Legislator Case Law & Legislation
1627/2011 AI generated

1627/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1627/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-1995 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και με την από 4-4-1996 των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1846/1997 μη οριστική, 23.705/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2405/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2009 αίτησή τους και με τους από 16-9-2010 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1627/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη διάταξη του άρθρου 457 §§ 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται ως αναγνωρισμένο με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.

Keywords

AI generated
tenant rights termination of lease right to determine residence freedom of establishment previous legal status revocation of settlement permit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1627 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1627/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Π. Μ. του Λ., κατοίκου ..., 2. Σ. συζ. Δ. Μ., το γένος Λ. Μ. και 3. Σ. συζ. Κ. Κ., το γένος Λ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσοβόλα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ-ΣΙΑΤΙΣTΕΩΣ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Μ. χας Σ. Π., το γένος Ν. Κ., 3. Α. Π. του Σ., 4. Κ. Π. του Σ., 5. Ν. Π. του Σ., κατοίκων ..., 6. Ι. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 7. Β. Τ. του Α. και 8. Ε. Τ. του Α., κατοίκων ... . Οι μεν 1ο, 7ος και 8η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, οι δε 2η, 3ος, 4ος και 5ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πουρπούρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-1995 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και με την από 4-4-1996 των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1846/1997 μη οριστική, 23.705/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2405/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-3-2009 αίτησή τους και με τους από 16-9-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από -4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις 6591/9.9.2009 και 8405/21.9.2010, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κιλκίς ..., προκύπτει, ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Δημητρίου Τσοβόλα, που επισπεύδουν τη συζήτηση - και του οποίου την παραγγελία αυτή ενέκριναν οι τελευταίοι με το .../28.4.2011 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Γεσθημανής Δημητριάδου - ακριβή αντίγραφα της από 16.3.2009 αίτησης αναίρεσης και των από 16.9.2010 προσθέτων λόγων, στο τέλος των οποίων είναι συνημμένες οι πράξεις, με τις οποίες δικάσιμος για τη συζήτησή τους ορίστηκε αρχικά η 3.11.2010, με κλήση προς τον έκτο αναιρεσίβλητο Ι.

Κ. για να παραστεί κατά τη συζήτησή τους επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτόν. Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση των ως άνω αίτησης αναίρεσης και προσθέτων λόγων ματαιώθηκε. Εξάλλου, από την 9085/17.1.2011 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 11.11.2010 κλήσης των αναιρεσειόντων προς τους αντιδίκους τους μεταξύ των οποίων και ο έκτος αναιρεσίβλητος, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη με την οποία δικάσιμος για τη συζήτηση της ως άνω αίτησης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης ορίστηκε η στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμος (της 4.5.2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτόν.

Ο έκτος όμως αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε κατά την αμέσως πιο πάνω δικάσιμο (της 4.5.2011), όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή του στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του έκτου αναιρεσιβλήτου.

ΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Το ίδιο χρονικό διάστημα το "Ίδρυμα Δημητρίου Ιωαννίδου Σιατιστέως" παραχωρούσε χωρίς αντάλλαγμα τη χρήση των μεριδίων του, που αντιστοιχούσε σε άλλους χώρους του επίκοινου, στο Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, αλλά και σε άτομα που αντιμετώπιζαν προβλήματα στέγασης στα πλαίσια του φιλανθρωπικού του έργου.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 το "Ίδρυμα Δημητρίου Ιωαννίδου Σιατιστέως" ενόψει της ρυμοτόμησης τμήματος του επιδίκου οικοπέδου με την υπ' αριθμ. 3349/15-10-1972 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης για τη διάνοιξη των οδών Βασ. Όλγας, Πέτρου Συνδίκα, Κίμωνος Βόγα και Αναλήψεως αφενός επιμελήθηκε της προάσπισης των δικαιωμάτων του και αφετέρου με αλλεπάλληλα διαβήματα του προς το Υπουργείο Οικονομικών, σε συνεργασία με τους λοιπούς συγκυρίους και ιδίως τους Ι.

Κ. και Α. Τ., εργολάβους μηχανικούς, ζήτησε την άδεια να του επιτραπεί να ανεγείρει στο επίδικο οικόπεδο πολυώροφη οικοδομή κατά το σύστημα της αντιπαροχής. Όμως λόγω της ιδιότητας ενός από τους συγκυρίους ως ιδρύματος υπήρχαν νομικά κωλύματα (βλ. το από 18-8-1976 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, το υπ' αριθμ. 159/11-11-1976 πρακτικό του ως άνω Ιδρύματος και την από 4-10-1977 επιστολή του τελευταίου προς το Υπουργείο Οικονομικών).

Επίσης κατά τα έτη 1978 και 1979 υπέβαλε δήλωση ακαλύπτου οικοπέδου στο Δήμο Θεσσαλονίκης και προσέφυγε επανειλημμένως ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου κατά της εγγραφής του στους φορολογικούς καταλόγους του Δήμου Θεσσαλονίκης, ζητώντας τη μείωση των επιβληθέντων σε βάρος του φόρων. Στο μεταξύ με το υπ' αριθμ. .../18-2-1977 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ζωής Παπαδοπούλου-Τσαγιάννη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ...

και με αύξοντα αριθμό 207, η προαναφερόμενη Ε. χήρα Μ. Ο., μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, το ανήκον σ' αυτήν ιδανικό μερίδιο (25% εξ αδιαιρέτου) επί του επιδίκου οικοπέδου στον Σ. Π. του Κ.. Όλοι οι ανωτέρω συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου ("Ίδρυμα Δ. Ι. Σιατιστέως", Σ. Π., Ι. Κ., Ι. Κ. και Α. Τ.) με την υπ' αύξ.

αριθμ. καταθέσεως 763/13-5-1930 αίτηση τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απευθυνόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Θ. Κ., ζήτησαν τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα με την υπ' αριθμ. 3676/1975 πράξη ταυτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως του Πολεοδομικού Γραφείου Θεσσαλονίκης τμήματα του ως άνω ακινήτου τους.

Επί της αιτήσεως δε αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2736/1980 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή εν μέρει. Με την υπ' αριθμ. ΥΠΠΕ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3227/65703/8-12-1983 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 143β/13-3-1984, το κτίριο που υπάρχει στο επίδικο οικόπεδο και ο χώρος που το περιβάλλει χαρακτηρίσθηκε ως έργο τέχνης που χρειάζεται ειδική κρατική προστασία σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1469/1950 (διατηρητέο κτίριο).

Κατόπιν αυτού όλοι οι ανωτέρω συγκύριοι, με τις από 4-4-1986 και 18-9-1986 αιτήσεις τους προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ζήτησαν τη μεταφορά από το πιο πάνω ακίνητό τους ολόκληρου του συντελεστή δομήσεως, παράλληλα δε ο από τους συγκυρίους Σ. Π. ζήτησε, με την από 7-4-1986 ένσταση του προς το Δήμο Θεσσαλονίκης, να μην γίνει, άλλως να ανασταλεί μέχρι την έγκριση της μεταφοράς του συντελεστή δομήσεως του επιδίκου ακινήτου, η προτεινόμενη με την υπ' αριθμ. 112/1986 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Θεσσαλονίκης στην περιοχή που βρίσκεται το επίδικο, λόγω του χαρακτηρισμού αυτού και του γειτονικού κτιρίου Καπαντζή ως διατηρητέων (βλ.

και υπ' αριθμ. 4736/9-10-1985 έγγραφο του Δήμου Θεσσαλονίκης - Διεύθυνση Αρχιτεκτονικού και Σχεδίου Πόλεως). Για τη μεταφορά μάλιστα του συντελεστή δόμησης χρειάσθηκε να εκδοθεί κατόπιν αιτήσεως του πρώτου ενάγοντος (ιδρύματος) και η υπ' αριθμ. 3696/1987 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιτράπηκε ως επωφελέστερη αξιοποίηση της περιουσίας αυτού η μεταφορά του συντελεστή δόμησης.

Επίσης καθ' όλο το διάστημα από τη δεκαετία του 1960 και μέχρι σήμερα το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιεί χωρίς αντάλλαγμα το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που συνήφθη μεταξύ αυτού και του πρώτου ενάγοντος με τη συναίνεση και των λοιπών συγκυρίων του επιδίκου, φροντίζοντας παράλληλα για την καθαριότητα του ακάλυπτου χώρου του οικοπέδου και τη συντήρηση των χώρων των οικημάτων και φυλάσσοντας όλο το ακίνητο από τυχόν καταπατήσεις τρίτων, που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 πλήθυναν, ιδίως περιοίκων που στάθμευαν τα αυτοκίνητα τους εντός του ακάλυπτου χώρου (βλ.

υπ' αριθμ. 430/25-11-1993 επιστολή της Περιφερειακής Εφορείας Προσκόπων Θεσσαλονίκης και υπ' αριθμ. 460/15-11-1994 επιστολή του πρώτου ενάγοντος προς το 10° Σύστημα Προσκόπων Τοπικής Εφορείας Αναλήψεως). Με βάση τα προεκτεθέντα, το μεν πρώτο ενάγον (Ίδρυμα Δημητρίου Ιωαννίδου Σιατιστέως) κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία εφόσον νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1914, οπότε άρχισε να ισχύει το Ελληνικό δίκαιο στη Θεσσαλονίκη, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα το έτος 1998, (μέχρι τις 23-2-1946 που άρχισε να ισχύει ο Αστικός Κώδικας με καλή πίστη), οι δε λοιποί ενάγοντες κατά ποσοστό 6,25% ο καθένας με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή και μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες που αναφέρθηκαν παραπάνω).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αντίθετη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων που αφορούσε το ίδιο ακίνητο, στη συνέχεια δε απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των τελευταίων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως, Ειδικότερα, με το λόγο αυτό προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την άσκηση πράξεων νομής από το πρώτο αναιρεσίβλητο [Ίδρυμα Δημητρίου Ιωαννίδου-Σιατιστέως] στο επίδικο ακίνητο με βάση τις οποίες αυτό έγινε συγκύριο του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, όπως δέχεται το Εφετείο.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής από το πρώτο αναιρεσίβλητο επί του επιδίκου, όπως αυτές περιλαμβάνονται στις πιο πάνω παραδοχές του.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IIΙ. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες ψέγονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στο πρώτο αναιρεσίβλητο εκ διαθήκης του δικαιοπαρόχου αυτού Δ. Ι., ότι το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. ιδρύθηκε σε εκτέλεση της διαθήκης αυτής και ότι οι εκτελεστές της διαθήκης του Δ. Ι. χρησιμοποιούσαν το επίδικο ακίνητο για φιλανθρωπικούς σκοπούς, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 4-9-1903 μυστικής ιδιόγραφης διαθήκης του Δ. Ι.. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι το πρώτο αναιρεσίβλητο έγινε συγκύριο, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία και όχι με παράγωγο τρόπο [κληρονομία εκ διαθήκης].

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984), έστω και αν τα τελευταία διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης. Πράγματα, επίσης, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996) όχι όμως και τα αποδεικτικά μέσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να κάνει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και να απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες από τους αναιρεσείοντες με λόγους της έφεσής τους ισχυρισμούς:

α] ότι, "οι κληρονόμοι του Μ. Ο. ουδέποτε άσκησαν πράξεις νομής και κατοχής στο επίδικο ακίνητο, τουλάχιστον όχι στην έκταση που είχε καταλάβει από το έτος 1963 ο δικαιοπάροχός τους, ο οποίος ουδέποτε οχλήθηκε απ' αυτούς", β] ότι, "όλα τα αναφερόμενα στην πρωτόδικη απόφαση έγγραφα έχουν συνταχθεί τα έτη 1945, 1947, 1948, 1949 και 1951 και αναφέρονται στα κτίσματα που υπήρχαν στο ακίνητο και συγκεκριμένα στο επάνω τμήμα αυτού προς την οδό Βασ.

Όλγας και όχι στο τμήμα που διέμενε ο δικαιοπάροχός τους", γ] ότι, "όσον αφορά την υπ' αριθμ. 3349/15-10-1972 πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης για τη διάνοιξη των οδών Βασ. Όλγας, Πέτρου Συνδίκα, Κίμωνος Βόγα και Αναλήψεως, αυτή δεν αναγνώριζε το πρώτο των αναιρεσιβλήτων ως κύριο του ακινήτου", δ] ότι, "το υπ' αριθμ. 159/11-11-1976 πρακτικό του αναιρεσιβλήτου ιδρύματος και η από 4-10-1977 επιστολή αυτού προς το Υπουργείο Οικονομικών, τα οποία όμως δεν φέρουν βεβαία χρονολογία, οπότε δεν υφίσταται βεβαιότητα για το πότε ακριβώς συντάχθηκαν αυτά, πέραν του ότι η επιστολή δεν φέρει καν κάποιο αριθμό πρωτοκόλλου", και ε] ότι, "όσο τουλάχιστον αφορά το πρώτο των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1959, που φέρεται να ασκεί τις τελευταίες πράξεις διακατοχής επί του ακινήτου, ως τουλάχιστον το έτος 1980, που κατατέθηκε η άνω αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης, ουδεμία πράξη νομής και διακατοχής ασκεί στο επίδικο ακίνητο κατά το χρονικό αυτό διάστημα, ήτοι επί είκοσι ένα σχεδόν έτη, πολύ δε περισσότερο ουδόλως προβαίνει σε οποιαδήποτε όχληση προς τον δικαιοπάροχό τους, ο οποίος ήδη από το έτος 1963 είχε εγκατασταθεί σε τμήμα του επιδίκου ακινήτου με την οικογένειά του και είχε διαμορφώσει σε κατοικία την πεπαλαιωμένη οικία, και ότι πρώτη φορά που οχλήθηκε αυτός είναι το έτος 1995 με την κατάθεση της ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου ιδρύματος και των λοιπών".

Ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον οι περιεχόμενοι σ'αυτόν υπό στοιχεία α'και ε', αντίστοιχα, ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν είναι αυτοτελείς, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί αφορούν έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν αποτελούν "πράγματα" με την ίδια πιο πάνω έννοια.

IV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση,

η ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων [εναγόντων της δεύτερης αγωγής] δεν κατέλαβε το έτος 1963 και δεν κατείχε έκτοτε το επίδικο ακίνητο νεμόμενος αυτό και ότι, συνεπώς, δεν έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 1046, 1048, 1049 και 1053 ΑΚ, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, εφόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν, ούτε καν αποσπασματικά, οι σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και το υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση των αμέσως πιο πάνω διατάξεων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αν η αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.

Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο αναιρετικό λόγο ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και των εγγράφων που νόμιμα προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, το από τις οποίες πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια [άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ], καθώς και σε αντλούμενα από τις ίδιες επιχειρήματα των αναιρεσειόντων.

Επομένως ο λόγος αυτός αναφορικά με τις πιο πάνω αιτιάσεις του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

V. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά - πράγματα - ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα.

Εξάλλου, σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 368 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Κατά δε τη δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος διάδικος ζητεί το διορισμό πραγματογνώμονα και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ειδικές (ιδιάζουσες) γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα.

Επομένως, αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη ρητά ή σιωπηρά σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι ήδη αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, όπως εκτιμάται, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει αποδείξεις και ειδικότερα πραγματογνωμοσύνη, προκειμένου να διαπιστωθεί η ταυτότητα των ακινήτων που περιλαμβάνονται στους υπ' αρ. 3 και 4 τίτλους ιδιοκτησίας [ταπία] του Μαρτίου του τουρκικού έτους 1328 [Χριστιανικού 1912], στους τίτλους ιδιοκτησίας των Μ. Ο., του Οθωμανού υπηκόου Δ. γιου Ι. [Γ.], χωρίς, επίσης, να διατάξει αποδείξεις σχετικά με το περιεχόμενο της από 4-9-1903 διαθήκης του Δ. Ι. και τέλος, γιατί το Εφετείο δέχθηκε ως αληθείς τους προβληθέντες πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με το περιεχόμενο των παραπάνω εγγράφων, χωρίς απόδειξη.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο μέρος του σε σχέση με την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σε σχέση με την ταυτότητα των πιο πάνω ακινήτων είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά τα υπόλοιπα μέρη του είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, εφόσον οι περιεχόμενοι σ' αυτόν ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", με την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 457 §§ 2 και 3 του ΚΠολΔ, εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται ως αναγνωρισμένο με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα ακόλουθα: α) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρ. 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητας του.

Ο αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δήλωσης περί αρνήσεως της γνησιότητας, ο δε πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί. β) Εφόσον το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, η αμφισβήτηση της γνησιότητας αναφέρεται στην υπογραφή (μία ή περισσότερες), η γνησιότητα της οποίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή, κάτι που ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, γ) Η απόδειξη από εκείνον που προσήγαγε το ιδιωτικό έγγραφο της αμφισβητηθείσης από τον αντίδικο υπογραφής σ' αυτό επιβάλλεται όχι μόνο αν γίνεται χρήση του εγγράφου τούτου για άμεση απόδειξη, αλλά και όταν απ' αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια.

δ) Τέλος, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης ως "αμέσως" γενόμενη καταφατική ή αρνητική δήλωση περί της γνησιότητας νοείται αυτή που έγινε στη συζήτηση, κατά την οποία το έγγραφο προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο και η έλλειψη της δήλωσης αυτής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η γνησιότητα αναγνωρίστηκε σιωπηρά και είναι περιττό να διαταχθούν αποδείξεις περί αυτής.

Έτσι, η κατά τη μεταγενέστερη συζήτηση αμφισβήτηση της γνησιότητας του εγγράφου είναι απαράδεκτη. Τέλος, η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη αποδεικτικού μέσου, ως αναγόμενη σε πράγματα, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ [Ολ.2/2008]. Με τον τρίτο, αλλά και τελευταίο λόγο των προσθέτων λόγων προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν διέταξε αποδείξεις αναφορικά με τη γνησιότητα του από 11-7-1963 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομισθώσεως, το οποίο επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι μετά την έκδοση της 1846/1997 προδικαστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση του περιεχομένου των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων-εναγόντων της πρώτης και εναγομένων της δεύτερης αγωγής, [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι τελευταίοι επικαλέστηκαν νόμιμα το από 11-7-1963 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως.

Εξάλλου, όπως δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, το Εφετείο οι ως άνω προσκόμισαν το από 11-7-1963 ιδιωτικό συμφωνητικό κατά την πρώτη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για την απόδειξη της επικαλούμενης απ' αυτούς συμβάσεως υπομισθώσεως.

Συνεπώς, ενόψει του ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας του από 11-7-1963 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομισθώσεως έγινε το πρώτον με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων της μετ' απόδειξη συζήτησης των αντίθετων αγωγών των διαδίκων, καθώς και στο Εφετείο με λόγους εφέσεως των διαδίκων, απαραδέκτως, η γνησιότητα του εγγράφου αυτού θεωρείται ότι αναγνωρίστηκε σιωπηρά και άρα, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις περί αυτής. Επομένως ο πιο πάνω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

VII. Κατά το άρθρο 520 παρ.2 ΚΠολΔ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Ακόμη από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126, 128 και 143 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι η επίδοση παντός δικογράφου γίνεται κατ' αρχήν, προσωπικά προς εκείνον που αυτό απευθύνεται, στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του. Επίδοση προς τον κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ διορισμένο δικαστικό πληρεξούσιο, ο οποίος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος, μπορεί να γίνει μόνο δικαστικών εγγράφων αφορώντων την πρωτοβάθμια δίκη, συμπεριλαμβανομένου και του δικογράφου της οριστικής απόφασης και μόνο η επίδοση της κλήσης για την πρώτη συζήτηση ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και στον υπογράψαντα το εφετήριο αυτό ως πληρεξούσιος.

Συνεπώς δικόγραφο έφεσης και προσθέτων λόγων έφεσης δεν μπορεί να επιδοθεί στον κατά την πρωτοβάθμια δίκη παραστάντα ως πληρεξούσιο δικηγόρο του εκκαλούντα, εκτός αν ο δικηγόρος αυτός έχει διορισθεί νόμιμα ως αντίκλητος του αντιδίκου του για όλες τις δίκες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 532 ΚΠολΔ, αν λείπει κάποια από τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της έφεσης [ή των πρόσθετων λόγων έφεσης], ιδίως αν δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, το δικαστήριο την απορρίπτει ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως.

Τέλος, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει τους πρόσθετους λόγους έφεσης των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς τους πρώτο, έκτο, έβδομο και όγδοο των αναιρεσιβλήτων-εφεσιβλήτων, επειδή δεν επιδόθηκε νόμιμα αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων στον πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών Σπυρίδωνα Ασημακόπουλο, που επέσπευσε τη σχετική συζήτηση, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ.

Όπως όμως δέχθηκε το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί αυτού κρίση του, η επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων δεν έγινε στους ίδιους [1°, 6°, 7° και 8°] αλλά στον ως άνω δικηγόρο, ο οποίος όμως δεν είχε ακόμη διορισθεί πληρεξούσιος στη δευτεροβάθμια δίκη σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ώστε να είναι αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη αυτή.

Από τα διαδικαστικά όμως έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι η έλλειψη πληρεξουσιότητας του πιο πάνω δικηγόρου καλύφθηκε με την εκ των υστέρων έγκριση της επίδοσης προς τους τότε εφεσιβλήτους και ήδη αναιρεσιβλήτους (1ο, 6ο, 7ο και 8ο, αντίστοιχα), όπως ήδη ισχυρίζονται οι αντίδικοί τους, ενόψει του ότι οι τελευταίοι δεν επικαλούνται, ούτε, άλλωστε προσκομίζουν το οικείο συμβολαιογραφικό έγγραφο παροχής πληρεξουσιότητας στον προαναφερόμενο δικηγόρο, με ημερομηνία μεταγενέστερη της συζήτησης της υπόθεσης στο Εφετείο, από το οποίο να συνάγεται η σιωπηρή έγκριση της εν λόγω πληρεξουσιότητας κατά τον παραπάνω χρόνο, ενώ, εξάλλου, οι εν λόγω εφεσίβλητοι παρέστησαν στο Εφετείο δια του παραπάνω πληρεξούσιου δικηγόρου και όχι μετά, ώστε οι ίδιοι να εγκρίνουν, επίσης, σιωπηρά την έλλειψη πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του τελευταίου ως προς την άσκηση των πρόσθετων λόγων έφεσης.

Επομένως, ορθά το Εφετείο απέρριψε ως απαραδέκτους τους πρόσθετους λόγους έφεσης ως προς τους εν λόγω εφεσιβλήτους, γι' αυτό και ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

VIII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 341 και 226 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από το ν.2915/2001, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου [ή Ελληνικής προξενικής αρχής].

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, αλλά και τελευταίο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι αρ. 19 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, όπως αυτός εκτιμάται, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα τις υπ. αρ. 11750 και 11751/10-4-2007 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Δ. και Π. Μ., που είχαν ληφθεί νομότυπα. Ενόψει, συνεπώς, του ότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, στην προκείμενη περίπτωση εκδόθηκε προδικαστική απόφαση και οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων δεν είναι επιτρεπτό νόμιμο αποδεικτικό μέσο, ορθώς το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, γι' αυτό και ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16.3.2009 αίτηση των Π. Μ. κ.ά. για αναίρεση της 2405/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους από 16.9.2010 πρόσθετους λόγους αυτής.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ