Legislator Case Law & Legislation
1627/2012 AI generated

1627/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1627/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1627/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Keywords

AI generated
tenant eviction protection posted workers detachment right to disconnect fight against unemployment wages and movements of workers waiver of wage claims
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1627 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1627/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Κ., κατοίκου ... και 2. Ε. συζ. Σ. Κ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρήγα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαρτίου 2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1709/2005 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4251/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19 Ιουλίου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αντώνιος Ζευγώλης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.

β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 και ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 6215/09-10-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με την παρά πόδας αυτής από 12-10-2009 απόδειξη παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αρμόδιου αξιωματικού υπηρεσίας του Α.Τ. Συντάγματος και την από 12-10-2009 βεβαίωση του εν λόγω δικαστικού επιμελητή περί ταχυδρομικής αποστολής αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 19-07-2007 αίτησης για αναίρεση της 4251/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19ης-04-2010, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 19ης-09-2011 και εν συνεχεία για την παρούσα δικάσιμο (της 17ης Σεπτεμβρίου 2012), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Γεώργιο Γρ.

Σκιαδόπουλο, ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος. Όμως οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 του ΑΚ, 116 και 933 του Κ.Πολ.Δικ. και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι η πραγμάτωση με αναγκαστική εκτέλεση της απαιτήσεως του δανειστή κατά του οφειλέτη, αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος δημοσίου δικαίου και συνεπώς λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δικ.

μπορεί να αποτελέσει και η προφανής αντίθετη της επισπευδόμενης διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστεως ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου [Ολ.ΑΠ 17/95, Ολ.ΑΠ 62/90].

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα δε, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της απόφασης, όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κλπ, ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ερευνώντας τους λόγους της ανακοπής του αναιρεσίβλητου, που αναφέρονται στην καταχρηστική άσκηση της επισπευδομένης εις βάρος του αναγκαστικής εκτελέσεως εκ μέρους των ήδη αναιρεσειόντων, μετά την παραδοχή τους με την απόφαση πρωτοβαθμίου Δικαστήριου, και την έφεση που άσκησαν κατ' αυτής οι αναιρεσείοντες, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με επίσπευση των καθ'ών 1)Σ.

Κ. και 2) Ε. συζ. Σ. Κ. (ως εργολάβων) και προς ικανοποίηση αιτήσεώς τους κατά του ανακόπτοντος (ως οικοπεδούχου), για αποζημίωση (διαφυγόντα κέρδη), από σύμβαση ανεγέρσεως πολυκατοικίας επί αντιπαροχή, που επιδικάστηκε δυνάμει της υπ' αριθ. 20/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, κατασχέθηκε αναγκαστικά με την υπ' αριθ. .../27-2-2004 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., το περιγραφόμενο σ' αυτήν ακίνητο του ανακόπτοντος οφειλέτη.

Κατά της ως άνω διαιτητικής αποφάσεως ο ανακόπτων είχε ασκήσει την από 31-3-2003 αγωγή ακυρώσεως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε την ακύρωσή της, για τους λόγους που διαλαμβάνονται σ' αυτήν, η συζήτηση της οποίας είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 23-9-2003. Προ της συζητήσεως της ως άνω αγωγής ακυρώσεως και στα πλαίσια της μεταξύ τους αντιδικίας, οι εν λόγω διάδικοι κατάρτισαν το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σε φωτοαντίγραφο από 8-4-2003 "ιδιωτικό συμφωνητικό και απόδειξη είσπραξης", δυνάμει του οποίου οι καθών η ανακοπή (αναιρεσείοντες) συναίνεσαν στην αναστολή της επισπευδομένης σε βάρος του ανακόπτοντος αναγκαστικής εκτελέσεως, βάσει του ως άνω εκτελεστού τίτλου (διαιτητικής αποφάσεως) μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής ακυρώσεως, που ήγειρε ο ανακόπτων, ο οποίος, όπως δεν αμφισβητήθηκε, κατέβαλε στους καθών, έναντι των υπέρ αυτών επιδικασθέντων με την άνω διαιτητική απόφαση ποσών και αυτοί εισέπραξαν το ποσό των 11.005 ευρώ (ο Σ.

Κ.) και το ποσό των 3.668 ευρώ (η Ε. Κ.). Το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό υπογράφηκε αυθημερόν από τους συμβαλλόμενους και τους πληρεξουσίους τους δικηγόρους, ενώ την προηγούμενη ημέρα, δηλαδή στις 7-4-2003, ο ανακόπτων ενεχείρησε στους καθών την με την ίδια ημεροχρονολογία δήλωσή του ενώπιον του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην οποία, ενόψει της επισπευδομένης σε βάρος του με την από 2-4-2003 επιταγή προς πληρωμή, αναγκαστικής εκτελέσεως, προς απόδειξη της φερεγγυότητάς του, εξέθετε κατάλογο των ακινήτων ιδιοκτησίας του (καταστημάτων και διαμερισμάτων στα Άνω Πατήσια και στη Μεταμόρφωση Αττικής), με τη διαβεβαίωση ότι δεν πρόκειται να μεταβιβάσει ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής ακυρώσεως ενώπιον του Εφετείου Αθηνών.

Όμως οι καθών η ανακοπή, κατά παράβαση των παραπάνω εγγράφως συμφωνηθέντων, κοινοποίησαν στον ανακόπτοντα στις 1-3-2004, την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. .../27-2-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου, με την οποία ορίστηκε ημερομηνία πλειστηριασμού η 21-4-2004, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Κάκκου-Λαγιανδρέου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.

H εκ μέρους των καθών η ανακοπή επιδίωξη ολοκληρώσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος του ανακόπτοντος, μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθ. 8824/18-11-2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που ακύρωσε εν μέρει την υπ' αριθ. 20/2003 απόφαση του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, αλλά πριν την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της ασκηθείσας από τον ανακόπτοντα από 1-2-2004 ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου αιτήσεως αναιρέσεως (σημειωτέον ότι επ' αυτής δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 1429/14-9-2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως), παρά τη ρητή υπόσχεση των καθών, περί αναστολής της εκτελέσεως, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής ακυρώσεως και την ύπαρξη επαρκούς ακίνητης περιουσίας του ανακόπτοντος οφειλέτη, δυναμένης να εκποιηθεί προς ικανοποίηση της ένδικης απαιτήσεως, συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, κατά την έννοια των άρθρων 281, 288, 361 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ ...

και ορθώς έγιναν δεκτοί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της ανακοπής και ακυρώθηκε, ως εκ τούτου, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. .../27-2-2004 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ακινήτου του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με την έφεση είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Από τις πιο πάνω παραδοχές της απόφασης αυτής, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος των καθών η ανακοπή, που προέβαλε ο ανακόπτων με τους δύο πρώτους λόγους της ανακοπής του, προκύπτει, ότι αυτή (απόφαση) στο αποδεικτικό της πόρισμα, έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 288, 361 ΑΚ και 116 ΚΠολΔ, τις οποίες η εν λόγω απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη και ανεπάρκεια αιτιολογιών αναγόμενες σε επιχειρήματα που προέβαλαν οι καθών η ανακοπή προς αντίκρουση της άνω ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος του ανακόπτοντος, υποστηρίζοντας δια των επιχειρημάτων αυτών ότι η ένσταση αυτή ασκείται καταχρηστικά, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αντένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατά της ενστάσεως που προβάλλεται για κατάχρηση δικαιώματος, τα επικαλούμενα δε περιστατικά και επιχειρήματα εκ μέρους των αναιρεσειόντων συνιστούν άρνηση της ενστάσεως αυτής και έκφραση των αντίθετων απόψεών τους, και δεν αποτελούν "ζητήματα" επί των οποίων και μόνον η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ως "ζητήματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού μέσου, όχι δε και η άρνησή τους ή τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, τα οποία προβάλλουν οι διάδικοι προς υποστήριξη των απόψεών τους.

Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή μετά από πρόταση κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου δέχεται παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας. β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Τέλος, καίτοι το δεδικασμένο που απορρέει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 332 του ΚΠολΔ, δεν αφορά στη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί τούτου ισχυρισμός για να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, και όχι απλά να γίνει μνεία της απόφασης και όσων προκύπτουν σ' αυτή, καθώς επίσης να γίνεται περί τούτου ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, αλλιώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην προκείμενη περίπτωση, από το δικόγραφο της έφεσης των αναιρεσειόντων, καθώς και τις προτάσεις των ίδιων μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες προέβαλαν παραδεκτά στο Εφετείο ισχυρισμό περί δεδικασμένου απορρέοντος από την υπ' αριθ. 8224/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, μετά την ασκηθείσα ενώπιόν του από τον ανακόπτοντα (αναιρεσίβλητο) αίτηση ακυρώσεως της υπ' αριθμ. 20/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Αθηνών, η οποία (απόφαση του Εφετείου), κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθ. 1429/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, αναφορικά με το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας ως προς το επιδικασθέν με τις ως άνω αποφάσεις στην δεύτερη εξ αυτών (αναιρεσειόντων) κεφαλαίο νομιμοτόκως από 2-2-1998, που άσκησαν αρχικά την αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε, όμως γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι το δεδικασμένο τούτο προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, μη αρκούσης της επικλήσεως των ως άνω αποφάσεων.

Ο δεύτερος κατά συνέπεια λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι δεν έχει παραχθεί δεδικασμένο, από τις παραπάνω αποφάσεις ως προς το χρόνο έναρξης της τοκοφορίας του επιδικασθέντος στην δεύτερη των αναιρεσειόντων κεφαλαίου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-07-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 4251/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ