Legislator Case Law & Legislation
1627/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadequate reasoning regarding foreign documents in unjust enrichment case.

Case Number 1627/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Orchestra Kazibao S.A. against the Athens Court of Appeal's rejection of an unjust enrichment claim. The appellant argued the lower court inadequately reasoned its decision regarding foreign documents, but the court found the appeal vague and failed to specify the documents' true content versus the court's interpretation. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible for lacking specific grounds under civil procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal for inadequate reasoning is inadmissible if it merely expresses conjectures about document distortion without specifying the true content of the documents and contrasting it with the court's erroneous attribution.

Keywords

AI generated
inadequate reasoning appeal unjust enrichment claim foreign documents evidence inadmissible appeal grounds specificity requirement appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 904 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1627 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1627/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εδρευούσης στη ... Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ORCHESTRA KAZIBAO S.A" νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Καρβαγιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Της εδρευούσης στην ... Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA BANK A.E", νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Οκτωβρίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6303/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8196/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Δεκεμβρίου 2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 11 Ιουλίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 8196/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 12.4.2007 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6303/2006 οριστικής απόφασης του ΠολΠρωτΑθηνών, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 12.102004 αγωγή της με αίτημα, όπως αυτό παραδεκτά περιορίσθηκε, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη της οφείλει, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, το ποσό των 105.673,81 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις διακρίσεις του αγωγικού δικογράφου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552,553,556,558,564§2, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Από τη διάταξη του άρθρ. 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιώτερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, δηλαδή η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ πλουτισμού και επιβάρυνσης, έτσι ώστε το ένα να αποτελεί την αιτία του άλλου.

Στερείται νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, όπως επί αποσβεστικής προθεσμίας ή παραγραφής, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ' αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το αντάλλαγμα δεν απαιτείται να αποβαίνει οπωσδήποτε σε όφελος του δότη του πλουτισμού, αλλά ενδέχεται να ωφελεί τρίτο πρόσωπο, οπότε δημιουργείται τριμερής σχέση μεταξύ του τρίτου, του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, αναλυόμενη συνήθως σε δυο μερικότερες γωνιακές σχέσεις, δηλαδή τη σχέση του τρίτου προς το δότη του πλουτισμού (σχέση κάλυψης) και τη σχέση του τρίτου προς το λήπτη του πλουτισμού (σχέση αξίας), ενώ αν υφίσταται και ευθεία ενοχική σχέση μεταξύ του δότη και του λήπτη του πλουτισμού, τότε η όλη τριμερής σχέση αποβαίνει τριγωνική.

Ενδέχεται η σχέση αξίας να είναι ισχυρή και να λείπει ή να είναι ελαττωματική η σχέση κάλυψης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο δότης του πλουτισμού, θεωρώντας εσφαλμένα ότι οφείλει σε τρίτον, καταβάλει με υπόδειξή του (άρθρ. 417 ΑΚ) το ανύπαρκτο χρέος του σε οφειλέτη του τρίτου, εξοφλώντας με την καταβολή αυτή (άρθρ. 317 ΑΚ) το χρέος του τρίτου.

Στην περίπτωση αυτή ο δότης του πλουτισμού, που ζημιώθηκε καταβάλλοντας ανύπαρκτο χρέος του, δικαιούται να αναζητήσει τον πλουτισμό, όχι όμως από τον λήπτη τυπικά του πλουτισμού, ο οποίος με την προς αυτόν καταβολή εισέπραξε απλώς την απαίτηση που είχε κατά του τρίτου και έκτοτε αυτή αποσβέσθηκε, υποβαλλόμενος έτσι αυτός σε αντίστοιχη με την απόσβεση της απαίτησής του οικονομική θυσία, αλλά θα αναζητήσει τον πλουτισμό από τον τρίτο που στην πραγματικότητα ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία, αφού εξόφλησε με παροχή άλλου δικό του χρέος.

Υπό την έννοια αυτή η παρεμβολή του τρίτου που ενήργησε για δικό του λογαριασμό, χαρακτηρίζει ως έμμεση την περιουσιακή μετακίνηση από το δότη στον τυπικά λήπτη του πλουτισμού και αντίθετα άμεσος θεωρείται ο πλουτισμός του τρίτου (πρβλ. και ΑΠ 898/2003? 1239/2005). Σε κάθε περίπτωση η μεσολάβηση άμεσου ή έμμεσου αντιπροσώπου του πλουτήσαντος, δηλαδή προσώπου που δεν ενεργεί για δικό του λογαριασμό, δεν διασπά την αμεσότητα της μετακίνησης του πλουτισμού από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτήσαντος και υπόχρεος είναι έτσι αυτός προς απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού του.

Βέβαια η απόδοση του πλουτισμού μπορεί να γίνει και με καταβολή μέσω τρίτου (άρθρ. 317 ΑΚ), όμως άμεσα ευθυνόμενος είναι πάντοτε ο πλουτήσας και όχι αυτός που ενήργησε ως αντιπρόσωπός του κατά τη λήψη του πλουτισμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα εταιρεία, η οποία έχει έδρα στη Γαλλία, δυνάμει των υπ' αριθ. 7121 κλπ...

τιμολογίων πωλήσεως, που εκδόθηκαν το έτος 2003 από την ελληνική εταιρεία με την επωνυμία FRONT COLLECTION ΑΕ, η οποία δεν είναι διάδικος, αγόρασε από την τελευταία διάφορα είδη παιδικής ενδύσεως, αντί συνολικού τιμήματος 105.673,81 ευρώ. Το εν λόγω τίμημα πιστώθηκε και οι ως άνω συμβαλλόμενες εταιρείες συμφώνησαν να εξοφληθεί το αργότερο μέχρι τις 11.6.2003, με αποστολή εμβάσματος στην εξουσιοδοτημένη προς είσπραξη του ποσού αυτού εναγόμενη ελληνική τράπεζα.

Ειδικότερα δυνάμει της από 12.5.2003 σχετικής έγγραφης εντολής- αίτησης η προαναφερθείσα πωλήτρια εταιρεία ανέθεσε στην εναγόμενη τράπεζα να εισπράξει τα ανωτέρω τιμολόγια πωλήσεως ,συνολικής αξίας 105.673.81 ευρώ, εντός του συμφωνημένου κατά τα άνω χρονικού διαστήματος της πιστώσεως του τιμήματος και να καταθέσει το εισπραχθέν ποσό στον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό χορηγήσεων που τηρούσε η πωλήτρια εταιρεία επ' ονόματί της στο υποκατάστημα ... της εναγομένης... Η εναγόμενη τράπεζα προέβη στις 9.7.2003 στην είσπραξη του τιμήματος της εν λόγω πωλήσεως ποσού 105.673,81 ευρώ για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας, με την αποδοχή του υπ' αριθ. ... ισόποσου εμβάσματος της γαλλικής τράπεζας SOCIETE GENERALE.

Στη συνέχεια η εναγομένη, στις 10.7.2003, αφού αφαίρεσε από το ως άνω εισπραχθέν τίμημα το συνολικό ποσό των 335,02 ευρώ για τη νόμιμη προμήθειά της και τα σχετικά ταχυδρομικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε, κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό των 105.338,79 ευρώ στην πωλήτρια εταιρεία με πίστωση του παραπάνω αναφερθέντος χρηματοδοτικού λογαριασμού της.

Συγκεκριμένα ο λογαριασμός αυτός τηρούνταν στα πλαίσια σχετικής συμβάσεως δανείου δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, που είχε συνάψει η ως άνω πωλήτρια εταιρεία με την εναγόμενη τράπεζα, με σκοπό τη χρηματοδότησή της για την ενίσχυση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας. Προς εξυπηρέτηση της εν λόγω συμβάσεως καταχωρούνταν στο λογαριασμό αυτό αφενός όλες οι εισπράξεις που η εναγομένη ενεργούσε για λογαριασμό της πιστούχου πωλήτριας εταιρείας, αλλά και οι καταβολές στις οποίες προέβαινε η τελευταία υπό τη μορφή πιστώσεως και αφετέρου όλα τα ποσά των εκταμιεύσεων- χορηγήσεων στα οποία επίσης αυτή προέβαινε υπό τη μορφή χρεώσεως, εις τρόπον ώστε, κατόπιν αμοιβαίου συμψηφισμού, να είναι απαιτητό το εκάστοτε προκύπτον τυχόν χρεωστικό κατάλοιπο.

Ακολούθως, με την καταχώρηση από την εναγομένη του εμβάσματος, που αυτή εισέπραξε, στον εν λόγω λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας, με βάση την από 12.5.2003 έγγραφη ρητή εντολή της τελευταίας , υπό τη μορφή πιστώσεως, και την εν συνεχεία αφαίρεση του ποσού αυτού από την κίνηση του λογαριασμού, αποσβέσθηκε εν μέρει με εξόφληση χρέος της FRONT COLLECTION ΑΕ προς την εναγομένη εκ της δανειακής συμβάσεως...

Η ενάγουσα για πρώτη φορά όχλησε την εναγομένη στις 23.6.2004 με την αποστολή της από 8.6.2004 εξωδίκου διαμαρτυρίας της, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι η επίμαχη πώληση, που είχε συνάψει με την εταιρεία FRONT COLLECTION ΑΕ, είχε ήδη ματαιωθεί πριν από την αποστολή και είσπραξη του ενδίκου εμβάσματος, ήτοι από τα τέλη Μαίου 2003, καλούσε δε την εναγομένη να της επιστρέψει το ποσό του εμβάσματος, θεωρώντας ότι το εισέπραξε και το παρακράτησε χωρίς νόμιμη αιτία.

Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί ότι η ένδικη σύμβαση πωλήσεως είχε την επικαλούμενη από την ενάγουσα εξέλιξη, γεγονός που κατέθεσε στο ακροατήριο και η μάρτυράς της, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο και κυρίως έγγραφο, ότι αυτό γνωστοποιήθηκε στην εναγόμενη τράπεζα εγκαίρως από τα συμβληθέντα μέρη και ιδιαιτέρως την πωλήτρια εταιρεία, η οποία έπρεπε να προβεί σε ανάκληση της από 12.5.2003 έγγραφης εντολής της προς είσπραξη του εμβάσματος...

Ακολούθως, εξ όλων όσων παραπάνω αναπτύχθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε πλουτισμός της εναγομένης χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία της ενάγουσας, αφού εισέπραξε το άνω ποσό του εμβάσματος επ' ονόματι και για λογαριασμό της εταιρείας FRONT COLLECTION ΑΕ και όχι για δικό της , με την πίστωση δε του ποσού αυτού στον λογαριασμό χορηγήσεων της τελευταίας, επήλθε εξόφληση, κατά ένα μέρος, της οφειλής της προς την εναγόμενη τράπεζα, ανεξάρτητα από το ότι η ενάγουσα, μετά την ματαίωση της συμβάσεως πωλήσεως, δεν είχε υποχρέωση να καταβάλει το ποσό του εμβάσματος προς την οφειλέτρια της εναγόμενης τράπεζας.

Κατόπιν αυτών απ' ευθείας πλουτήσασα είναι η εταιρεία FRONT COLLECTION ΑΕ, η οποία εξόφλησε την οφειλή της προς την εναγομένη από την περιουσία της δικαιούχου ενάγουσας, η οποία κατέβαλε αχρεωστήτως το ανωτέρω ποσό, και όχι η εναγομένη, η οποία εισέπραξε δική της νόμιμη απαίτηση από τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6303/2006 οριστικής απόφασης του ΠολΠρωτΑθηνών, που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, στηριζόμενης στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 904§1 ΑΚ και ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, στις οποίες στηρίχθηκε, δέχθηκε ότι το ποσό των 105.673,81 ευρώ, που η αναιρεσείουσα κατά τη συμφωνία της με την εταιρεία FRONT COLLECTION ΑΕ κατέβαλε (ενέβασε) για λογαριασμό της τελευταίας στην αναιρεσίβλητη τράπεζα ως τίμημα για την αγορά από αυτή (αναιρεσείουσα) ειδών ένδυσης παραγωγής της ως άνω εταιρείας, δεν κατέστησε αδικαιολόγητα πλουσιώτερη την αναιρεσίβλητη μετά την ματαίωση της πώλησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πωλήτριας εταιρείας FRIONT COLLECTION ΑΕ, αλλά αδικαιολόγητα πλουσιώτερη από την περιουσία της αναιρεσείουσας κατέστη με την καταβολή του ως άνω ποσού η εν λόγω πωλήτρια εταιρεία, η οποία είχε εξουσιοδοτήσει την αναιρεσίβλητη για την είσπραξη του ποσού αυτού για λογαριασμό της και για την εγγραφή του ακολούθως ως πίστωσης, όπως και έγινε, στον υπ' αριθ. ...

λογαριασμό χορηγήσεων (αλληλόχρεο λογαριασμό), που η αναιρεσίβλητη τηρούσε για την εξυπηρέτηση του δανείου (ανοικτής πίστωσης) που είχε χορηγήσει στην πωλήτρια εταιρεία. Πρόκειται επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, για άμεση μεταβίβαση οικονομικής αξίας από την αναιρεσείουσα στην πωλήτρια εταιρεία, της οποίας η αμεσότητα δεν αλλοιώθηκε από τη μεσολάβηση της αναιρεσίβλητης κατά την είσπραξη του τιμήματος, αφού αυτή δεν ενήργησε για δικό της λογαριασμό, αλλά κατ' εντολή και για λογαριασμό της πωλήτριας εταιρείας, στην οποία περιήλθε τελικώς το όφελος, με την έννοια ότι το ποσό του τιμήματος καταχωρήθηκε ως πίστωση στον τηρούμενο μεταξύ τους ως άνω χρηματοδοτικό λογαριασμό, μειώνοντας αντίστοιχα τη δανειακή οφειλή της πωλήτριας έναντι της αναιρεσίβλητης, η οποία ως απλή εντολοδόχος της πωλήτριας δεν ενέχεται, σε κάθε περίπτωση, προς απόδοση του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην αναιρεσείουσα.

Συνακόλουθα ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην εφετειακή απόφαση οι πλημμέλειες αντίστοιχα από το άρθρ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, προβάλλονται μεν παραδεκτά (άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ), είναι όμως ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι.

3. Κατά το άρθρ.454 ΚΠολΔ, αν το έγγραφο που προσάγεται έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, υποβάλλεται μαζί και επίσημη μετάφρασή του επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο κατά το νόμο πρόσωπο ή από την πρεσβεία ή το προξενείο της Ελλάδας στη χώρα, στην περιοχή της οποίας έχει συνταχθεί το έγγραφο ή από την πρεσβεία στην Ελλάδα ή το προξενείο της ίδιας χώρας, σε οποιαδήποτε δε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει να μεταφραστεί το έγγραφο στα ελληνικά από πραγματογνώμονα.

Συνεπώς το ξενόγλωσσο έγγραφο, που προσάγεται χωρίς επίσημη και επικυρωμένη μετάφρασή του, είναι απαράδεκτο ως αποδεικτικό μέσο, εκτός αν στη διαδικασία, με την οποία δικάζεται η υπόθεση, επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα προσαγόμενα χωρίς τη δέουσα μετάφραση ξενόγλωσσα έγγραφα (ΑΠ 1462/1996).Αν αυτό δεν συμβαίνει, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ.559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που ανεπίτρεπτα λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη και η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης, καθώς και ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο το αποδεικτικό μέσο.

Μάλιστα αν το απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο είχε με επίκληση προσαχθεί εγκαίρως στο δικαστήριο της ουσίας και συνεπώς υπήρχε για τον αντίδικο αυτού που το προσήγαγε η δικονομική δυνατότητα να επικαλεσθεί το απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου ήδη στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει για τη θεμελίωση του παραπάνω λόγου αναίρεσης να προτάθηκε το απαράδεκτο στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα και αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο (άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, όπως απ' αυτή προκύπτει, έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε συμπληρωματικά προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα προσκομισθέντα με επίκληση από την εναγομένη ξενόγλωσσα έγγραφα με στοιχεία 2α έως 2ιβ, 3,4 και 5, τα οποία, επειδή δεν συνοδεύονταν από επίσημη μετάφραση, τα θεώρησε ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα και τα εκτίμησε ελεύθερα στο πλαίσιο του άρθρ. 270§2εδ.β ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. 12 ν. 2915/2001, αφού στην ένδικη υπόθεση επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τον τρίτο και πέμπτο λόγο της αναίρεσής της ότι έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρ.559 αριθ.1 και 11α ΚΠολΔ, δηλαδή ανεπίτρεπτα έλαβε υπόψη της τα ως άνω ξενόγλωσσα έγγραφα χωρίς επίσημη μετάφρασή τους, παραβιάζοντας συγχρόνως και την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 454 ΚΠολΔ.

Όμως η διάταξη του άρθρου αυτού δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου και συνεπώς η όποια παράβασή της δεν θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο ειδικότερα λόγο της αναίρεσής της, γι' αυτό και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τα λοιπά σε σχέση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι αόριστος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, όπως θα έπρεπε, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου ανεπίτρεπτα υποτίθεται λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από την ήδη αναιρεσίβλητη ξενόγλωσσα έγγραφα, μολονότι δεν συνοδεύονταν από επικυρωμένη επίσημη μετάφρασή τους, ούτε βέβαια προσδιορίζεται η επίδραση του κρίσιμου ισχυρισμού στο διατακτικό της εφετειακής απόφασης.

Ωστόσο ανεξάρτητα από την αοριστία του ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι προπάντων απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, αφού στην τακτική διαδικασία, με την οποία ορθά δικάσθηκε από το δικαστήριο της ουσίας η ένδικη υπόθεση, τα ξενόγλωσσα έγγραφα, που δεν συνοδεύονται από επικυρωμένη επίσημη μετάφρασή τους, επιτρεπτά, κατά τα προεκτεθέντα, λαμβάνονται υπόψη και αξιολογούνται ελεύθερα κατά το άρθρ. 270§2εδ.β ΚΠολΔ ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, εφόσον παράλληλα είναι επιτρεπτό, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και το εμμάρτυρο μέσο απόδειξης.

4. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432επ. ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Θα πρέπει πάντως, για να θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, να έχει στηρίξει το δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο φέρεται ότι παραβιάσθηκε και δεν αρκεί, αντίθετα, ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999? ΑΠ 442/1993? ΑΠ 627/2003? ΑΠ 402/2004? ΑΠ 832/2009).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζονται: α. Το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου β. Το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της γ. Ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ.

Το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993?ΑΠ 194/2005). Περαιτέρω ο λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, δηλαδή για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης εξαιτίας έλλειψης, ανεπάρκειας ή αντίφασης αιτιολογιών, δεν παρέχεται αν τα ελαττώματα αυτά αφορούν όχι την ουσιαστική κρίση της απόφασης, αλλά δικονομικά ζητήματα (ΑΠ 1525/1992).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που είχε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού αν και αναφέρει ότι οδηγήθηκε στην απόρριψη της κρινόμενης απ' αυτή έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας, λαμβάνοντας υπόψη της και ξενόγλωσσα έγγραφα που προσκόμισε η ήδη αναιρεσίβλητη, ωστόσο δεν προσδιορίζει τα έγγραφα αυτά και το περιεχόμενό τους, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν το Εφετείο παραμόρφωσε ή όχι το περιεχόμενό τους.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ως λόγος αναίρεσης από το άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ απορριπτέος ως απαράδεκτος , αφού, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αναφέρεται σε ανεπάρκεια της ουσιαστικής κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά σε δικονομική παράβαση ως προς τον προσδιορισμό και την εξειδίκευση του περιεχομένου των προσκομισθέντων με επίκληση από την αναιρεσίβλητη ξενόγλωσσων εγγράφων.

Ο ίδιος εξ άλλου λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ως λόγος αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν παρέχεται αν ο αναιρεσείων εκφράζει απλώς υπόνοιες παραμόρφωσης εγγράφων που αξιολογήθηκαν από την προσβαλλόμενη απόφαση και αντίθετα πρέπει αυτός να συγκεκριμενοποιεί στο αναιρετήριο τα παραμορφωθέντα έγγραφα με παράθεση του αληθινού περιεχομένου τους σε αντιπαραβολή προς το διαφορετικό περιεχόμενο που εσφαλμένα προσέδωσε σ' αυτά η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνακόλουθα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176,183,189§1,191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.12.2008 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ORCHESTRA KAZIBAO S.A." για αναίρεση της υπ' αριθ. 8196/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ