσει των προηγηθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, δέχεται επί λέξει τα εξής: "Οι σχέσεις των εταίρων, διαταράχθηκαν σοβαρά κατά τα τελευταία έτη (κυρίως μετά το έτος 2001), τούτο δε είχε ως συνέπεια τον περιορισμό των εργασιών της εταιρίας, τη μεταβίβαση σε τρίτους σημαντικού τμήματος του εξοπλισμού της και της υλικοτεχνικής υποδομής της, παράλληλα δε αυτή έπαυσε να απασχολεί το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της και όλοι οι εταίροι ήδη συνεργάζονται ή παρέχουν τις υπηρεσίες τους και σε άλλες ομοειδείς επιχειρήσεις.
Ειδικότερα, ο αιτών Χ.Σ. έγινε μέτοχος μειοψηφίας και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. ΑΕΒΕ", στην οποία κύριος μέτοχος είναι ο υιός του Ν.Σ., πρώην εργαζόμενος της καθ' ής, η οποία πώλησε και παρέδωσε τμηματικά κατ' έτος 2006 είδη του μηχανολογικού της εξοπλισμού, συνολικής αξίας υπερβαίνουσας τα 20.000,00 ευρώ".
Η εταιρία (αναιρεσείουσα) "δεν έχει λυθεί, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί, έστω και περιορισμένα....". Η εταιρία..."εισήλθε κατά τα τελευταία έτη (κυρίως μετά το έτος 2001) σε περίοδο κάμψεως...". Οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αποκλείουν κάθε μελλοντική προοπτική και εξέλιξη της αναιρεσείουσας εταιρίας στο κλάδο που δραστηριοποιείται και οι οποίες είναι καθοριστικές για τον προσδιορισμό της φήμης και της πελατείας της τελευταίας, ως άϋλων αγαθών αυτής, αντιφάσκουν προς το τελικό πόρισμα της, τον προσδιορισμό δηλαδή της αξίας αυτών στο υπέρογκο ποσό των 800.000,00 ευρώ, το οποίο συνυπολογιζόμενο στην αξία των άλλων περιουσιακών της στοιχείων (ακινήτου), προσδιορίζει την μερίδα συμμετοχής του εξερχόμενου της εταιρίας εταίρου (αιτούντος -αναιρεσίβλητου).
Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο, εξ αιτίας των προαναφερόμενων ανεπαρκών και αντιφατικών, σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως αιτιολογιών, στέρησε αυτήν νομίμου βάσεως, καθόσον δεν δικαιολογείτα η εφαρμογή των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 22,29 παρ. 1 και 4, 33 παρ. 2, 41 και 42 του ν. 3190/1955, καθώς και αυτών των άρθρων 42α,42δ,43 και 43α του κ.ν. 2190/1920, που εφαρμόζονται αναλόγως, διατάξεις τις οποίες εκ πλαγίου παραβίασε, κατά το βάσιμο δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγο της αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 909/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθεί δε ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 909/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ