Legislator Case Law & Legislation
1627/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil court decision due to insufficient reasoning on fraud defense.

Case Number 1627/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a final civil judgment rendered in 2018. The appellant, a financial institution, argued that the lower court's decision was flawed because it rejected a fraud defense without providing sufficient factual reasoning. The court found that the lower court's reasoning was incomplete regarding this specific issue, which had a decisive impact on the case outcome. Consequently, the Supreme Court accepted the appeal, annulled the lower court's decision, and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must accept an appeal when the lower court's decision lacks sufficient reasoning on a substantive issue that decisively affects the outcome, thereby depriving the decision of a legal basis.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning fraud defense substantive law remand for retrial Code of Civil Procedure legal basis annulment of decision

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure
Article 560 paragraph 1 number 6 of the Code of Civil Procedure
Article 580 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 3 paragraph b of Law 3869/2010
Article 8 paragraph 6 section b of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1627 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1627/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Ρ. του Ε., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE" και ήδη "Τράπεζα Eurobank AE" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης εταιρείας παροχής πιστώσεων με την επωνυμία "HELLENIC POST CREDIT Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Πιστώσεων", που εδρεύει στην Παιανία Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αλεξανδρή, ενώ οι 2η, 3η, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2015 αίτηση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 909/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 421/2023, ΑΠ 94/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 1294/2022).

Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1338/2023, ΑΠ 993/2023, ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017). Στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ (ΑΠ 244/2023, ΑΠ1508/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. ....2022, ....2022, ....2022 και ....2022 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Ε. Δ. Α., που επικαλείται και προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείον ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ KAI ΔΑΝΕΙΩΝ", προκύπτει, όχι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 4.1.2022, (με αριθμ. κατάθ. 566/2/5.1.2022) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-10-2023) με κλήση για να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 Κ.Πολ.Δ., στις 2η, 3η, 4η και 5η των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω όμως ορισθείσα δικάσιμο (20.10.2023), κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ως άνω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Συνεπώς, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενες αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη δικάσιμο,αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των μη υποκειμένων σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση οριστικών αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή κατά το χρόνο κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως ορίζει το άρθρο 495 παρ.

του ιδίου κώδικα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 εδ. β' και 76 παρ. 1, 4 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι επί αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά μόνον όταν αυτή καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (Ολ. ΑΠ 18/2001). Η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά το άρθρο 564 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Επί αναγκαστικής ομοδικίας η επίδοση της πιο πάνω απόφασης στον αντίδικο από ένα μόνο αναγκαίο ομόδικο κινεί την προθεσμία της αναίρεσης και ως προς τους υπόλοιπους (ΑΠ 185/2022, ΑΠ 746/2019, ΑΠ 1836/2014). Η προθεσμία της άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης εφέσεως κατ' αυτής.

Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, υποκείμενη σε αναίρεση, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 553 παρ. 1 του K.Πολ.Δ., (ΑΠ 709/2007, ΑΠ 1000/2001).

Η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση, καθίσταται (αν δεν είναι κατά την έκδοση της) τελεσίδικη, αν έχει συντρέξει κάποια από ης αιτίες που ορίζει ο νόμος (παρέλευση της προθεσμίας της εφέσεως, παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση αυτής ή από το δικόγραφο της ασκηθείσης εφέσεως, εφόσον στην τελευταία περίπτωση έχει παρέλθει πλέον η προθεσμία προς άσκηση της).

Η τελεσιδικία ιης αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες σχετικές Εκθέσεις επιδόσεως ή από τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο επιδοθέν δικόγραφο σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 3 εδ. τελευταίο του Ν. 3869/2010 για την εκδίκαση της αιτήσεως του οφειλέτη προς ρύθμιση των χρεών του Εφαρμόζεται η διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 739 επ. του Κ.Πολ.Δ., κατά δε τη διάταξη του άρθρου 741 του Κ.Πολ.Δ. στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας εφαρμόζονται τα άρθρα 1 έως 590 του ιδίου Κώδικα, εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή. Τέλος, εφόσον στην αίτηση του οφειλέτη για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, αναφέρονται περισσότεροι πιστωτές και οι απαιτήσεις αυτών, αυτοί τελούν μεταξύ τους σε σχέση οιονεί αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1049/2017 και 1978/2017).

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμόν 909/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, η από 28.12.2015 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 6163/28.12.2015) αίτηση της πρώτης αναιρεσιβλήτου, για την υπαγωγή της στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010. Η ως άνω απόφαση εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ερήμην των 1ης, 3ης και 5ης των καθ' ων και ήδη 2ης, 4ης και 5ου εκ των αναιρεσιβλήτων ως προς τους οποίους (1η, 3η, 5η εφεσίβλητους) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν α ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δημοσιεύθηκε δε την 7.1.11018. Όπως προκύπτει από την έρευνα των διαδικαστικών εγγράφων, που επιτρεπτά επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, δεν έχει επιδοθεί στο αναιρεσείον και, συνεπώς, κατέστη τελεσίδικη την 7.1.2020.

Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε την 5.1.2022, όπως έχει ασκηθεί παραδεκτά κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους, περαιτέρω δε έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της νόμιμης προθεσμίας, που άρχισε την επομένη ημέρα μετά την λήξη της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως (7.1.2020) και έληγε την 7.1.2022, (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β 556, 558, 564 παρ. 3 566, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28.12.2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. 6163/28.12.2015) αίτησή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η 1η αναιρεσίβλητη επικαλούμενη ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των, προς τις καθ' ων η αίτηση - πιστώτριες τράπεζες, ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών της, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτήν σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το σχέδιο διευθετήσεως που υπέβαλε και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία της, ώστε, με την τήρηση της ρυθμίσεως, να επέλθει απαλλαγή της από το υπόλοιπο των χρεών της προς τις καθ' ων η αίτηση - πιστώτριες τράπεζες.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 909/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο αφού έκρινε ότι η αιτούσα-1η, αναιρεσίβλητη περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, όχι από δόλο, δέχθηκε εν μέρει την αίτησή της ως κατ' ουσίαν βάσιμη και: α) ρύθμισε τα χρέη της με μηνιαίες ισόποσες καταβολές ποσού 400 ευρώ διανεμόμενες συμμέτρως προς τις πιστώτριες τράπεζες, αρχής γενομένης το πρώτο τριήμερο εκάστου μηνός, ως πρώτου μηνός οριζομένου του πρώτου μετά τη δημοσίευσή της μήνα, υποχρεώνοντας συγχρόνως αυτήν να καταβάλει το ποσό που υπολείπεται από την προσωρινή ρύθμιση, από την κατάθεση της αιτήσεώς της μέχρι την έκδοση της απόφασης, σύμφωνα με τα άρθρα 5 παρ. 3 και 9 παρ. 5, μέσα σε ένα έτος από την λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παρ. 2 εντόκως με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας προσαυξημένο κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες, β) εξαίρεσε της εκποίησης την κυρία κατοικία της, και γ) επέβαλλε σε αυτήν την υποχρέωση να καταβάλλει συμμέτρως στις πιστώτριες τράπεζες για τη διάσωση, της (κατοικίας της) το ποσό των 281,60 ευρώ μηνιαίως επί δεκαπέντε (15) έτη, κατά το πρώτο τριήμερο εκάστου μηνός, αρχής γενομένης από τον πρώτο μήνα μετά την πάροδο τετραετίας από την κατάθεση της αίτησής της, εντόκως χωρίς ανατοκισμό, με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που θα ισχύει κατά τον χρόνο αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του (14.8.2015) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, εφόσον η ένδικη αίτηση της πρώτης αναιρεσιβλήτου, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών στις 28.12.2015, ήτοι μετά την αντικατάστασή του με τον ως άνω νόμο 4336/2015, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6- 2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από την προαναφερόμενη διάταξη, η οποία θεσμοθετεί, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου, το οποίο δεν έχει πτωχευτική ικανότητα, να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει επαρκή ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, η ύπαρξη του οποίου προτείνεται κατ' ένσταση από πιστωτή (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018 ΑΠ 735/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015).

Ως αδυναμία πληρωμών νοείται η ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη κατ' αρχάς το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να ανταπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας.

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Η αδυναμία πληρωμών του αιτούντος οφειλέτη πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης αυτού και της οικογενείας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα με την διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογενείας του.

Έτσι, η εξόφληση των πιστωτών, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν αυτή γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, και τούτο διότι η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών και η περίπτωση του οφειλέτη, ο οποίος ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του, οπότε θεωρείται, και σε αυτή την περίπτωση, ότι βρίσκεται αυτός σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.

Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1169/2022, ΑΠ 1162/2021, ΑΠ 1353/2021, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019). Όπως προελέχθη, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του.

Ο Ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 Α.Κ. με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή και στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης· επίσης όποιος γνωρίζει ότι με την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν αφίσταται αυτής.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ. ΑΠ 4/2010, Ολ. ΑΠ 8/2005, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή.

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στο δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λ.π.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του, ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις, που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στο βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο, σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδάφιο α' του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά I0 χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1174/2019). Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Συνεπώς, η εξαιτίας του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη, δεν είναι αναγκαίο να εμφανιστεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει και όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και όμως αποδέχεται το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του vouou ? δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπάλληλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (ΑΠ 539/2022, ΑΠ 1174/2019, ΑΠ 515/2018 ΑΠ 65/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1226/2014).

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017 ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 9 του Κ.Πολ.Δ. (ή του άρθρου 560 αριθμός 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 166/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 1353/2021).

Επιπροσθέτως, με τις διατάξεις του οικογενειακού δικαίου του Αστικού Κώδικα ορίζονται τα προστατευόμενα μέλη, δηλαδή ποια πρόσωπα έχουν εκ του νόμου δικαίωμα διατροφής έναντι του οφειλέτη. Στην έννοια του προστατευόμενου οικογενειακού μέλους κατ' ουσίαν εντάσσεται κάθε πρόσωπο που έχει αξίωση διατροφής από τον οφειλέτη και εξ αυτού του γεγονότος ο οφειλέτης επιβαρύνεται. Με τις διατάξεις των άρθρων 1389 επ. του AK ορίζεται, ότι οι σύζυγοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση για διατροφή τους και κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους. Κατά δε το άρθρο 1486 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα δικαίωμα διατροφής έχει, μεταξύ άλλων, και το ενήλικο τέκνο, που δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές του συνθήκες ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του. Ως εκ τούτου το ενήλικο τέκνο, που δεν δύναται να αυτοσυντηρηθεί, εμπίπτει στην έννοια του προστατευόμενου μέλους. Αντίθετα, δεν εμπίπτει στην έννοια αυτή το ενήλικο τέκνο, που είναι υγιές, δεν σπουδάζει και δεν βρίσκεται σε κατάσταση δικαιολογημένης ή χρόνιας ανεργίας.

Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 31/2009).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και υπήχθησαν στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως εάν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση του.

Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (5.1.2022), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ", κατά των προαναφερομένων αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα ουσιώδους επιρροής στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του' επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και άρα αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (με τον οποίο ταυτίζεται ουσιαστικά ο λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ) μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (με τον οποίο ταυτίζεται ο λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 550/2020, αΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 909/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αιτούσα, ηλικίας 60 χρόνων, είναι διαζευγμένη από το έτος 1991, από το γάμο της δε αυτό απέκτησε ένα τέκνο, ενήλικο σήμερα, το οποίο από το έτος 2010, σε ηλικία 33 ετών, παρουσίασε σοβαρά προβλήματα υγείας (ενδεικτικά αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ισχαιμικού τύπου) ενώ κρίθηκε ότι το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 67% χωρίς όμως να δικαιούται κρατικού επιδόματος.

Η ίδια εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στη Δ.Ο.Υ Ηλιούπολης με μηνιαίες πλέον αποδοχές της τάξης των 1.594 €. Παλαιότερα τα εισοδήματά της υπερέβαιναν τα 2.100€ μηνιαίως με μείωση αυτών από το έτος 2012 και εντεύθεν, όπως προκύπτει από τις φορολογικές δηλώσεις για τα οικονομικά έτη 2010-2016 και την πρόσφατη βεβαίωση μισθοδοσίας της.

Τις δανειακές της υποχρεώσεις ύφους κατά κεφάλαιο, κατά τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης, 77.000 €, με μηνιαία δόση άνω των 1.000 € πλήρωνε μέχρι και τα τέλη περίπου του έτους 2015, προβαίνοντας από το έτος 2012 που μειώθηκε ο μισθός της σε ρυθμίσεις, ευρισκόμενη έκτοτε, χωρίς δική της υπαιτιότητα, λόγω της μείωσης των εισοδημάτων και των σοβαρών οικογενειακών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει το παιδί της εδώ και χρόνια, σε αδυναμία προσηκουσών καταβολών, κατάσταση η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, απορριπτομένης έτσι της σχετικής περί δόλου ενστάσεως που προβλήθηκε από τις παριστάμενες πιστώτριες, ο οποίος δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα διαθέτει από ακίνητη περιουσία κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 100% ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 88 τμ που βρίσκεται στην Ηλιούπολη (...) ενώ από κινητή περιουσία διαθέτει δύο ΙΧΕ αυτοκίνητα έτους κυκλοφορίας 2004 και 1998, 1.586 κ.εκ και 1.396 κ. εκ αντίστοιχα.

Σε χρόνο δε προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη τα οποία τόσο αυτά προς τους ανέγγυους όσο και αυτά προς τους ενέγγυους πιστωτές κατά πλάσμα του νόμου, θεωρούνται με την κοινοποίηση της αίτησης ληξιπρόθεσμα και υπολογίζονται με την τρέχουσα αξία τους κατά το χρόνο κοινοποίησης αυτής, με εξαίρεση τα εμπραγμάτως ασφαλισμένα δάνεια, των οποίων ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης (αρθ. 6 παρ. 3 ν. 3869/10 όπως ισχύει με το ν. 4336/2015), συγκεκριμένα: 1) Από την Άλφα Τράπεζα ΑΕ δυνάμει της με αριθμό ...

σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφείλει με τόκους για την αιτία αυτή μέχρι και 14-12-2015, 3.059,44€ (οράτε την από 16-12-2015 βεβαίωση οφειλών της τράπεζας καθώς ανέλιξη της οφειλής με χρόνο κοινοποίησης της αίτησης [30-12-2015] δεν υπάρχει). 2) Από την Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης καταναλωτικού δανείου οφείλει με τόκους για την αιτία αυτή μέχρι και 11-12-2015, 12.166,66€ (οράτε την από 11-12-2015 βεβαίωση οφειλών της τράπεζας καθώς ανέλιξη της οφειλής με χρόνο κοινοποίησης της αίτησης [30-12-2015] δεν υπάρχει). 3)Από την Eurobank Ergasias ΑΕ δυνάμει της με αριθμό ...

σύμβασης καταναλωτικού δανείου, οφείλει με τόκους για την αιτία αυτή μέχρι και 27-11-2015, 10.875,67€ (οράτε την από 27-11-2015 βεβαίωση οφειλών της τράπεζας καθώς ανέλιξη της οφειλής με χρόνο κοινοποίησης της αίτησης [30.12.2015] δεν υπάρχει).4) Από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης επισκευαστικού ενυπόθηκου δανείου οφείλει μέχρι και 25-10-2017, 51.603,83€ και δυνάμει της με αριθμό ...

σύμβασης επισκευαστικού δανείου οφείλει μέχρι και 31-12-2015, 1.940,88 € (οράτε τις από 27-10-2017 και 15-12- 2015 δύο βεβαιώσεις οφειλών του Ταμείου με τον επισυναπτόμενο για τη 2η βεβαίωση πίνακα δόσεων) και 5) Από την Hellenic Post Credit δυνάμει της με αριθμό ... σύμβασης πιστωτικής κάρτας, οφείλει με τόκους για την αιτία αυτή μέχρι και 15-12-2015, 3.818,62 € (οράτε το από 15-12-2015 αντίγραφο μηνιαίου λογαριασμού και την από 19-1-2016 βεβαίωση οφειλών της τράπεζας).

Το συνολικό λοιπόν ποσό που οφείλει στις πιστώτριες τράπεζες η αιτούσα ανέρχεται στα 83.465,10 €. Εξαιρείται δε από την εκποίηση, εφ' όσον προβάλλεται σχετικό αίτημα, μετά το οποίο αυτή είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο, η κύρια κατοικία της, ήτοι το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 88 τ.μ. που βρίσκεται στην Ηλιούπολη (...) η οποία της ανήκει κατά πλήρη κυριότητα και σε ποσοστό 100%, αντικειμενικής αξίας 63.360 € (οράτε ΕΝΦΙΑ έτους 2017), αφού η αξία του δεν υπερβαίνει το όριο του αφορολογήτου ποσού για διαζευγμένο φορολογούμενο προσαυξημένο κατά 50% όπως απαιτεί ο νόμος για την εξαίρεσή του από την εκποίηση, ενώ δεν κρίνονται σκόπιμα προς εκποίηση τα αυτοκίνητα λόγω της ευτελούς τους αξίας.

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του Ν. 3869/10 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2 και 9 παρ. 2 όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4336/2015". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη της αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης ρύθμισε τα χρέη αυτής και εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία της, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής οριζόμενα.

Κρίνοντας, όμως, έτσι, το ως άνω δικαστήριο, διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ανεπαρκείς αιτιολογίες με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται μεν τα μηνιαία (όχι καθαρά) εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης (1594 ευρώ), όχι όμως και οι βασικές, τουλάχιστον, βιοτικές ανάγκες της ιδίας και της οικογένειάς της (συνοικούντος ενηλίκου τέκνου της), προκειμένου να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων της (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες της για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η αναιρεσείουσα - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης.

Διότι, αφού δεν προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων της (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της ιδίας και του ως άνω προστατευόμενου μέλους της οικογένειάς της, δηλ.

για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 1208/2017), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν η αναιρεσείουσα - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010, ή αν, αντίθετα, τα εισοδήματά της δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής.

Ι\/Ιε άλλα λόγια, ενώ το δικαστήριο δέχεται ότι τα αναγραφόμενα κατά μήνα εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανέρχονταν, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της απόφασης στο ποσό των 1594 ευρώ (δεν εκτίθενται τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα της αιτούσας κατά τα έτη ανάληψης των δανείων, ούτε ο χρόνος λήψης των δανείων έστω και χρονικά σε έτος πριν την κατάθεση της ένδικης αίτησης, ούτε προσδιορίζεται το έτος του ως άνω εισοδήματος, ούτε οι αναγκαίες δαπάνες αξιοπρεπούς διαβίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης-αιτούσας και του υιού της ως προστατευομένου εκ μέρους της μέλους, ούτε αιτιολογείται η ανάγκη προστασίας και διατροφής του εκ μέρους της (πλην της αναφοράς ότι κρίθηκε το ποσοστό της αναπηρίας του σε 67% και ότι δεν δικαιούται κρατικού επιδόματος, δεν αναφέρεται αν διαθέτει εισοδήματα προς εξασφάλιση των δαπανών διατροφής και συντήρησής του), ούτε προσδιορίζεται το ύψος των μηνιαίων υποχρεώσεων της πρώτης αναιρεσίβλητης-αιτούσας για την εξυπηρέτηση των δανείων και καρτών της (αναφέρεται αορίστως ότι κατά το χρόνο κατάεσης της αίτησης η μηνιαία δόση ήταν άνω των 1000 ευρώ, με επακόλουθο να μη δικαιολογείται η κρίση του δικαστηρίου για το ότι αυτή έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών της.

Περαιτέρω, κρίνοντας το ως άνω Δικαστήριο, ότι η άνω προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση, περί δόλιας περιέλευσης της αιτούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών της, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που παρατέθηκαν και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και δη ότι η ανωτέρω περί δόλου ένσταση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, χωρίς να διαλάβει καθόλου πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία του πραγματικού των ανωτέρω εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου κανόνων για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε και δη ότι η ως άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλου είναι ουσιαστικά αβάσιμη και, ως εκ τούτου, απορριπτέα και για το λόγο αυτό, ήτοι λόγω της ουσιαστικής αβασιμότητάς της.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το προεκτεθέν μέρος τους, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις ανωτέρω πλημμέλειες, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Μετά από αυτά, παρέλκει η έρευνα του εκ του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρέλειψε να διατάξει τη συνέχιση της παρακράτησης από το μηνιαίο μισθό της πρώτης αναιρεσίβλητης των ποσών που καθορίστηκαν καταβλητέα στο αναιρεσείον με τη ρύθμιση των άρθρων 8 και 9 του Ν.3689/2010, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγων, που έγιναν δεκτοί, καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή πλην εκείνου, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση (άρθρο 580 αριθμ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Διάταξη περί παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ.4 του ν.2579/1998 (ΑΠ 1150/2019). Επίσης, διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν θα περιληφθεί, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, ττου προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ.

β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 548/2023, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 909/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου, ο β' αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ