Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility of fraud claim raised for the first time in cassation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a bank guarantee declaration. The appellant argued the declaration was forged, but the Court held that such fraud claims must be raised via supplementary grounds in the appeal stage, not for the first time in cassation. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under specific procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8)(b), 585(2) of the Code of Civil Procedure; Fraud claims regarding document authenticity must be raised via supplementary grounds in the appeal stage and are inadmissible if raised for the first time in cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1627 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1627/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Σταματόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη-Γαλάνη, που ανεκάλεσε την από 10-1-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας σε "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 264/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2012 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-2-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 30-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 β' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αποτελούν και οι λόγοι ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τον λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος περί πλαστότητας, άλλως αμφισβήτησης της γνησιότητας της από 3-7-2000 δηλώσεως".
Με αυτήν ο αναιρεσείων φέρεται ότι εγγυήθηκε έναντι της αναιρεσίβλητης τράπεζας την εξόφληση δανείου που έλαβε από την αναιρεσίβλητη η εταιρία "Κορινθιακή Ποτοποιία- Οξοποιϊα -Οινοποιία ΕΠΕ ", δυνάμει της μεταξύ τους υπ' αριθ. ... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό και με βάση την οποία (δήλωση εγγυήσεως) εκδόθηκε σε βάρος του η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Όπως προκύπτει απο την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής εκτίθενται σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, τα εξής : "(... Προκειμένου να πετύχει η καθής την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής σε βάρος μου, προσκόμισε και επικαλέστηκε την από 15-2-2002 δήλωση εγγυήσεως, στην οποία φέρομαι εγγυητής προς την καθής υπέρ της εταιρίας Κορινθιακή Οξοποιία Οινοποιία ΕΠΕ.
Επειδή ακύρως και παρανόμως εξεδόθη σε βάρος μου η επίδικη διαταγή πληρωμής ασκώ την παρούσα μου για τους κάτωθι αναφερόμενους λόγους... 1. Ουδέποτε ουδεμία σύμβαση εγγυήσεως υπέγραψα με την καθής τράπεζα... Η φερομένη στην ως άνω δήλωση εγγυήσεως υπογραφή μου αποδεικνύεται βάσει πραγματογνωμοσύνης ...ότι δεν είναι δική μου, αλλά είναι απολύτως πλαστή.
Για το λόγο αυτό τα ως άνω έγγραφα, ήτοι την από 15-2-2002 δήλωση εγγυήσεως στο οποίο φέρομαι ως εγγυητής προς την καθής και η υπ' αριθ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό είναι πλαστά και τα προσβάλλω ως τέτοια, αρνούμαι δε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τη γνησιότητα της υπογραφής μου επί των εγγράφων αυτών.
Την πλαστογραφία της υπογραφής μου αποδίδω στον Κων/νο Ξένο, δεύτερο των καθών η διαταγή πληρωμής... Για το τελεσθέν σε βάρος μου αδίκημα κατέθεσα ενώπιον του εισαγγελέα πλημμελειοδικών Αθηνών την από 3-4-2006 έγκλησή μου, η οποία έχει κατά λέξη ως εξής ".... Δυστυχώς όμως ο έναντι μηνυόμενος (παρά τη διαβεβαίωσή του ότι θα σεβαστεί την επιθυμία μου να μην εγγυηθώ υπέρ της εταιρίας του) κατήρτισε πλαστά έγγραφα αφού στα κατά τα άλλα γνήσια έγγραφα των υπ' αριθ. ...
συμβάσεως πίστωσης, β ) από 3-7-2000 δήλωση εγγυητή και γ ) την από 15-2- 2002 δήλωση, έθεσε σ' αυτά τα έγγραφα ο ίδιος το απαραίτητο στοιχείο της υπογραφής μου, αφού πάγια αξίωση των οργάνων της τράπεζας ήταν να φέρονται ως εγγυητές όλοι οι μέτοχοι της χρηματοδοτούμενης εταιρίας... Για το διαπραχθέν σε βάρος μου αδίκημα ζητώ την παραδειγματική τιμωρία του ...".
Επειδή (συνεχίζει ο ανακόπτων) το μοναδικό έγγραφο στο οποίο στηρίχθηκε ο δικαστής για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και στο οποίο φέρομαι ως εγγυητής τυγχάνει πλαστό όσον αφορά την υπογραφή μου... Επειδή συνεπώς δεν αποδεικνύεται η απαίτηση της καθής εναντίον μου ως εγγυητού από έγγραφο, αφού το μοναδικό έγγραφο στο οποίο φέρομαι ως εγγυητής, ήτοι την από 15-2-2002 δήλωση τυγχάνει πλαστό σε ότι με αφορά....".
Από το περιεχόμενο αυτό της ένδικης ανακοπής προκύπτει σαφώς ότι ο ανακόπτων, ως μόνο λόγο ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τόσο η υπ' αριθ. ... σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό όσο και η από 15-2-2002 δήλωση με την οποία φέρεται ότι εγγυήθηκε την εξόφληση της άνω δανειακής σύμβασης και με βάση την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, εκδόθηκε σε βάρος του η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είναι έγγραφα πλαστά και πλαστογραφήθηκαν από τον Κων/νο Ξένο (πεθερό του, βασικό μέτοχο και νόμιμο εκπρόσωπο της δανειολήπτριας εταιρίας), τον οποίο και έχει καταμηνύσει για πλαστογραφία.
Τα έγγραφα αυτά και μόνο προσβάλλει ως πλαστά ο ανακόπτων με τρόπο σαφή και κατηγορηματικό, το ίδιο δε υποστηρίζει και με τις έγγραφες από 21-11-2007 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Η παράθεση στο δικόγραφο της ανακοπής του περιεχομένου της μηνύσεώς του, στο οποίο γίνεται αναφορά περί πλαστογραφήσεως και της από 3-7-2000 δηλώσεως εγγυήσεως, που φέρεται ότι έχει υπογράψει ο ανακόπτων, γίνεται διηγηματικά για την ενίσχυση του ισχυρισμού του περί πλαστότητας των δύο ως άνω εγγράφων (...
σύμβασης πίστωσης και από 15-2-2002 δηλώσεως εγγυήσεως) και πάντως όχι για τη θεμελίωση ως λόγου ανακοπής και της πλαστότητας της από 3-7-2000 δηλώσεως εγγυήσεως, αφού, ως ο ανακόπτων πεπλανημένα υπολαμβάνει, αυτή δεν στηρίζει τη διαταγή πληρωμής. Τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ανακόπτων μετά την παράθεση του περιεχομένου της μηνύσεώς του επικαλείται και πάλι ως λόγο ακύρωσης της διαταγής πληρωμής μόνο την πλαστότητα της από 15-2-2002 δηλώσεως εγγυήσεως.
Περαιτέρω, η γενική αναφορά στην ανακοπή ότι ουδεμία δήλωση εγγύησης υπέγραψε ο ανακόπτων συνδέεται με την επικαλούμενη πλαστότητα των δύο ως άνω εγγράφων (σύμβασης και από 15-2-2002 δηλώσεως ) και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ότι αναφέρεται στην κρίσιμη από 3-7-2000 δήλωση εγγυήσεως στην οποία στηρίχθηκε η εγγυητική ευθύνη του ανακόπτοντος.
Ο ανακόπτων για πρώτη φορά προέβαλε ισχυρισμό περί πλαστότητας της από 3-7-2002 δηλώσεως εγγυήσεως με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, αμυνόμενος κατά της εφέσεως της τράπεζας και συγκεκριμένα του λόγου εφέσεως ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την από 3-7-200 δήλωση εγγυήσεως του ανακόπτοντος, την οποία ο τελευταίος ουδόλως αμφισβήτησε με την ανακοπή του.
Το Εφετείο, κατά παραδοχή λόγου εφέσεως της καθής η ανακοπή τράπεζας δέχθηκε ότι με την ανακοπή προβλήθηκε πλαστότητα, άλλως αμφισβήτηση της γνησιότητας αφενός της .../2002 σύμβασης πίστωσης, η οποία, όμως, είναι πρόσθετη σύμβαση με την οποία δεν αυξήθηκε η πίστωση, αλλά ορίστηκε ότι η πιστούχος μπορεί να χρησιμοποιεί τις μέχρι τότε πιστώσεις και σε συνάλλαγμα, και αφετέρου της από 15- 2-2002 δηλώσεως εγγυήσεως, όχι δε και της από 3-7-2000 δηλώσεως εγγυήσεως, η οποία είναι παρεπόμενη της με αριθ. .../4/3-7-2000 σύμβασης πίστωσης και με την οποία ο ανακόπτων εγγυήθηκε την εκπλήρωση της δανειακής σύμβασης και με βάση αυτήν και όχι την από 15-2-2002 δήλωση εγγύησης του ιδίου, την οποία το Εφετείο δέχθηκε ως πλαστή, αλλά μη ασκούσα επιρροή, εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, σε συνέπεια δε της παραδοχής του αυτής εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί ότι η διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση την από 15-2-2002 δήλωση εγγύησης, την οποία δέχθηκε ως μη γνήσια, και απέρριψε την ανακοπή.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να λάβει υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον ανακόπτοντα με την ανακοπή του και ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 585 παρ. 2 εδάφ. β' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 1 του ν. δ. 958/1971, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 και 120, και τους λόγους της. Νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Από τη διάταξη αυτή που έχει εφαρμογή και στην ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής (άρθρ. 632 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι οι νέοι λόγοι, οι οποίοι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής ή σε εκείνο των προσθέτων λόγων, δεν επιτρέπεται να προταθούν για πρώτη φορά με τρόπο διαφορετικό από τον οριζόμενο στο άρθρο 585 παρ. 2 εδάφ.
β' ΚΠολΔ, όπως με τις έγγραφες προτάσεις του ανακόπτοντος της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας δίκης ή με το δικόγραφο της εφέσεως εναντίον αποφάσεως που απορρίπτει την ανακοπή ή με εκείνο των προσθέτων λόγων εφέσεως. Άλλοι λόγοι που δεν περιέχονται στο δικόγραφο της ανακοπής ή σε εκείνο των προσθέτων λόγων δεν εξετάζονται από το δικαστήριο και προβαλλόμενοι με άλλο τρόπο είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρ. 111 ΚΠολΔ) τούτο δε ισχύει και επί ισχυρισμού προσβολής εγγράφου ως πλαστού (Α.Π. 923/2002, Α.Π. 892/1990 ).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλει, επικουρικά, την αιτίαση ότι παρά τον νόμο το Εφετείο κήρυξε απαράδεκτο τον προβληθέντα με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμό του περί πλαστότητας της από 3-7-2000 δηλώσεως εγγυήσεως με βάση την οποία εκδόθηκε σε βάρος του η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο απέρριψε ως απαραδέκτως προβληθέντα τον ως άνω ισχυρισμό του ανακόπτοντος, σε κάθε, όμως, περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι νέοι λόγοι ανακοπής προτείνονται με ποινή απαραδέκτου κατά το άρθρο 585 παρ.2 ΚΠολΔ μόνο με δικόγραφο προσθέτων λόγων, στους νέους δε λόγους ανακοπής περιλαμβάνεται και εκείνος περί προσβολής εγγράφου ως πλαστού.
Η διάταξη του άρθρου 585 ΚΠολΔ, είναι ειδικότερη και αποκλείει τη γενική διάταξη του άρθρου 461 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία όταν η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης και με τις προτάσεις (πρβλ. Α.Π. 892/1990 ).
Με τους τέταρτο από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ και πέμπτο από τον αριθ. 11 α' του ίδιου άρθρου λόγους του αναιρετηρίου προβάλλονται, αντιστοίχως, οι αιτιάσεις ότι, παρά την αμφισβήτηση από τον ανακόπτοντα της γνησιότητας της από 3-7-2000 δηλώσεως εγγυήσεως και συνεπώς της αποδεικτικής της δύναμης, το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τη γνησιότητα της εν λόγω δηλώσεως, την οποία και συνεκτίμησε για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, λαμβάνοντας έτσι υπόψη του παράνομο αποδεικτικό μέσο. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν κατά την έρευνα του πρώτου αναιρετικού λόγου το Εφετείο δέχθηκε (και ορθώς) ότι ο ανακόπτων δεν αμφισβήτησε τη γνησιότητα της από 3-7-200 δηλώσεως εγγυήσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2013 αίτηση του Χ. Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 197/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700 ) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ