Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored evidence and misapplied law in tort damages case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision awarding damages for a tortious act. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence regarding witness details, document delivery, and technical reports, while the respondent maintained the judgment was legally sound. The court rejected these claims, ruling that the lower court properly weighed all evidence and that certain procedural objections were inadmissible or without merit.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11, 19, 8, 20 C.Pol.D.; The Supreme Court holds that an appeal based on omitted evidence is admissible only if the evidence was relevant and useful, and that procedural objections raised for the first time during evidence presentation are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1628 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1628/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Χ, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Διαούρτας.
Της αναιρεσιβλήτου : Ψ1, ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής ενάγουσας Ψ, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παντελή Κατσαντώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.05.1992 αγωγή της αποβιωσάσης αρχικής ενάγουσας Ψ, της οποίας μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος είναι η ήδη αναιρεσίβλητος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8193/1994 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 750/1996 και 3430/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10.06.2004 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 26/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 3430/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Εκδόθηκε η 2016/2007 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21.05.2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 23.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
O προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ουσιαστική βασιμότητα αυτού του λόγου αρκεί η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων αποδεικτικών μέσων.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, δικάσαν επί της απευθυνομένης προς την αναιρεσίβλητη εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία η αγωγή της πρώτης κατά της τελευταίας περί επιδικάσεως αποζημιώσεως λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας έγινε δεκτή, στην αρχή της δεύτερης (ελάσσονος) προτάσεως του νομικού συλλογισμού του βεβαιώνει ότι την αποδεικτική του κρίση, ως προς την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας και ως προς την αιτιωδώς με τη συμπεριφορά αυτή συνδεόμενη ζημία της αναιρεσίβλητης, διεμόρφωσε, μεταξύ άλλων, από "τα με αριθμούς πρωτ. 25681/1811/19-12-1991, 1344/250/2-2-1999 και 1380/252/4-2-1999 έγγραφα της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Δυτικής Αττικής που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη και τα λοιπά προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα".
Από τη βεβαίωση αυτή και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι συνεκτιμήθηκαν από το εφετείο αφενός τα ως άνω ρητώς μνημονευόμενα τρία έγγραφα και αφετέρου το υπ' αριθμ. πρωτ. 7883/18-6-2004 έγγραφο της ίδιας πιο πάνω Διευθύνσεως Πολεοδομίας και τα συνταχθέντα από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Α από 9-6-2004 τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα καλύψεως.
Η έλλειψη ρητής μνείας και ειδικής αξιολογήσεως των τριών τελευταίων εγγράφων στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς τη συνεκτίμησή τους από το Εφετείο, ενόψει των πραγματικών του διαπιστώσεων (παραδοχών), οι οποίες αναφέρονται πιο κάτω από τη διερεύνηση του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της μη λήψεως υπόψη των ανωτέρω εγγράφων, είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση περί μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο του επικουρικώς προβληθέντος ισχυρισμού της αναιρεσείουσας (εκκαλούσας), ότι οι διαστάσεις της μη δυνάμενης να οικοδομηθεί επιφάνειας του ανήκοντος στην αναιρεσίβλητη τμήματος του οικοπέδου είναι 2,80 Χ 3,75 μέτρα και όχι 3 Χ 4 μέτρα, ο λόγος αυτός, υπαγόμενος στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 8 β' ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως η αναιρεσείουσα δέχεται και από τα δικόγραφα της εφέσεως και των προτάσεών της προκύπτει, ο εκτεθείς ισχυρισμός δεν προεβλήθη με το εφετήριο αλλά με την προσθήκη των προτάσεών της.
ΙΙ.Με τον δεύτερο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, ψέγεται το εφετείο ότι στήριξε την κρίση του στις μαρτυρικές καταθέσεις "... παραβλέποντας την αποδεικτική δύναμη των παραπάνω δημοσίων εγγράφων...". Ο λόγος αυτός, υπαγόμενος, κατ' εκτίμηση, στη ρύθμιση του αριθμού 11γ' του ως άνω άρθρου, ταυτίζεται με τον πρώτο λόγο και, ως εκ τούτου, παρέλκει η εκ νέου εξέτασή του.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Η συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του συγκυρίου οικοπέδου, επί του οποίου έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία, για τη ζημία που προκαλεί στον άλλο συγκύριο, όταν, με την ανοικοδόμηση του συμβατικώς καθορισμένου γι' αυτόν οικοπεδικού τμήματος, αποκλείει ή δυσχεραίνει ουσιωδώς το δικαίωμα του άλλου συγκυρίου να ανεγείρει στο δικό του οικοπεδικό τμήμα κτίσμα αντίστοιχο προς το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του ενιαίου οικοπέδου. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δημιουργείται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Εν προκειμένω, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως αποδειχθέντα τα εξής: Οι διάδικοι είναι συγκύριες ενός, κείμενου στο ..., οικοπέδου εμβαδού 281,64 μ2, επί του οποίου έχει συσταθεί κάθετη ιδιοκτησία και του οποίου διακεκριμένα τμήματα εμβαδού 160 μ2 και 121,64 μ2 ανήκουν στην αναιρεσίβλητη και στην αναιρεσείουσα αντιστοίχως, με ποσοστά αναγκαίας συγκυριότητας 56,80% για την πρώτη και 43,20% για τη δεύτερη.
Στα διακεκριμένα αυτά τμήματα υπάρχουν κτίσματα, η δε αναιρεσείουσα, με βάσει τις 996/1988, 375/1990, 2852/19991 και 2853/1991 άδειες της Πολεοδομίας Δυτικής Αττικής, ανήγειρε στο δικό της τμήμα νέα οικοδομή καλύπτοντας την πρόσοψη του οικοπέδου, εκτός ενός διαδρόμου πλάτους 1,50 μέτρων και μήκους 10,50 μέτρων, ενώ, χωρίς προηγούμενη συμφωνία της με την αναιρεσίβλητη, τοποθέτησε το κλιμακοστάσιο στο πίσω μέρος του εν λόγω οικοπεδικού τμήματος, προκειμένου να καταστεί εφικτή η κατασκευή ενός επιπλέον δωματίου στην πρόσοψη.
Στην ανατολική πλευρά του κτηρίου της η αναιρεσείουσα δεν έχει αφήσει την προβλεπόμενη στα άρθρα 8 § 2 και 9 § 4 του ν. 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.) απόσταση Δ, ανερχόμενη σε 4,20 μέτρα, με συνέπεια να έχει την υποχρέωση εξασφαλίσεως της αποστάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη, σε περίπτωση ανεγέρσεως νέου κτηρίου στο δικό της οικοπεδικό τμήμα.
Οι εκ μέρους των αρχιτεκτόνων μηχανικών Β και Γ προτεινόμενες λύσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η λύση της ανεγέρσεως της οικοδομής σε επαφή με το κτίσμα της αναιρεσείουσας, έτσι ώστε να μην τηρηθεί η απόσταση Δ και να μην υπάρξει απώλεια καλύψεως, είναι "εξοντωτικές" για την αναιρεσίβλητη, αφού θα στερήσει την οικοδομή της από κάλυψη, δόμηση, θέα και αερισμό.
Εξάλλου, η δόμηση πέραν του τρίτου ορόφου είναι ασύμφορη, ενώ, προκειμένου να τηρηθεί η απόσταση Δ, η αναιρεσίβλητη πρέπει να "οπισθοχωρήσει" κατά τρία (3) μέτρα, με συνέπεια, λόγω του εκ τεσσάρων (4) μέτρων πλάτους του οικοπέδου, να στερηθεί επιφάνεια 12 μ2 (3 Χ 4) για κάθε όροφο και 36 μ2 για τους τρεις (3) ορόφους (3 Χ 12).
Η ανέγερση πέντε ορόφων είναι μη λειτουργική και αντιοικονομική, αφού, αν αφαιρεθεί το κλιμακοστάσιο και η τοιχοποιΐα, προκύπτει ένα δωμάτιο 15 μ2 κατά όροφο. Η αναιρεσίβλητη τοποθέτησε το κλιμακοστάσιο στο πίσω μέρος του οικοπεδικού της τμήματος, προκειμένου να μην απολέσει ένα δωμάτιο στην πρόσοψη. Εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας παραβιάσεως των πολεοδομικών διατάξεων από την αναιρεσείουσα, η αναιρεσίβλητη υπέστη ζημία ανερχόμενη σε 150.000 δραχμές κατά μ2 για κάθε όροφο και συνολικώς σε 5.400.000 δραχμές για τους τρεις ορόφους (3 Χ 12 = 36 Χ 150.000), ήτοι σε 15.847,40 ευρώ.
Ακολούθως, το εφετείο δέχθηκε εν μέρει την σχετική αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και επεδίκασε στην πρώτη το ποσό των 15.847,40 ευρώ. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερόμενων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και ιδίως ως προς την κατάφαση ή μη της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της προκληθείσας στην αναιρεσίβλητη ζημίας.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
IV. Με τον τέταρτο λόγο η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, προσάπτει στο εφετείο την πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται αιτιολογίας ως προς την απαγγελθείσα κατ' αυτής (αναιρεσείουσας) προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, επί αξιώσεως από αδικοπραξία, η απαγγελία προσωπικής κρατήσεως εναπόκειται στην κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου, η οποία δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου.
V. Με τον πέμπτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο εφετείο οι αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη α) την εκ του άρθρου 397 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε) απορρέουσα ένσταση, την οποία η αναιρεσείουσα προέτεινε κατά την εμμάρτυρη απόδειξη στον εισηγητή δικαστή και επανέφερε με τις προτάσεις της· στην έκκλητη δίκη, ότι δηλαδή στην από 12-12-1996 γνωστοποίηση της αναιρεσίβλητης δεν αναφέρονται τα πλήρη στοιχεία των γνωστοποιηθέντων προς εξέταση μαρτύρων αυτής, β) τον με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας στην έκκλητη δίκη προβληθέντα ισχυρισμό της περί μη επιδόσεως αντιγράφου της ένδικης αγωγής στον αρμόδιο διευθυντή της Δ.Ο.Υ. Αιγάλεω Αττικής και γ) την με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας προβληθείσα στο εφετείο ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της κρίσιμης αγωγής, την οποία (ένσταση) απέρριψε ως δήθεν εκπροθέσμως ασκηθείσα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως προς την πρώτη αιτίαση, διότι η μη πλήρης αναφορά των στοιχείων των γνωστοποιηθέντων μαρτύρων δημιουργεί απαράδεκτο μόνο εφόσον υπάρχει δικονομική βλάβη, τη συνδρομή της οποίας δεν επικαλείται εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, ως προς τη δεύτερη αιτίαση, διότι η παράλειψη της άνω επιδόσεως δεν επηρεάζει το παραδεκτό της αγωγής και ως προς την τρίτη αιτίαση, διότι, όπως έκρινε και το Εφετείο, η άνω ένσταση απαραδέκτως προεβλήθη για πρώτη φορά στη μετ' απόδειξη συζήτηση ενώπιόν του.
VI.Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ απορρέοντα έκτο λόγο ψέγεται το εφετείο ότι παρεμόρφωσε το περιεχόμενο των από 5-11-1991 και 25-11-1991 τεχνικών εκθέσεων των πολιτικών μηχανικών Δ και Ε. Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, την αποδεικτική του κρίση, ως προς τη μη τήρηση της αποστάσεως Δ εκ μέρους της αναιρεσείουσας, διαμόρφωσε το εφετείο από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξάρει ιδιαιτέρως τα ως άνω δύο έγγραφα. Επομένως, ανεξαρτήτως του αν οι εν λόγω τεχνικές εκθέσεις αποτελούν ή όχι έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-5-2007 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της 2016/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 14 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ