Supreme Court allows appeal against conviction for non-payment of social security contributions due to lack of specific reasoning regarding defendant's role.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a conviction for non-payment of social security contributions, finding the lower court's decision legally flawed. The defendant, an agricultural cooperative, was convicted without the required detailed reasoning establishing his specific legal obligation as an employer at the time of the alleged offense. The court ruled that the indictment failed to define the defendant's position and status within the cooperative, which is essential to prove his duty to withhold and remit employee contributions. Consequently, the judgment was annulled regarding the defendant, and the case was remitted for a new trial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 of Law 86/1967 and Article 510(1)(d) of the Criminal Code; A criminal conviction for non-payment of social security contributions is void if the judgment fails to provide specific and detailed reasoning establishing the defendant's legal obligation as an employer, particularly when their specific role and status within the organization are not defined.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1627 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1627/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Ιωάννη Μαγγίνα, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου και Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 2 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Ασπρογέρακα, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Λ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μόσχο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 271/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαΐου 2019 αίτησή του, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Άρτας Λάμπρου Γιαννάκη και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1/2019, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 841/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 86/1967, όπως ισχύει, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ποσού άνω των 20.000 ευρώ, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσης οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, προς τους παραπάνω οργανισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Επίσης, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτόν (εργατικές), που υπερβαίνουν το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, με σκοπό να τις αποδώσει στους παραπάνω οργανισμούς και δεν τις καταβάλλει ή δεν τις αποδίδει στους οργανισμούς αυτούς, μέσα σε έναν μήνα αφότου είχαν γίνει απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μήνα, μέσα στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ορίζεται ότι ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τον χρόνο που έχει οριστεί για την καταβολή τους.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών εισφορών και απόδοσης των εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται η συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη για τις ασφαλιστικές εισφορές που βαρύνουν τον ίδιο και τους εργαζόμενους σ' αυτόν, καθώς και η μη καταβολή των σχετικών ποσών μέσα σε ένα μήνα από τότε που έγιναν αυτά απαιτητά από τον δικαιούχο ασφαλιστικό οργανισμό, δηλαδή, μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα εκείνου, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία προς τον οφειλέτη εργοδότη.
Τα παραπάνω εγκλήματα είναι γνήσια εγκλήματα παράλειψης, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη της καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος του μήνα, κατά τον οποίο παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία. Για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης των εν λόγω εγκλημάτων, απαιτείται το υποκείμενό τους να έχει την ιδιότητα του εργοδότη, κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του Α.Ν. 1846/1951, δηλαδή να πρόκειται για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο προσφέρει την εργασία ή την υπηρεσία του το υπαγόμενο στην ασφάλιση προσωπικό.
Εξάλλου, για εισφορές που γεννήθηκαν μετά την 11-4-2012, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 4075/2012, με το οποίο προστέθηκε στο άρθρο 1 του Α.Ν. 86/1967 παράγραφος 7, προβλέφθηκε και μνημονεύεται ρητά ευθύνη των στελεχών των συνεταιρισμών για την απόδοση των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών και ορίστηκε συναφώς ότι "7. Για εργοδότες μη φυσικά πρόσωπα, που δεν καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή των φορέων ή κλάδων ή λογαριασμών των οργανισμών των οποίων τις εισφορές εισπράττει ή συνεισπράττει το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ως αυτουργοί των αδικημάτων του παρόντος άρθρου θεωρούνται:
α).....β)....γ).....δ) Στους συνεταιρισμούς και στις ενώσεις τους, οι πρόεδροι, αντιπρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι αυτών". Επίσης, κατά το άρθρο 14 παρ. 2, 4 και 10 του Ν.2810/2000 "περί Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων", όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 50 του ν. 4384/2016, "2. Το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ) εκπροσωπεί το συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως.
Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παρ. 10 του άρθρου αυτού γενικό διευθυντή (μάνατζερ). Το ΔΣ μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή στέλεχος ή υπάλληλο του συνεταιρισμού..... 4. Το ΔΣ είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση του συνεταιρισμού, τη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και την επιδίωξη του σκοπού του.
Οι αρμοδιότητες του ΔΣ καθορίζονται στο καταστατικό......10. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα ορισμού από το ΔΣ Γενικού Διευθυντή, στον οποίο να αναθέτει με σύμβαση τη μερική ή ολική άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του ΔΣ, εκτός από εκείνες που, κατά το νόμο ή το καταστατικό, απαιτούν συλλογική ενέργεια, καθώς και τη γενική διεύθυνση και διαχείριση των υποθέσεων του συνεταιρισμού.
Με απόφαση του ΔΣ καθορίζονται τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή που επιλέγεται ύστερα από προκήρυξη που δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, μία της έδρας του ΑΣ και μία πανελλήνιας κυκλοφορίας.". Mε βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο νόμος για την ύπαρξη ποινικής ευθύνης για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν την ισχύ του άρθρου 25 Ν. 4075/2012 (ήτοι πριν την 11-4-2012), ως προς τους συνεταιρισμούς, απαιτεί την ευθύνη του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ), ως συλλογικού (ενδοσυνεταιριστικού) οργάνου, είτε την ευθύνη του Προέδρου ή μέλους αυτού ή και τρίτου, εφόσον, όμως, έχει ληφθεί σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του συνεταιρισμού ή έχει υπογραφεί σχετική σύμβαση.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται εξαιτίας αυτού λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής απόφασης για παράβαση του άρθρου 1 του Α.Ν. 86/1967, πρέπει να περιέχονται σ' αυτή τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, του ασφαλισμένου προσωπικού και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.
ΑΠ 1/1996). Επίσης, επί φυσικού προσώπου, φερόμενου ως εργοδότη από την άσκηση επιχείρησης, πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η θέση αυτού στην εν λόγω επιχείρηση και αν πρόκειται για προσωπική ή εταιρική επιχείρηση, ποια η νομική μορφή της τελευταίας, καθώς και η θέση και η ιδιότητα του κατηγορουμένου σ' αυτήν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των εισφορών, χωρίς να αρκεί ο χαρακτηρισμός του ως εργοδότη ή ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, προκειμένου δε για Αγροτικό Συνεταιρισμό, πρέπει να αναφέρεται η ιδιότητα, με την οποία ενήργησε και εκπροσώπησε το Συνεταιρισμό ο κατηγορούμενος και o τρόπος προέλευσης της σχετικής εξουσίας του.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 271/2019 απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Άρτας, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του και κατά το κεφάλαιο που ενδιαφέρει εδώ, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς, κατ' είδος, αναφέρει (μάρτυρα κατηγορίας, έγγραφα), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, περιστατικά, ως προς τον τότε δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, Λ.
Τ., από τον οποίο και μόνο βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση: "Οι κατηγορούμενοι στην …., τυγχάνοντες εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και Α.Μ.Ε. ...089 ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης: Χονδρικό εμπόριο κρέατος και προϊόντων κρέατος, και έχοντας απασχολήσει....ο δεύτερος κατηγορούμενος Τ. Λ. του Ε.
κατά τη χρονική περίοδο από 6-11-2011 έως 31-12-2011 στην επιχείρησή τους αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού 1.236.058,77 ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία.
Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 803/ΠΕΕ/χ/11275/2012 ΠΕΕ, συνολικού ποσού εισφορών 1.236.058,77 ευρώ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού 824.039,18 ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού 412.019,59 ευρώ, με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση.
Τα οφειλόμενα επιμέρους ποσά που αφορούν έκαστο των κατηγορουμένων ανέρχονται ........στο ποσό των 668.438,45 ευρώ όσον αφορά το δεύτερο κατηγορούμενο. Επομένως, αφού αποδείχθηκε η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνται, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι των πράξεων αυτών.
Ωστόσο, πρέπει να τους αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β'του ΠΚ, καθώς αποδείχθηκε ότι στην πράξη τους ωθήθηκαν από μη ταπεινά αίτια....". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο της ουσίας, εκτός άλλων διατάξεων, που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, αφού δεν πλήττονται με αίτηση αναίρεσης, κήρυξε τον δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο για μη καταβολή ασφαλιστικών εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β του ΠΚ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων (14) μηνών για κάθε πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης δεκαεννέα (19) μηνών, την οποία ανέστειλε για μία τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει ένοχους τους κατηγορούμενους για το ότι στην …, τυγχάνοντες εργοδότες της επιχείρησης με την επωνυμία "..." και Α.Μ.Ε. ...089 ΥΠΟΚ/ΜΑ ΙΚΑ ..., είδος επιχείρησης: Χονδρικό εμπόριο κρέατος και προϊόντων κρέατος, και έχοντας απασχολήσει ........ο δεύτερος κατηγορούμενος Τ. Λ. του Ε. κατά τη χρονική περίοδο από 6-11-2011 έως 31-12-2011 στην επιχείρηση τους αυτή προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, που ασφαλίζονταν στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όφειλαν για την ασφάλιση του άνω προσωπικού να καταβάλλουν στο ΙΚΑ τις κατωτέρω εισφορές ποσού (1.236.058,77) ευρώ, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα από τον μήνα, εκείνου μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία.
Για τη μη καταβολή των εισφορών αυτών συντάχθηκε η με αριθμό 803/ΠΕΕ/χ/11275/2012 ΠΕΕ, συνολικού ποσού εισφορών 1.236.058,77 ευρώ. 1) Έχοντας νόμιμη υποχρέωση καταβολής των βαρυνουσών τους ίδιους (ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΩΝ) ασφαλιστικών εισφορών, ποσού (824.039,18) ευρώ, δεν κατέβαλαν αυτές στον άνω Οργανισμό μέσα στο μήνα κατά τον οποίο οι εισφορές έγιναν απαιτητές. 2) Έχοντας παρακρατήσει τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση τους (ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ) ποσού (412.019,59) ευρώ, με σκοπό να αποδώσουν αυτές στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλαν σ' αυτόν μέσα στον μήνα κατά τον οποίο αυτές έγιναν απαιτητές, κατέστησαν γι' αυτές τιμωρητέοι για υπεξαίρεση.
Δέχεται ότι οι κατηγορούμενοι ωθήθηκαν στις ανωτέρω πράξεις από μη ταπεινά αίτια.
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, σε σχέση με τον τότε δεύτερο κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, από τον οποίο προσβάλλεται η ως άνω απόφασή του με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεν διέλαβε στην απόφαση αυτή την απαιτούμενη, από τις άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν εκθέτει, με σαφήνεια και πληρότητα, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω αξιοποίνων πράξεων, που, κατά τις παραδοχές της απόφασης, τελέσθηκαν πριν από την ισχύ του άρθρου 25 Ν. 4075/11-4-2012, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 1-2-2012, ήτοι μετά την παρέλευση μηνός αφότου έγιναν απαιτητές οι ένδικες ασφαλιστικές εισφορές, με δεδομένο ότι ο χρόνος καταβολής των εισφορών αυτών ήταν η "τελευταία εργάσιμη ημέρα για τις Δημόσιες Υπηρεσίες του επόμενου μήνα από τον μήνα εκείνο μέσα στον οποίο είχε παρασχεθεί η εργασία".
Ειδικότερα, ενόψει του ότι πρόκειται για εργοδότη Αγροτικό Συνεταιρισμό, ο οποίος, με βάση τα προεκτεθέντα στη νομική σκέψη, διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, που είναι αρμόδιο να αποφασίζει συλλογικά για κάθε πράξη αφορώσα τη διοίκησή του και τη διαχείριση της περιουσίας του, το δε καταστατικό του μπορεί να προβλέπει και τη δυνατότητα ορισμού, από το ΔΣ, Γενικού Διευθυντή, στον οποίο να αναθέτει με σύμβαση τη μερική ή ολική άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του ΔΣ, δεν προσδιορίζεται στην απόφαση η θέση και η ιδιότητα του αναιρεσείοντος στον εν λόγω Συνεταιρισμό κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ώστε να ανακύπτει νομική υποχρέωσή του για παρακράτηση και απόδοση των προαναφερθέντων ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων στον Συνεταιρισμό αυτόν, με σχέση εξαρτημένης εργασίας με αμοιβή, προς το ΙΚΑ, μόνη δε η αναφερόμενη στο σκεπτικό αλλά και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως εργοδότη δεν καθιστά, άνευ άλλου, αυτόν υπόχρεο καταβολής των άνω εισφορών.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός με την ανωτέρω πλημμέλεια, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω μη προσδιορισμού και μη εξειδίκευσης της ιδιότητας και της θέσης του αναιρεσείοντος-δεύτερου κατηγορουμένου στον ως άνω Συνεταιρισμό κατά τον κρίσιμο χρόνο, πρέπει δε να γίνει δεκτός και, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων της, ως αλυσιτελών, να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτά και να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το πιο πάνω αναιρεθέν μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 271/2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Άρτας ως προς τον αναιρεσείοντα, Λ. Τ. του Ε., κάτοικο ....
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση, κατά το ως άνω αναιρεθέν μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ